12 Οκτώβριος 2013, 10:25 - Τελευταία Ενημέρωση: 5 Σεπτέμβριος 2014, 19:59

Ταξίδι στο άγνωστο μιας προσφυγοπούλας από τη Μικρά Ασία

  • 5 Απριλίου: Πανελλήνια Ημέρα Προσφύγων

Ταξίδι στο άγνωστο μιας προσφυγοπούλας από τη Μικρά Ασία

Από το Τσακμακλί της Μικράς Ασίας η οικογένεια Καλιούρη βρέθηκε στον δεύτερο διωγμό στη Μυτιλήνη, ύστερα στη Θεσσαλονίκη και κατάληξε στην Κρήτη και στον οικισμό της Αγίας Τριάδας στο Ρέθυμνο. Εκεί, το 1947 η προσφυγοπούλα Ειρήνη Καλιούρη δημιούργησε το σπίτι της με τον Μικρασιάτη από τις Φώκιες Γιάννη Δινιακό.

«Γεννήθηκα το 1915 στο Τσακμακλί και τον πατέρα μου τον έλεγαν Γρηγόρη. Θυμούμαι το χωριό μου και ήτανε κοντά στη θάλασσα αλλά εγώ δεν ήξερα αν θα πάω στη θάλασσα και μέσα στο χωριό έπαιζα με τα άλλα παιδιά. Τη μητέρα μου τη λέγανε Μαρία και ήταν από το γένος Θεοδωρίδη. Είχα αδέλφια αλλά πεθάνανε. Ο ένας ήταν ο Δημοσθένης αλλά πέθανε μικρός, θα ‘τανε 7-8 χρονών, ο άλλος ήταν ο Νίκος που ήταν στο Παρίσι και πέθανε εκεί, ο τρίτος ήταν ο Μήτσος που πέθανε εδώ στο Άδελε και ο άλλος ήταν ο Απόστολος Καλιούρης που πέθανε και αυτός εδώ στο Άδελε. Μετά ήμουν εγώ, ύστερα η Βαγγελιώ και μετά η Ελένη που πέθανε όταν πήγαινε στο γυμνάσιο, περίπου 15 χρονών…

»Ο πατέρας μου στην πατρίδα είχε πρόβατα, είχε χωράφια, έσπερνε, στάρια πάρα πολλά έβγαζε, τέτοιες δουλειές έκανε! Όταν μας διώξανε οι Τούρκοι λέει: «Δεν έρχομαι εγώ, θα σας βάλω δυο τσουβάλια στάρι να φάτε εκεί, γιατί μπορεί να γυρίσετε αμέσως». Αλλά εν τω μεταξύ πήγαν οι Τούρκοι και τον πιάσανε αιχμάλωτο, δεν ξανάρθε. Ασφαλώς θα τον σκοτώσανε. Τόσα χρόνια τώρα, πάνω από εβδομήντα χρόνια, δεν έχει δώσει σημεία ζωής…»

«Μας τσάκισε ο δεύτερος διωγμός...»

Αγέννητη στον πρώτο διωγμό, έχει εικόνες από τον δεύτερο και καταστροφικό που ήταν μικρό κοριτσάκι, όμως «ρούφηξε» τις τραγικές στιγμές: «…Οι στρατιώτες οι δικοί μας οπισθοχωρήσανε και πέσαν οι Τούρκοι στα χωριά. Όλος ο κόσμος έφυγε και πήγε στο βουνό και από εκεί κατεβήκανε στα παράλια, μπήκαν στις βάρκες και φύγαμε. Πήγαμε στη Μυτιλήνη και εγώ τότε ήμουν 7 χρονών και ο στρατός οπισθοχώρησε, άλλοι ήρθανε, άλλοι δεν ήρθανε και ο θείος μου ο Γιάννης Θεοδωρίδης, αδελφός της μάνας μου ήλθε…

»Από το βουνό κατεβήκαμε στην παραλία, μπήκαμε σε μια βάρκα και μας πήγε στη Μυτιλήνη, όλη την οικογένεια, η μάνα μου, τα αδέλφια μου, η γιαγιά μου της μητέρας μου η μάνα. Κάτσαμε λίγο καιρό, περίπου ένα μήνα, και μετά πήγαμε στη Θεσσαλονίκη και καταλήξαμε στο Ρέθυμνο. Στη Μυτιλήνη κάτσαμε στο χωριό Πέτρα και σε ένα σπίτι που είχε αυλή και κάμερες. Στη Θεσσαλονίκη μείναμε σε μια περιοχή, ήτανε μια αυλή και είχε δωμάτια, δωμάτια, δωμάτια! Μείναμε με τη θεία μου την Αριστέα την Παλάση, αδελφή της μάνας μου…

»Δε θυμάμαι τώρα εκεί πόσο καιρό μείναμε! Ήμουνα μικρή και μάλιστα, κάποια μέρα με είχανε χάσει. Έπαιζα με άλλα παιδιά, τρέξανε αυτά φύγανε και με αφήσανε και δεν ήξερα μόνη μου να γυρίσω. Μια γυναίκα με βρήκε και με πήρε, με είχε κάμποσες μέρες και η μάνα μου με γύρευε, μέχρι που με βρήκανε και ήρθαν και με πήραν. Στη Θεσσαλονίκη δεν δουλεύαμε, μου φαίνεται είχαν και συσσίτιο και πηγαίναμε και παίρναμε και τρώγαμε και ζούσαμε. Μας είχε δώσει και το στάρι ο πατέρας μας και κάναμε ψωμί…»

Υπήρχαν περιουσίες Τουρκοκρητικών

Και ενώ περνούσαν, χωρίς ούτε οι ίδιοι να γνωρίζουν πού θα καταλήξουν, έφτασε η πληροφορία από το Κράτος ότι υπάρχουν περιουσίες Τουρκοκρητικών στο Ρέθυμνο και διατίθενται σε πρόσφυγες: «Θαρρώ πως ήτανε τους πρώτους μήνες του ’23. Θυμούμαι πως μπήκα σε μια βάρκα και μάλιστα με πείραξε η θάλασσα και έκανα εμετό!

»Ήρθαμε στο Ρέθυμνο και μας δώσανε περιουσίες από τα ανταλλάξιμα και σπίτια και μέναμε. Ύστερα μας είπανε πού θέλουμε να πάμε να μείνουμε. Η μαμά μου δεν έκανε χωρίς τη γιαγιά μου και όπου πήγαινε την ακολουθούσε. Άλλοι κάτσανε στα Περιβόλια, άλλοι στον Πλατανέ, σε διάφορα χωριά. Εμάς μας φέρανε εδώ στην Αγία Τριάδα. Μας δώσανε ένα σπίτι, ακόμα δεν είχανε μοιράσει, και μέναμε μαζί με τη γιαγιά μου. Φαντάσου τώρα σε ένα σπίτι η μάνα, η γιαγιά, τρία κορίτσια και δυο αγόρια, ο Νίκος ήταν στο Παρίσι και ο άλλος είχε πεθάνει. Η μάνα μου ύστερα πήγε και παρακάλεσε ένα Αποστολάκη και μας δώσανε ένα άλλο σπίτι και μείναμε…

»Όταν ήλθαμε στην Αγία Τριάδα δεν υπήρχαν ντόπιοι γιατί ήταν τούρκικο χωριό. Μονάχα, νομίζω, ένας ήτανε και αυτός από τα Χάρκια. Μου φαίνεται ήταν άλλη μια οικογένεια! Όλοι οι άλλοι ήμασταν πρόσφυγες, ήταν πολλοί, πάρα πολλοί. Πήγα μόνο στην Α’ τάξη του σχολείου και πήγαινα στη Μέση και δεν προχώρησα γιατί η μάνα μου ήταν μοναχή και είχα και άλλα αδέλφια και δεν μπορούσε μόνη της να τα καταφέρει…

Και πόυ να προλάβει! Πήγαινε στο μεροκάματο, πήγαινε στα καπνά, είχε και ελιές και πήγαινε και εκεί. Εγώ είχα τα παιδιά και τα φρόντιζα. Πάντως, το χωριό μας είχε πολλά σπίτια αλλά δες πού κατάντησε, άδειασε! Ο Μαρουλάς, η Αγία Τριάδα, η Αγία Παρασκευή, ο Πλατανές, ο Τσεσμές ήταν προσφυγοχώρια, αλλά και στο Άδελε και στη Λούτρα υπήρχαν πρόσφυγες. Παντρεύτηκα με τον άντρα μου το Γιάννη το 1947 και κάναμε το σπίτι μας. Πήραμε κλήρο με τη διανομή και κάθε άτομο πήρε 40-50 ρίζες ελιές. Αγώνας να ζήσομε, φτώχια μεγάλη και δυστυχία…»

Του Μανόλη Παντινάκη

Πηγή: madeincreta.gr, press-gr.blogspot.gr