Ίρις Σταθάκου
15 Φεβρουάριος 2017, 09:06

Άρατε ασυλίαν οι άρχοντες υμών

Προ ημερών, αρνητική εισήγηση για την άρση της βουλευτικής ασυλίας της κυρίας Ελένης Αυλωνίτου έδωσε εντέλει η πλειοψηφία τής (επαναληπτικής –έπειτα από παρέμβαση του τ. υπουργού Δικαιοσύνης Ν. Παρασκευόπουλου– συνεδρίασης) Επιτροπής Δεοντολογίας της Βουλής μετά από μήνυση του διευθυντή του Εθνικού Κέντρου Αθλητικών Ερευνών (ΕΚΑΕ) στο ΟΑΚΑ Σταύρου Χάντζου για επεισόδιο που συνέβη το 2012, πριν δηλαδή από την είσοδό της στο Κοινοβούλιο (ο κ. Χάντζος υποστηρίζει ότι η κ. Αυλωνίτου του επιτέθηκε και τον έγδαρε με τα νύχια της).

Εκτός αυτού, η Επιτροπή Δεοντολογίας της Βουλής απεφάνθη αναρμοδιότητα (δηλαδή δεν την εξέτασε καν) σχετικά με τη μήνυση που υπέβαλε ο κ. Άδωνις Γεωργιάδης κατά του αναπληρωτή υπουργού Υγείας Παύλου Πολάκη μετά τις καταγγελίες του δεύτερου περί στοιχείων που εμπλέκουν τη σύζυγο του αντιπροέδρου της ΝΔ σε υποθέσεις του ΚΕΕΛΠΝΟ (μιας και είχε προηγηθεί η γνωμοδότηση της επιστημονικής υπηρεσίας της Βουλής που υποστήριζε ότι ο κ. Πολάκης λειτούργησε εντός των υπουργικών του καθηκόντων, εξού και η απόφαση περί αναρμοδιότητας).

Με αφορμή αυτά τα πρόσφατα γεγονότα –μεταξύ πλείστων άλλων παρεμφερών προγενεστέρων ανεξαρτήτως κομματικής απόχρωσης–, τίθεται εύλογο ζήτημα περί της βουλευτικής ασυλίας και του σκοπού που αυτή εξυπηρετεί.

Είναι όντως δημοκρατικός;

Η «βουλευτική ασυλία» περιλαμβάνει το «ανεύθυνο», το «ακαταδίωκτο» και το «δικαίωμα άρνησης μαρτυρίας» για πληροφορίες που περιήλθαν στον βουλευτή κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Το τελευταίο αποτελεί υποκειμενικό του δικαίωμα, μπορεί δηλαδή να παραιτηθεί από αυτό. Οι δύο πρώτες εκφάνσεις της ασυλίας αποτελούν «θεσμικές εγγυήσεις», άρα δεν νοείται παραίτηση, και σκοπός τους είναι να προστατευτεί όχι το συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά ο θεσμός και η λειτουργία του.

Το «ανεύθυνο» (άρ. 61 παρ. 1 Σύνταγμα) σημαίνει ότι ο βουλευτής δεν ευθύνεται (ποινικά ή αστικά) για γνώμη ή ψήφο που έδωσε κατά την άσκηση των καθηκόντων του, τα οποία βεβαίως δεν εξαντλούνται στα έδρανα της Βουλής, αλλά ασκούνται σε οποιονδήποτε δημόσιο χώρο. Εξαιρείται το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, για το οποίο ευθύνεται, αλλά δεν μπορεί να διωχθεί ποινικά, όπως και για κανένα άλλο ποινικό αδίκημα, πλην των αυτόφωρων κακουργημάτων, παρά μετά από άδεια της Βουλής («ακαταδίωκτο» – άρ. 62 Σύνταγμα).

Το ακαταδίωκτο καλύπτει τον βουλευτή κατά τη διάρκεια της θητείας του, μετά τη λήξη της οποίας μπορεί να αρχίσει ή να συνεχιστεί η ποινική δίωξη.

Δεδομένου ότι πρόκειται για θεσμική εγγύηση της λειτουργίας του βουλευτή, ορθώς κρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Στρασβούργο) ότι το «ακαταδίωκτο» καλύπτει αποκλειστικά και μόνον πράξεις που εμπίπτουν στα βουλευτικά καθήκοντα και άρα τελέστηκαν μετά την κτήση της βουλευτικής ιδιότητας, σε αντίθεση με την ακολουθούμενη τακτική της ελληνικής Βουλής. Τη συνδρομή των όρων αυτών εξετάζει η Ειδική Επιτροπή Κοινοβουλευτικής Δεοντολογίας, στην οποία προωθούνται αιτήματα άρσης της βουλευτικής ασυλίας πριν εισαχθούν στην Ολομέλεια. Το αντίθετο σημαίνει μη δικαιολογημένη από το σκοπό της ασυλίας παραβίαση του (επίσης συνταγματικώς και ευρωπαϊκά κατοχυρωμένου) δικαιώματος πρόσβασης των πολιτών στη Δικαιοσύνη.

Από νομικής σκοπιάς εγείρεται η εξής προβληματική: Άραγε, πρέπει σε ενδεχόμενη συνταγματική αναθεώρηση να προβλεφθεί συνολική κατάργηση του ακαταδίωκτου, ή απλώς να υφίσταται «άρση της ασυλίας» (που αφορά τα εκάστοτε παρανομούντα πρόσωπα) και μάλιστα μέσα από ενδοβουλευτικές ή εξωκοινοβουλευτικές διαδικασίες; Μήπως η παντελής κατάργηση της ασυλίας θα άφηνε υπερβολικά έκθετους τους βουλευτές σε κακόβουλες μηνύσεις εκ μέρους πολιτικών αντιπάλων, με σκοπό να πλήξουν το κύρος των πρώτων και να παρακωλύσουν τη λειτουργία τους;

Ή μήπως το κύρος των βουλευτών θίγεται περισσότερο και μάλιστα συλλήβδην για δικαίους και αδίκους, ακριβώς λόγω της ύπαρξης του ακαταδίωκτου; Κι ως εκ τούτου έτσι κλονίζεται και η πίστη του πολίτη στους δημοκρατικούς θεσμούς;

Το τίμημα της κατάργησης του ακαταδίωκτου με όρους αποτελεσματικότητας δεν είναι μεγαλύτερο από εκείνο που ήδη πληρώνεται από τη Δημοκρατία (και τους πολίτες) εξαιτίας της πολιτικής αδιαφάνειας, πηγάζουσας εν προκειμένω εκ της θεσμικής ταύτισης ελεγχομένων και ελεγκτών – η οποία κατ’ ουσίαν συνιστά έλλειψη ισονομίας.

Η βουλευτική ασυλία, τουλάχιστον έτσι όπως έχει διαμορφωθεί κι όπως καταχράται τη σήμερον, επ’ ουδενί δεν συνάδει με τα ακραιφνή δημοκρατικά ιδεώδη, καθώς ουσιαστικά καταργεί την έννοια της ισονομίας (άρθρο 4 Σύνταγμα). 

Σε μια προσεκτική στάθμιση των δικαιωμάτων που προστατεύονται από το σύνταγμα, πιο δημοκρατικά προσκείμενο δεν είναι το δικαίωμα προστασίας των βουλευτών, αλλά το δικαίωμα προστασίας της ίδιας της Δημοκρατίας.

Ο βουλευτής είναι ένας απλός πολίτης που είναι εντολοδόχος των συμπολιτών του και λειτουργός της πολιτείας – σε καμία περίπτωση δεν γίνεται να απολαμβάνει προνόμια τα οποία προσπορίζεται ο ίδιος μέσω ψήφισης κανόνων δικαίου επαυξημένης τυπικής ισχύος (Σύνταγμα) που τον απαλλάσσουν από την ευθύνη, τη δίωξη και την τιμωρία όταν παρανομεί, διότι έτσι αυτοαναιρείται.  Προέχει να διαφυλαχθεί ο θεσμός του βουλευτικού αξιώματος ως πολιτειακός θεσμός, όχι εσφαλμένα μέσω πολιτικών τεχνασμάτων, όπως αυτό της βουλευτικής ασυλίας, αλλά μέσω της αποκατάστασης της εμπιστοσύνης των πολιτών στους βουλευτές και κάτι τέτοιο δύναται να επιτευχθεί μόνο μέσω της Διαφάνειας, της Δικαιοσύνης και της Ισονομίας.

  • Το παρόν άρθρο ερείδεται και σε μελέτη της αναπληρώτριας καθηγήτριας Συνταγματικού Δικαίου ΑΠΘ, Τριανταφυλλιάς Παπαδοπούλου.