Μάρκος Τρούλης
29 Δεκέμβριος 2016, 09:03

«Μισός Τούρκος»

Ο τίτλος του παρόντος κειμένου αναφέρεται σε μια ιστορία η οποία επαναλαμβάνεται κάθε φορά που επισκέπτομαι την Τουρκία. Είμαι βέβαιος ότι πολλοί θα την έχουν επίσης βιώσει – και όχι μόνο Έλληνες. Συμβαίνει συχνά να με ρωτούν Τούρκοι –είτε καθηγητές πανεπιστημίου είτε ακόμη και οδοκαθαριστές– από πού είμαι.

Όταν τους απαντώ ότι είμαι Έλληνας, μου ανταπαντούν χαμογελώντας «άρα είσαι μισός Τούρκος». Τις περισσότερες φορές η απόκρισή μου είναι «και εσύ είσαι μισός Έλληνας», και τότε γίνονται... «Τούρκοι»!

Θυμήθηκα τη συγκεκριμένη επαναλαμβανόμενη στιχομυθία, καθώς πρόσφατα την περιέγραφα σε φοιτητές προερχόμενους (μεταξύ άλλων) από τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, τη Βοσνία, την Αλβανία και την Τουρκία. Όλοι –πλην φυσικά της Τουρκάλας φοιτήτριας– απάντησαν ακαριαία ότι έχουν παρόμοια εμπειρία επισκεπτόμενοι την Τουρκία και θεωρούμενοι ως «μισοί Τούρκοι». Για την ιστορία, η Τουρκάλα φοιτήτρια ήταν ιδιαίτερα ανοιχτόμυαλος άνθρωπος, κατακεραυνώνοντας τις πολιτικές καταπίεσης των Κούρδων, και συμφωνώντας ότι όντως ο εθνικισμός είναι ένα ανησυχητικά και ραγδαία αναπτυσσόμενο φαινόμενο στη χώρα της.

Ωστόσο, ποιος είναι ο κανόνας; Αρκεί να αναφέρω το σχόλιο Τούρκου καθηγητή και συμβούλου της κυβέρνησης του Κόμματος της Δικαιοσύνης και της Ανάπτυξης όταν επισκέφτηκα για πρώτη φορά την Τουρκία: «Πως είναι δυνατόν να έρχεσαι για πρώτη φορά; Αφού πλέον τα περισσότερα αεροπλάνα που ταξιδεύουν στο εξωτερικό από την Αθήνα χρησιμοποιούν ως ενδιάμεσο σταθμό (transit) την Κωνσταντινούπολη». Προφανώς ψευδόταν, με αφορμή τη δυναμική ανάπτυξη της Turkish Airlines κατά τα τελευταία χρόνια.

Όμως μικρή σημασία έχει, τόσο για τον ίδιο –ο οποίος ικανοποιείται επιδεικνύοντας την ανωτερότητα της χώρας του– όσο και για όσους από εμάς επιθυμούμε να αναλύσουμε την κατάσταση στη γείτονα χώρα.

Ο δεσποτισμός και η κάθετη αντίληψη περί των κοινωνικών, των ενδοοικογενειακών, των διακρατικών και οιωνδήποτε άλλων σχέσεων αποτελεί οθωμανικό κεκτημένο νομιμοποιημένο μέσω της ισλαμικής θρησκείας και της γενικότερης παράδοσης της Ανατολής. Οι Τούρκοι θεωρούν τους εαυτούς τους κληρονόμους της αυτοκρατορίας, και σε αυτό το πλαίσιο ιδιοκτήτες –τρόπον τινά– της περιφέρειας, ενώ αυτό τεκμηριώνεται στη σκέψη τους μόνο υπό όρους αίματος και βιολογίας. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός, άλλωστε, ότι η ανωτερότητα σε όλα τα επίπεδα (σ.σ.: της οικογένειας ή ακόμη και του πολέμου) εκφράζεται και διατρανώνεται μέσω της σεξιστικής ατίμωσης και της ανάλογης βίας.

Οι Τούρκοι δεν θα μπορούσαν να υποστηρίξουν μέσα τους οιαδήποτε σκέψη ανωτερότητας ή ηγεμονισμού αν δεν προσέθεταν πρώτα ότι ο κατώτερος αποτελεί έναν οιονεί γενίτσαρο. Το πλέον ανησυχητικό είναι ότι η εν λόγω επιχειρηματολογία διαπερνά το σύνολο των κοινωνικών, πολιτικών, οικονομικών και μορφωτικών στρωμάτων της χώρας. Είναι αυτή που ενορχήστρωσε το πογκρόμ του 1955 μαζί με τόσα άλλα εναντίον των Ελλήνων της Πόλης. Είναι η ίδια που έχει αποτελέσει το νομιμοποιητικό πλαίσιο των σφαγών εναντίον των Αρμενίων, της καταπίεσης των Αλεβιτών, καθώς και τόσων άλλων ετεροτήτων εντός της Τουρκίας.

Είναι αυτή που παρωθεί τους κατασταλτικούς μηχανισμούς να προβαίνουν σε γενοκτονικές πρακτικές εις βάρος των Κούρδων εδώ και περίπου έναν αιώνα.

Στον 21ο αιώνα θα ανέμενε κανείς την εξάλειψη τέτοιων φαινομένων. Όμως, στην Τουρκία του Ερντογάν, επανέρχονται καταιγιστικότερα από ποτέ. Οι Κούρδοι κατηγορούνται από τον Τούρκο πρόεδρο για οτιδήποτε συμβαίνει στη χώρα, με τους εκπροσώπους τους στο Κοινοβούλιο να φυλακίζονται και τις ένοπλες δυνάμεις να υλοποιούν επιδρομές εναντίον αμάχων στα νοτιοανατολικά.

Οι Τούρκοι δεν πρόκειται ποτέ να αποδεχθούν την ύπαρξη άλλης διακριτής εθνότητας εντός της χώρας τους. Είναι εγγενές πρόβλημα, αποτελεί κληρονομιά αιώνων οθωμανικής δεσποτείας, και γι’ αυτόν το λόγο θα μιλάμε συνεχώς –όπως έγραψε πρόσφατα ο Σάββας Καλεντερίδης– για έναν «φαύλο κύκλο» αίματος και βίας. Μάλιστα, οι συνέπειες αυτής της λογικής διαπερνούν το εσωτερικό και προεκτείνονται σε όλα τα πρώην οθωμανικά εδάφη στα Βαλκάνια και στη Μέση Ανατολή, καθώς και σε περιοχές όπως ο Καύκασος και η κεντρική Ασία, οι οποίες δεν τέθηκαν ποτέ υπό τη δεσποτεία της Υψηλής Πύλης.