Παντελής Σαββίδης
14 Ιανουάριος 2017, 09:03

Το σχέδιο Νούλαντ απέτυχε – Η Κύπρος μπορεί να ελπίζει

Πρέπει να είναι κανείς πολιτικά αφελής για να πιστεύει πως η Τουρκία και ο Ερντογάν θα συναινέσουν σε λύση του Κυπριακού χωρίς τουρκικά στρατεύματα και χωρίς την τουρκική εγγύηση. Πριν αλέκτορα φωνήσαι τρις, ο Τούρκος πρόεδρος επιβεβαίωσε όσους είναι επιφυλακτικοί στη δυνατότητα εξεύρεσης λύσης.

Η Άγκυρα θέλει λύση στο Κυπριακό αλά τούρκα. Με στρατεύματα, εγγυήσεις, εναλλασσόμενη προεδρία, χωρίς σοβαρές εδαφικές παραχωρήσεις, δικαίωμα βέτο, έλεγχο της ευρωπαϊκής πολιτικής του νησιού κλπ.

Η Διάσκεψη της Γενεύης έληξε την Παρασκευή και η εκτίμηση είναι πως απέτυχε. Προσπάθεια διάσωσης των προσχημάτων αποτελεί η τεχνική επιτροπή που αποφασίστηκε να συγκροτηθεί και να συνεδριάσει στις 18 Ιανουαρίου για να θέσει τα ερωτήματα που προκλήθηκαν και να αναζητήσει απαντήσεις.

Στην τελευταία συνάντηση συζητήθηκε το θέμα των εγγυήσεων και της ασφάλειας, με την ελληνική πλευρά να είναι κατηγορηματικά αντίθετη σε οποιαδήποτε παραμονή τουρκικών στρατευμάτων και τον Κύπριο πρόεδρο να προτείνει τη δημιουργία μιας διεθνούς δύναμης για την Κύπρο χωρίς να λέει πώς θα συγκροτηθεί, από ποιον, και ποιος θα ηγείται.

Από το παρασκήνιο των εξελίξεων λείπει πλέον και η Βικτώρια Νούλαντ, καθώς η κυβέρνηση Ομπάμα αποχωρεί.

Όπως επανειλημμένως έχει γραφεί, η όλη μεθόδευση του Κυπριακού ήταν έργο της Αμερικανίδας υφυπουργού Εξωτερικών κ. Νούλαντ, η οποία ασκούσε, μάλιστα, και αφόρητες πιέσεις για την εξεύρεση φιλοτουρκικής λύσης.

Η κ. Νούλαντ ήθελε να βάλει την Άγκυρα μέτοχο στα ενεργειακά αποθέματα της Κυπριακής Δημοκρατίας, ικανοποιώντας την Τουρκία ακόμη και από τη δυσαρέσκειά της από τη μεσανατολική πολιτική της Ουάσινγκτον. Ο γεωπολιτικός στόχος της Αμερικανίδας υφυπουργού Εξωτερικών ήταν να διαμορφώσει έναν άξονα Ισραήλ-Τουρκίας, πάνω στον οποίο θα στηριζόταν η μεσανατολική πολιτική της κυβέρνησής της. Η επιλογή αυτή οδηγούσε στη διοχέτευση των ενεργειακών αποθεμάτων Κύπρου και Ισραήλ προς την Τουρκία. Η κυβέρνηση Ομπάμα προσπαθούσε να τετραγωνίσει τον κύκλο στη Μέση Ανατολή. Πέραν του διπόλου που προαναφέρθηκε, η μέχρι τώρα αμερικανική κυβέρνηση είχε ως επιλογή την υποστήριξη των κουρδικών δυνάμεων στη Συρία, υποστήριξη η οποία, μοιραία, θα κατέληγε στην ανάδυση κουρδικής οντότητας. Η επιλογή αυτή αποτελεί εφιάλτη για την Τουρκία. Μια κουρδική υπόσταση είναι και επιθυμία του Ισραήλ. Υποστήριξη όμως της Τουρκίας, του Ισραήλ και των Κούρδων, είναι ένας συνδυασμός που δεν είναι εύκολα διαχειρίσιμος.

Το δέλεαρ, λοιπόν, για τον Τούρκο πρόεδρο να δώσει την έγκρισή του για τη συμμετοχή της τουρκοκυπριακής πλευράς στις συνομιλίες για το Κυπριακό, ήταν τα ενεργειακά αποθέματα της Κυπριακής Δημοκρατίας αλλά και η επιρροή που θα ασκούσε, μέσω των Τουρκοκυπρίων, στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το ερώτημα είναι πώς θα αντιδράσουν οι Βρυξέλλες, τις οποίες η Τουρκία προσπάθησε να κρατήσει (και το πέτυχε) σε ρόλο παρατηρητή – γεγονός που προκάλεσε τον έντονο διάλογο του κ. Γιούνκερ με τον Τούρκο ΥΠΕΞ κ. Τσαβούσογλου.

Η Τουρκία επίσης, με δηλώσεις του κ. Ερντογάν, επιχείρησε να επιρρίψει τις ευθύνες για την αποτυχία στην ελλαδική πλευρά αλλά οι συνθήκες δεν είναι όμοιες με εκείνες της εποχής του Σχεδίου Ανάν. Τότε ο κ. Ερντογάν απολάμβανε της διεθνούς εκτίμησης και στήριξης, ενώ σήμερα βρίσκεται σε διεθνή απαξίωση.

Οι περαιτέρω εξελίξεις στο Κυπριακό θα εξαρτηθούν, πλέον, και από την πολιτική της νέας αμερικανικής κυβέρνησης.

Απομένει να δούμε αν, σε περίπτωση αποτυχίας, όπως όλα δείχνουν, θα προβεί σε προσάρτηση των κατεχομένων στην Τουρκία – κάτι το οποίο και δεν τον συμφέρει και δεν μπορεί να το πετύχει.

Δεν τον συμφέρει διότι οι σημερινές ελεύθερες περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας θα έχουν τη δυνατότητα στρατιωτικής συνεργασίας με δυνάμεις των οποίων η παρουσία στο νησί δεν θα ήταν αρεστή στην Άγκυρα.

Και δεν μπορεί διότι το δίλημμα προσάρτηση ή συνθηκολόγηση είναι ψευτοδίλημμα γιατί, απλά, αντιμάχεται τις δύο θεμελιώδεις στρατηγικές στοχεύσεις της Τουρκίας στο Κυπριακό, δηλαδή:

  • την επέμβασή της μέσω των Τ/κ στη διαδικασία λήψης αποφάσεων της ΕΕ, και
  • την επέκταση του γεωστρατηγικού της ελέγχου στη ΝΑ Μεσόγειο μέσω της υποθήκευσης του τρόπου λειτουργίας της Ομόσπονδης Κύπρου σε ζητήματα εξωτερικής, αμυντικής, ενεργειακής και ευρωπαϊκής πολιτικής, δηλαδή, του γεωπολιτικού της ευνουχισμού.

Με τα όσα έχει ήδη συμφωνήσει ο κ. Αναστασιάδης, καμιά απόφαση δεν θα μπορεί να λαμβάνεται από την Ομόσπονδη Κύπρο χωρίς τη συναίνεση της Άγκυρας και καμιά απόφαση δεν θα μπορεί να λαμβάνεται εναντίον της Άγκυρας.

Αυτό εννοούμε όταν λέμε ότι η σημερινή ελεύθερη Κύπρος θα μετατραπεί σε τουρκικό «προτεκτοράτο» και θα καταστεί τουρκικός «δορυφόρος».

Με δεδομένο το αντιτουρκικό κλίμα που επικρατεί στην Ευρώπη λόγω της κατάρρευσης του δημοκρατικού προσωπείου του Ερντογάν, όπως διαφαίνεται και από το πρόσφατο ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ενδεχόμενη προσάρτηση των Κατεχομένων θα συνεπάγεται προσάρτηση ευρωπαϊκού εδάφους που θα επιφέρει την οριστική ρήξη όχι μόνο στην ενταξιακή προοπτική της Τουρκίας αλλά και στο σύνολο των τουρκοευρωπαϊκών σχέσεων, καθιστώντας εφικτή την επιβολή διπλωματικών, πολιτικών και οικονομικών κυρώσεων εναντίον της Τουρκίας όπως ακριβώς έγινε κατά της Ρωσίας μετά την προσάρτηση της Κριμαίας το 2014.

Σε περίπτωση δε που τα φιλοτουρκικά κράτη της ΕΕ (όσα θα έχουν απομείνει) αποτολμήσουν να εμποδίσουν την επιβολή κυρώσεων κατά της Τουρκίας, τότε η Ελλάδα και η Κύπρος δεν θα έχουν άλλη επιλογή από το να ασκήσουν βέτο στην ανανέωση των κυρώσεων που έχει επιβάλλει η ΕΕ στη Ρωσία, απαιτώντας την ανάλογη αλληλεγγύη από όλους.

Αυτό είναι ένα ιδιαιτέρως αποτελεσματικό επιχείρημα έναντι παραδοσιακά φιλοτουρκικών κρατών όπως οι Βαλτικές χώρες και η Πολωνία.

Σ’ αυτήν την προσπάθεια Ελλάδα και Κύπρος –που θα έχει πλέον απελευθερωθεί από τη μάστιγα του ανανισμού– θα έχουν σημαντικό αριθμό και άλλων κρατών μελών που είτε δεν αποδέχθηκαν να στηρίξουν την ανεξαρτησία του Κοσόβου, λόγω των δικών τους εθνοτικών προβλημάτων και δεν θα στηρίξουν μια τόσο ξεδιάντροπη προσάρτηση εδαφών, από μια εξω-ευρωπαϊκή χώρα υπέρ μιας εθνοτικής/θρησκευτικής μειονότητας (Ρουμανία, Σλοβακία, Ισπανία) είτε θα βρουν την ευκαιρία να τιμωρήσουν τον Ερντογάν για την αλαζονική του συμπεριφορά, επιβεβαιώνοντας την πάγια αντιτουρκική τους στάση, όπως η Αυστρία, η Ουγγαρία και ενδεχομένως η Μάλτα.

Οι Τουρκοκύπριοι θα έρθουν μπροστά στο δίλημμα οριστικής απώλειας της ευρωπαϊκής τους διεξόδου, και ενδέχεται να αντιδράσουν είτε μποϊκοτάροντας το δημοψήφισμα, μέσω μαζικής αποχής, είτε ψηφίζοντας εναντίον με συνέπεια το αποτέλεσμα να είναι οριακό υπέρ της προσάρτησης με επιπτώσεις στην εσωτερική ευστάθεια του ψευδοκράτους.

Σε κάθε περίπτωση, η απελευθερωμένη από τη μάστιγα του ανανισμού Λευκωσία θα πρέπει να προειδοποιήσει τους Τουρκοκύπριους ότι σε περίπτωση που περάσει το δημοψήφισμα της προσάρτησης, όλα τα τουρκοκυπριακά διαβατήρια όσων δεν διαβιούν ήδη στις ελεύθερες περιοχές έως την 31/12/16 θα ακυρωθούν, και η Κυπριακή Δημοκρατία θα μετατραπεί και de jure στο δεύτερο ελληνικό κράτος-μέλος της ΕΕ. Η προσάρτηση έχει γίνει de facto από το 1983 και επεκτείνεται συνεχώς σε οικονομικό και πληθυσμιακό επίπεδο λόγω του εποικισμού επειδή η κατευναστική πολιτική των τελευταίων 9 τουλάχιστον ετών έχει προσθέσει μηδενικό κόστος στην Τουρκία και έχει συναινέσει είτε λόγω δράσης, είτε λόγω αδράνειας στην αναβάθμιση των Κατεχομένων σε διεθνές επίπεδο σε σημείο που ο ηγέτης του ψευδοκράτους να επισκέπτεται την ηγεσία του Ευρωκοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής χωρίς την παραμικρή διαμαρτυρία από την ελληνοκυπριακή πλευρά.

Κόκκινες γραμμές στο κεφάλαιο εγγυήσεων και ασφάλειας
Πρέπει να υπάρξουν κόκκινες γραμμές και στο κεφάλαιο των εγγυήσεων και της ασφάλειας. Μερικές από αυτές θα μπορούσαν να είναι:

Κατάργηση παντός είδους επεμβατικών δικαιωμάτων της Τουρκίας στη νήσο.

Οι συνθήκες Συμμαχίας και Εγγυήσεων δεν μετεξελίσσονται, δεν επιμερίζονται ώστε να αφορούν μόνο τους τουρκοκύπριους και δεν παρατείνονται ούτε ένα λεπτό μετά την επικύρωση της λύσης στα Δημοψηφίσματα.

Αποσύνδεση Δημοψηφισμάτων από Επικύρωση/Έναρξη Εφαρμογής της Συμφωνίας.

Ακόμη και αν εγκριθεί από τα χωριστά δημοψηφίσματα η Νέα Κατάσταση Πραγμάτων, που προνοεί η Συμφωνία Λύσης η κατάσταση δεν μπορεί να τεθεί σε ισχύ εφόσον εντός 9-12 μηνών:

  • Δεν αποχωρήσει το σύνολο των κατοχικών δυνάμεων από τη Νήσο μαζί με τον οπλισμό τους και κατά τρόπο που να μπορεί να επαληθευτεί από διεθνείς οργανισμούς.
  • Δεν διαγραφούν τα χρέη του ψευδοκράτους προς την Τουρκία και η Τουρκία δεν αναλάβει μέρος της χρηματοδότησης της λύσης.
  • Δεν επιστρέψει στην Τουρκία ο πλεονάζον αριθμός των Εποίκων.
  • Δεν επικυρωθεί η Συμφωνία από την Τουρκική Εθνοσυνέλευση βάσει του άρθρου 80 του ισχύοντος τουρκικού Συντάγματος.
  • Δεν επιστραφούν τα εδάφη που θα συμφωνηθούν υπό τον de jure έλεγχο των Ελληνοκυπρίων.

ΡΗΤΡΑ ΔΙΑΦΥΓΗΣ: Σε περίπτωση που παρέλθει η συμφωνηθείσα χρονική διορία και οι ανωτέρω προϋποθέσεις δεν έχουν τηρηθεί από πλευράς Τουρκίας, τότε τα αποτελέσματα των δημοψηφισμάτων ακυρώνονται και επιστρέφουμε αυτοδικαίως στην προτεραία κατάσταση πραγμάτων, δηλαδή, στο status quo praesens.

Επιπρόσθετες κόκκινες γραμμές

  • Επιστροφή της Μόρφου στους νόμιμους κατοίκους, πλήρης επιστροφή Μορφιτών και εκκένωση των Εποίκων.
  • Κατάργηση τουρκοκυπριακού βέτο σε σειρά πολιτειακών οργάνων και ελληνοκυπριακή αριθμητική πλειοψηφία στο Ανώτατο Δικαστήριο χωρίς «νικώσα» ψήφο ξένου δικαστή.
  • Άρνηση συμπερίληψης στη λίστα των συμφωνιών που θα δεσμεύσουν τη μελλοντική Ομόσπονδη Κύπρο των παράνομων διεθνών «συμβάσεων» του Ψευδοκράτους με την Τουρκία και ιδίως των «συμφωνιών» ΑΟΖ του 2012.