15 Ιανουάριος 2017, 11:55 - Τελευταία Ενημέρωση: 15 Ιανουάριος 2017, 13:38

Οικονομική κρίση: Αυτο-επαληθευόμενη προσδοκία ή δικαίωμα στην αυτοκαταστροφή;

  • Οικονομική κρίση: Αυτο-επαληθευόμενη προσδοκία ή δικαίωμα στην αυτοκαταστροφή;

Στα παλιότερα χρόνια οι Έλληνες γυμνασιόπαιδες μάθαιναν για τα «ελαττώματα της φυλής» –ανάμεσα στα οποία περίοπτη θέση κατείχε η (τάση για) διχόνοια. Στην παρούσα συγκυρία κάτι τέτοιο δεν προκύπτει εφόσον φαίνεται πως υπάρχει ισχυρή σύγκλιση στο εθνικό «αφήγημα» που (υποτίθεται ότι) εξηγεί την ελληνική κρίση: ο αποκλεισμός της Ελλάδας από τις αγορές δανειακών κεφαλαίων, επαναλαμβάνουν στερεότυπα οι «αφηγηματίες» (τους οποίους παρεμπιπτόντως δεν φαίνεται να πολυαπασχολεί το πώς προέκυψε αυτός ο αποκλεισμός), επέτρεψε στους «ακραίους κύκλους των δανειστών» να επιβάλλουν ένα καταστροφικό μείγμα οικονομικής πολιτικής που στόχο έχει τον εξανδραποδισμό του ελληνικού λαού και την συνεπακόλουθη λεηλασία της χώρας.

Ας συμφωνήσουμε, για μια στιγμή, να μην ασχοληθούμε με τα απώτερα αίτια του αποκλεισμού της χώρας από τις αγορές και ας αναρωτηθούμε μαζί με τους πρωτομάστορες του «εθνικού αφηγήματος»: τίνι τρόπω θα αρθεί ο αποκλεισμός;

Δεν χρειάζεται δα να είναι κάποιος οικονομολόγος για να καταλάβει ότι η πρόσβαση μίας χώρας στις αγορές εξαρτάται από το πώς προσλαμβάνουν οι δυνητικοί πιστωτές την δυνατότητα (και τη βούληση) αυτής της χώρας να εξυπηρετεί το χρέος της. Και είναι προφανές ότι (τουλάχιστον σε πρώτη προσέγγιση) η δυνατότητα εξυπηρετήσεως του χρέους αξιολογείται με βάση τον διαβόητο λόγο δημοσίου χρέους –εθνικού εισοδήματος– ή, όπως λένε οι οικονομολόγοι, δημοσίου χρέους-ΑΕΠ (εάν, για παράδειγμα, ο λόγος χρέους-ΑΕΠ ισούται με 1, αυτό σημαίνει ότι σε κάθε ευρώ εισοδήματος της υπό εξέταση χώρας αντιστοιχεί ισόποσο χρέος ·εάν ο λόγος ισούται με 2 σε κάθε ευρώ εισοδήματος αντιστοιχεί χρέος 2 ευρώ κλπ).

Είναι εξ ίσου προφανές ότι η αύξηση του λόγου χρέους-ΑΕΠ πέρα από κάποιο όριο αναπόφευκτα δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την δυνατότητα εξυπηρετήσεως/αποπληρωμής με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Πάντως, όπως δείχνει η ιστορική εμπειρία αλλά και οι ατελέσφορες αντιπαραθέσεις επιφανών οικονομολόγων (με σχετικά πρόσφατη αυτή ανάμεσα σε Krugmun και Reinhart/Rogoff), μαγικός αριθμός που να προσδιορίζει το όριο φερεγγυότητας μιας χώρας δεν υφίσταται. Ούτως ή άλλως, η ύπαρξη ή μη του μαγικού αριθμού δεν αφορά την Ελλάδα εφόσον στην περίπτωσή της η ζημιά έχει ήδη γίνει.

Αντίθετα –όπως επανειλημμένα έχουν επισημάνει όσοι γνωρίζουν το διεθνές περιβάλλον –πχ o Κ. Σημίτης σε άρθρο του στην Καθημερινή ήδη από τον Σεπτέμβριο του 2011– εκείνο που έχει σημασία για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία  είναι η σταθερή, διαχρονική μείωση του λόγου χρέους-ΑΕΠ που θα σηματοδοτήσει την έμπρακτη (σε αντιδιαστολή με την θεωρητική) επιθυμία της χώρας να (ξανα)γίνει βιώσιμη.

Συνεπώς, το κρίσιμο ερώτημα αφορά στο τι πρέπει να γίνει για να επιτευχθεί η (διαχρονική) μείωση του λόγου χρέους-ΑΕΠ.

Επί του προκειμένου, ολίγη άλγεβρα και ολίγος διαφορικός λογισμός φτάνουν και περισσεύουν για να δοθεί η απάντηση, και μάλιστα με την αφοπλιστική γλαφυρότητα και σαφήνεια που έχουν τα μαθηματικά. Η μακρολογιστική σχέση-κλειδί είναι η εξής: Δb= b(i-π-y)-z όπου Δb= η μεταβολή του λόγου του δημοσίου χρέους-ονομαστικού ΑΕΠ, i=ονομαστικό επιτόκιο, π=ρυθμός πλυθωρισμού ,y=ρυθμός μεταβολής πραγματικού ΑΕΠ, z=πρωτογενές πλεόνασμα ως ποσοστό του ονομαστικού ΑΕΠ. [1]

Σε απλά ελληνικά: για την ουσιαστική μείωση του λόγου χρέους-ΑΕΠ (Δb<0) απαιτείται ένας συνδυασμός χαμηλών (πραγματικών) επιτοκίων, υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων ως προς το ΑΕΠ και ισχυρής οικονομικής ανακάμψεως («ανάπτυξης»). Έχοντας λοιπόν πεντακάθαρη την εικόνα όσων πρέπει να γίνουν για να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη και η πρόσβαση στις αγορές, ας δούμε πόσα από τα προαπαιτούμενα είναι διατεθειμένοι να υλοποιήσουν οι Έλληνες πολίτες.

Α) Μπαίνω στον πειρασμό να ξεκινήσω με τον πληθωρισμό  –αν και μάλλον δεν αφορά την Ελλάδα αφού (ακόμα και σε περίπτωση επιστροφής στην δραχμή) το χρέος της χώρας είναι πληρωτέο σε ευρώ. Παρόλα αυτά η πρόδηλη νοσταλγία των εθνικών ταγών για το πάλαι ποτέ εκδοτικό μονοπώλιο του ελληνικού κράτους, με την συνεπακόλουθη δυνατότητα αναδιανομής πλούτου, φυσικά πάντα σε βάρος των αποταμιευτών, είναι εξόχως αποκαλυπτική των διαθέσεων της ελληνικής κοινωνίας (η οποία, να θυμίσουμε, διήγε μεγάλο μέρος του εθνικού της βίου σε κατάσταση de facto χρεωκοπίας).[2]

Άλλωστε πώς αλλιώς θα μπορούσε να εξηγήσει κανείς τις πρόσφατες, ευφάνταστες αναφορές κορυφαίου οικονομικού υπουργού στην (δήθεν) εμμονή των «ακραίων κύκλων» με τον πληθωρισμό την ίδια στιγμή που η ΕΚΤ πλημμυρίζει με ρευστότητα τις ευρωπαϊκές οικονομίες στο πλαίσιο της λεγόμενης «ποσοτικής χαλάρωσης»;

Β) Έρχομαι στα πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα. Στο «εθνικό αφήγημα» αυτά εξοβελίζονται ως εμβληματικά της «σκληρής λιτότητας». Η αλήθεια είναι βέβαια ακριβώς αντίθετη: τα πρωτογενή πλεονάσματα είναι μέρος της εθνικής αποταμιεύσεως, το μέγεθος της οποίας αποτελεί, στην παρούσα φάση, το μέτρο της πραγματικής επιθυμίας της ελληνικής κοινωνίας για εθνική ανεξαρτησία. Κι αυτό γιατί, όπως γνωρίζουν ακόμα και οι πρωτοετείς (καλοί) φοιτητές οικονομικών η (θετική) διαφορά ανάμεσα στην εθνική αποταμίευση και στις εγχώριες επενδύσεις ισούται με την βελτίωση στα καθαρά περιουσιακά στοιχεία της χώρας σε σχέση με τον υπόλοιπο κόσμο.

Με άλλα λόγια: όσο μεγαλύτερο το αποταμιευτικό πλεόνασμα της χώρας τόσο μικρότερη η εξάρτησή της από τους (ξένους) πιστωτές.

Φυσικά, το ότι η εθνική αξιοπρέπεια έχει τίμημα δεν είναι κάτι καινούργιο ·το ερώτημα είναι το κατά πόσο οι Έλληνες πολίτες είναι διατεθειμένοι να το καταβάλλουν. Προφανώς, με δεδομένη την «ιερή αγανάκτηση» με την οποία τα μέλη της ελληνικής κοινωνίας αντιμετωπίζουν τόσο την έλευση ξένων (επενδυτικών) κεφαλαίων όσο και τα (όποια) μέτρα στοχεύουν στην υποκατάσταση αυτών των κεφαλαίων με εγχώρια αποταμίευση, το ερώτημα είναι καθαρά ρητορικό.

Γ) Αλλά –θα αντιτείνει κάποιος– δεν είναι αλήθεια ότι τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα υπονομεύουν την ανάπτυξη (y); Αυτό εξαρτάται από το πώς εννοεί κανείς τον όρο «ανάπτυξη». Διότι, στην Ελλάδα, ακόμα και το σωτήριον έτος 2017 με τον όρο ανάπτυξη εννοούμε την αφειδή εξαγωγή ημέτερων υποσχέσεων μελλοντικής αποπληρωμής με αντάλλαγμα ξένα δανειακά κεφάλαια που χρησιμοποιούνται για εισαγωγή καταναλωτικών αγαθών. Σε μια μικρή ανοικτή οικονομία με απαράδεκτα χαμηλή ανταγωνιστικότητα (όπως είναι η Ελλάδα), ο μηρυκασμός (ψευδεπίγραφων) Κεϋνσιανών μαντζουνιών είναι αδιέξοδος.

Στην πραγματικότητα η (δυνητική) ζήτηση για εγχώρια αγαθά είναι και παγκόσμια και άμεσα υλοποιήσιμη –φυσικά υπό την προϋπόθεση ότι τα αγαθά αυτά θα είναι ανταγωνιστικά στις διεθνείς αγορές. Βεβαίως, για να συμβεί αυτό, απαιτούνται παντοίες επενδύσεις την χρηματοδότηση των οποίων αρνούνται όμως πεισματικά (όπως είδαμε παραπάνω) οι ίδιοι πολίτες που στεντόρεια διακηρύσσουν ότι επιζητούν την «ανάπτυξη»! Ας το πούμε ευθέως με κίνδυνο να σοκάρουμε τους «ευκολόπιστους μα προδομένους»: η ανάπτυξη, όπως άλλωστε όλες ανεξαιρέτως οι οικονομικές επιλογές, δεν είναι ανέξοδη, έχει τίμημα και δη επώδυνο!

Και ας μην επικαλεσθεί κανείς τον πρωθύστερο ισχυρισμό ότι ο ελληνικός λαός έχει ήδη πληρώσει υψηλό τίμημα. Αυτό το αναφέρω όχι μόνο γιατί κάποιοι δεν έχουν πληρώσει απολύτως τίποτα μα έχουν ευνοηθεί κιόλας στα χρόνια της κρίσης ·πρωτίστως το λέω γιατί ο όποιος πόνος της οικονομικής κρίσης αμβλύνεται (ου μην και εξαλείφεται) από την κίβδηλη επιβεβαίωση που αισθάνεται ο Έλληνας πολίτης σχετικά με την θεώρηση του κόσμου που τον χαρακτηρίζει. Πολύ απλά, η περικοπή μισθών και συντάξεων (στην οποία συνίσταται σε μεγάλο βαθμό η μέχρι στιγμής θεραπεία) φαίνεται να επιβεβαιώνει πανηγυρικά την αρχέγονη ψευδαίσθηση του μέσου Έλληνα για την (υποτιθέμενη) μανιχαϊστική και συγκρουσιακή φύση του οικονομικού και κοινωνικού γίγνεσθαι.

Αυτή και αν είναι αυτοεπαληθευόμενη προσδοκία! Ο πραγματικός πόνος, το πικρό ποτήρι από το οποίο ενστικτωδώς αποστρέφει το πρόσωπό της η ελληνική κοινωνία, είναι η συνειδητοποίηση ότι η ανάπτυξη και η (βιώσιμη) ευημερία συνεπάγεται την εκ βαθέων αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο ατενίζουν τον κόσμο τα μέλη της: κυρίως την αποδοχή του ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ως κυρίαρχου οικονομικού θεσμού καθώς και ότι, ως αναπόφευκτη συνέπεια αυτού του ανταγωνισμού, θα υπάρξουν κερδισμένοι και χαμένοι –όχι όμως με την απόλυτη, μηδενικά αθροιστική αλλά με την σχετική έννοια του όρου.

Δηλαδή, θα ρωτήσει κάποιος, είναι το μέλλον της χώρας ζοφερό; Πράγματι είναι!

Κι αυτό όχι μόνον γιατί η απαλλαγή μιας ολόκληρης κοινωνίας από τον μανιχαϊσμό είναι διαδικασία μακράς πνοής με την ελληνική (κοινωνία) να μην διαθέτει την πολυτέλεια του άπλετου χρόνου. Πιο σημαντικό ίσως είναι ότι ο απαραίτητος νοητικός ορίζοντας (αυτός του ορθολογισμού) ενδέχεται να αποτελεί (όπως υποστηρίζει ο Gregory Clark) την εξαίρεση του κανόνα στον πολιτισμικό χωροχρόνο. Μήπως να θυμηθούμε τον σκοτεινό ήρωα τον Ντοστογιέφσκι που διεκήρυσσε πως η ελεύθερη βούληση συνίσταται στην απόρριψη των νόμων της φυσικής και των μαθηματικών και πως το υπέρτατο δικαίωμα είναι το δικαίωμα στην αυτοκαταστροφή; Ίσως στα χρόνια που έρχονται να μάθουμε εάν υπάρχει συλλογικό υποκείμενο που σκέπτεται και πράττει όπως οι τρωγλοδύτες του Ντοστογιέφσκι.

[1] Η ανωτέρω μακρολογιστική σχέση αναλύεται στα (καλά) εγχειρίδια μακροοικονομικής όπως, για παράδειγμα, αυτό των Dornbusch και Fischer.

[2] Το ελληνικό δαιμόνιο στην εξαπάτηση αποταμιευτών έχει εκδηλωθεί από αρχαιοτάτων χρόνων, με τρανό παράδειγμα σκαπανέως στην νομισματική αγυρτεία τον Διονύσιο των Συρακουσών κατά τον 4ο προ Χριστού αιώνα. Περισσότερα για το Διονυσιακό «δεν πληρώνω» θα βρει ο αναγνώστης στο έργο των Reinhart και Rogoff This Time is Different.

  • Δρ Ιάκωβος Αράπογλου, διδάκτωρ του City University of New York των ΗΠΑ και καθηγητής Οικονομικών στο New York College.