Θεόφιλος Πουταχίδης
7 Φεβρουάριος 2017, 09:02

Να μάθεις να φεύγεις

Πριν από χρόνια, στα μέσα του ’90, όταν έκανα το διδακτορικό μου στο Εργαστήριο το οποίο σήμερα υπηρετώ από άλλη θέση, είχε έρθει ως επισκέπτης ένας ηλικιωμένος καθηγητής πανεπιστημίου από την Αλβανία. Καλός άνθρωπος… Καλή του ώρα όπου κι αν βρίσκεται. Γελούσε με τ’ αστεία που του ’λεγα με την καρδιά του, και κοκκίνιζε το πρόσωπό του ολόκληρο. Πάνω στην κουβέντα μια φορά μου ανέφερε πόσα λεφτά ήταν ο μισθός του στη γειτονική χώρα. Σφίχτηκε η καρδιά μου… Επιστήμονας, καθηγητής στο πανεπιστήμιο να παίρνει τόσο λίγα… Μου ’ρθε να κλάψω.

Τώρα ανατριχιάζω στην ιδέα πως κάποιοι καθηγητές πανεπιστημίων σε αναπτυγμένες χώρες μπορεί να πλημμυρίζουν από ανάλογο οίκτο, όταν ακούν τον δικό μου μισθό.

Το να οικτίρουν εμένα ως άτομο δεν με νοιάζει. Αυτό που δεν αντέχω είναι να οικτίρουν τον Έλληνα επιστήμονα. Μα τι λέω; Τον Έλληνα-τελεία! Εκεί καταντήσαμε… να μας λυπούνται ποιοι; Οι Ολλανδοί, οι Ελβετοί κι οι Βέλγοι καλοί συνάδελφοι; Δεν πληγώνεται ο εθνικός σας εγωισμός; Θα σπάσει η καρδιά μου!

Κλαίτε δήθεν με κροκοδείλια δάκρυα για τους Έλληνες επιστήμονες που μεταναστεύουν στο εξωτερικό. Τα λόγια σας, όμως, να ξέρετε κάποιοι δεν τα ακούνε, έτσι όπως τα εκφέρετε. Έχουν εξοπλιστεί με αυτόματους μεταφραστές. Κάτι μηχανηματάκια που περιέχουν το φίλτρο της αλήθειας των πράξεων και των έργων. Κι εκεί που εσείς λέτε «είναι κρίμα οι ικανότεροι Έλληνες επιστήμονες κι ερευνητές να ξενιτεύονται», ο μεταφραστής ερμηνεύει «στον αγύριστο να πάτε εσείς οι ικανότεροι! Δεν σας θέλουμε εδώ, μας χαλάτε την πιάτσα».

Κάθε μέρα αυτά ακούνε με χίλια δυο γεγονότα που τους συντυχαίνουν. «Να φύγετε! Δρόμο! Δεν το καταλαβαίνετε; Δεν σας θέλουμε εδώ! Είστε ανεπιθύμητοι».

Ακόμα και κουνουπίδι να είχανε μες το κεφάλι τους, αντί για μυαλό, θα το καταλαβαίνανε πως τους διώχνετε κακήν-κακώς. Είναι τόσο ξεκάθαρο πια…

Κι όσοι μπορούν κι έχουν την ευκαιρία, φεύγουν. Όσοι πια απομένουν, από αυτούς που διαθέτουν δεξιότητες και βιογραφικά που μετράνε, είναι γιατί οι συνθήκες της ζωής δεν τους το επιτρέπουν. Αλλιώς θα έφευγαν κι αυτοί. Αλλά στο τέλος μου φαίνεται πως κι αυτοί θα αναγκαστούν από τα πράγματα να την κοπανήσουν όπως-όπως. Γιατί όπως μας τα λέει κι ο καλός μας ο παππούς ο Θαλής ο Μιλήσιος: «ισχυρότατον ανάγκη· κρατεί γαρ πάντων».

Με την ακαταμάχητη δύναμη της ανάγκης δεδομένη, η συζήτηση για το αν κάνουν καλά αυτοί που φεύγουν ή όχι, είναι μάλλον ανούσια. Κάποιοι αγνοί πατριώτες, βέβαια, καλούν τη νεολαία και τους επιστήμονες να μην ξενιτεύονται. Να μείνουν και να το παλέψουν. Φωνάζουν με αγωνία: «τι θα απογίνει η πατρίδα που χάνει τον ανθό της;». Το δημογραφικό από μόνο του είναι ένα ζήτημα ζωτικής σημασίας. Στην περίπτωσή μας, το πρόβλημα είναι διπλό.

Γιατί εκτός από το δημογραφικό, εδώ έχουμε επιπλέον κι αυτό που αγγλιστί περιγράφεται με τον όρο «brain drain». Δηλαδή, η χώρα χάνει πολλά καλά μυαλά που φεύγουν στο εξωτερικό.

Η πραγματική ανάπτυξη δεν έρχεται μόνο με το να χτίζεις σπίτια και δρόμους, ούτε με το ν’ ανοίγουν κι άλλες καφετέριες ή οδοντιατρεία. Πολύ καλά είναι όλα αυτά και σημαντικά και χρειαζούμενα, και συμβάλλουν ακόμα και σε οικονομικό επίπεδο. Δεν αρκούν, όμως, όταν δεν παράγεται επιπλέον πλούτος με κάποιον άλλον τρόπο.

Ο ικανός πλούτος δημιουργείται όταν πολύς κόσμος ανά την υφήλιο αγοράζει αυτό που πουλάς ως χώρα. Τα προϊόντα και τις υπηρεσίες σου. Γιατί όμως να αγοράσουν το δικό σου κι όχι του αλλουνού παραδίπλα; Εκεί είναι το ζήτημα. Γιατί να αγοράσω το δικό σου το σαμπουάν; σε ρωτάνε…. Γιατί με το δικό μου θα φυτρώσουν και μαλλιά στη φαλάκρα σου, του απαντάς, και… τελειώσαμε. Αυτά εννοούν όταν ακούτε να λένε για καινοτομία και «καινοτόμα» προϊόντα κι υπηρεσίες.

Αλλά, γι’ αυτά χρειάζεσαι επιστήμη κι έρευνα. Δηλαδή καλά πανεπιστήμια και καλά μυαλά..

Πώς είναι δυνατόν, λοιπόν, κάποιος να λέει πως ενδιαφέρεται να αποκαταστήσει την οικονομική ανάπτυξη στην Ελλάδα και ταυτόχρονα να οδηγεί σε μαρασμό το ελληνικό πανεπιστήμιο; Δεν έχω τίποτε να συζητήσω με αυτόν τον άνθρωπο. Είναι μάταιο. Με τους μόνους που θα συζητήσω είναι με αυτούς τους αγνούς πατριώτες που καλούν με πόνο τα καλά μυαλά να μείνουν στην πατρίδα και να το παλέψουν. Σε αυτούς μόνο χρωστάω εξηγήσεις. Θα σας μεταφέρω λοιπόν τι μου λένε πάνω-κάτω όλοι όσοι μαζεύουν τη βαλίτσα τους, για να φύγουν έξω.

Να κάτσω και να θυσιαστώ… Εντάξει! μου λένε. Να σύρω και την οικογένειά μου στη θυσία – αν έχω τέτοιο δικαίωμα. Εξήγησέ μου όμως, λογικά και πρακτικά όπως ο Περικλής στον Επιτάφιο λόγο του το εξήγησε στους Αθηναίους. Για ποιον λόγο να θυσιαστώ; Γιατί άλλο πράγμα είναι ο ήρωας κι άλλο ο Δον Κιχώτης. Κι όπως μου έρχονται τα λόγια του Περικλή στο μυαλό «…ανδρών αγαθών έργω γενομένων έργω και δηλούσθαι τας τιμάς», καταλαβαίνω πως δεν έχω τίποτε να τους απαντήσω.

Κι όπως μου’ ρχονται στο μυαλό κι εκείνοι οι στίχοι του Λουντέμη «να φεύγεις από εκεί που δε σου δίνουν αυτά που χρειάζεσαι. Από το δυσανάλογο, το μέτριο και το λίγο», ξέρω πως δεν έχω τίποτε να τους απαντήσω.

Και σωπαίνω...