Νίκος Κωνσταντινίδης
2 Ιανουαρίου 2017, 09:03

«Αισχρόν εστί σιγάν, της Ελλάδος πάσης αδικουμένης»

«Δεν με τρομάζει η κακία των ολίγων αλλά η σιωπή των πολλών» έλεγε ο αγωνιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των μαύρων της Αμερικής, ο Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ, λίγο προτού δολοφονηθεί, το 1968, σε ηλικία 39 ετών, στη Μέμφιδα του Τενεσί. Όντως, η σιωπή δεν είναι πάντοτε χρυσός. Και κυρίως όταν συνδέεται με συμπεριφορές κατακριτέες.

Το ν’ αποδέχεσαι την αδικία είναι χειρότερο από το ν’ αδικείς, πίστευαν οι σοφοί πρόγονοί μας.

Η σιωπή απέναντι στο κακό δεν το μειώνει, αλλά το γιγαντώνει. Όπου η κοινωνία των πολιτών εκφυλίζεται σε κοινωνία των κολλητών, όπου η αναξιοκρατία ακυρώνει την αξιοκρατία, κι εσύ σωπαίνεις, σημαίνει πως κάτι ανάλογο περιμένεις. Η σιωπή σε ζητήματα αδικίας δεν αποτελεί παράδειγμα ευγένειας. Δεν δείχνει απόθεμα ψυχικής γενναιοδωρίας, αλλά δηλώνει στάση αδιαφορίας και δειλίας.

Όταν κάποιος –ας πούμε– με βαθμό απολυτηρίου 13 παίρνει τη θέση εκείνου που έχει 19, κι εσύ ως πολίτης, συνδικαλιστής ή εκπαιδευτικός δεν μιλάς, τότε κινδυνεύει η Ελλάς. Όταν τα ανά την επικράτεια πολιτικά γραφεία, κοινώς ρουσφετάδικα, υποκαθιστούν τους θεσμούς κι εσύ δεν μιλάς, ενθαρρύνεις με τη σιωπή σου την αναξιοκρατία. Καλός πολίτης δεν είναι ο άφωνος ή αδιάφορος πολίτης, αλλά αυτός που μπορεί την οποιαδήποτε στιγμή, το μεγάλο ναι ή το μεγάλο όχι να λέει.

Ο Πιλάτος πέρασε στην ιστορία ως ένας άνθρωπος με καθαρά χέρια, αλλά και με βρόμικη συνείδηση, γιατί έστειλε τον Χριστό στο σταυρό χωρίς να πάρει θέση να Τον υπερασπιστεί.

Στο έργο Ιππής ο Αριστοφάνης ασκεί δριμεία κριτική ενάντια στον δημοφιλή πολιτικό αρχηγό της εποχής του, τον Κλέωνα. Ο μεν Αριστοφάνης βραβεύεται, αλλά και ο Κλέων επανεκλέγεται. Αυτό θα πει δημοκρατία. Ο λαός εκλέγει τον Κλέωνα αλλά ταυτόχρονα όχι μόνον επιτρέπει στον Αριστοφάνη να του ασκεί κριτική, αλλά τον επιβραβεύει κιόλας. Αυτό φυσικά δεν θα γινόταν ποτέ, από τη στιγμή που τα βραβεία θα ενέπιπταν στην αρμοδιότητα κάποιου υπουργείου...

Όταν μέσα στην ψυχή της κοινωνίας δεν υπάρχει η δική σου ψυχή, όταν στο κοινό της όραμα δεν υπάρχει το δικό σου, τότε το συλλογικό «οράν», γίνεται «όναρ» σε αναγραμματισμό για σένα.

Ο νέος που νιώθει ότι ζει σ’ έναν κόσμο που δεν είναι ο κόσμος του, σε μια πατρίδα που την αισθάνεται σαν μητριά και βλέπει μέσα σ’ αυτήν τον εαυτό του ως ένα αποπαίδι, στην πατρίδα αυτή τίποτα δεν τον κρατά.

Η Κνιδία Αφροδίτη, έργο του Πραξιτέλη, ήταν ένα άγαλμα ξεχωριστής ομορφιάς. Λέγεται ότι ο βασιλιάς της Βιθυνίας Νικόδημος πρότεινε στους Κνιδίους να τους χαρίσει όλο το δημόσιο χρέος της πόλης τους, αρκεί να του το δίνανε. Οι Κνίδιοι όμως αρνήθηκαν. Προτίμησαν να δουλέψουν σκληρά, για πολλά χρόνια, παρά να στερηθούν το συγκεκριμένο άγαλμα, που απεικόνιζε την εταίρα Φρύνη. Πόσοι άραγε θα νοιάζονταν σήμερα για ένα άγαλμα μιας εταίρας, τη στιγμή που δεν σέβονται καν τα αγάλματα των θεών τους;

Όπου υπάρχει απαξίωση αρχών, ηθών και θεσμών, όπου οι συλλογικοί στόχοι υποχωρούν στους ατομικούς, εκεί η κοινωνία δεν είναι καθολική αλλά ατομική, με αποτέλεσμα η ατομικότητα σκοτώνει την ανθρωπινότητα.

Όπου ο καθείς μπροστά στο άδικο σιωπά, εκεί η κοινωνία δεν πάει μπροστά γιατί από πλευράς κρίσης και κριτικής είναι ευνουχισμένη, θυμίζοντάς μας τα λόγια του Δαβίδ: «Στόμα έχουσι και ου λαλήσουσιν, οφθαλμούς έχουσι και ουκ όψονται».

Τα κόμματα της σημερινής Ελλάδας μοιάζουν με Ανώνυμες Εταιρίες, όπου ο κάθε εταίρος ενδιαφέρεται για τη δική του μετοχή και για το δικό του κέρδος, αδιαφορώντας αν η εταιρία συνολικά πάει καλά. Μέσα σ’ αυτό το πολιτικό αλαλούμ οι Σκοπιανοί διεκδικούν το όνομά μας, οι Αλβανοί στραβοκοιτάνε προς την Ήπειρο, και οι Τούρκοι «γκριζάρουν» το Αιγαίο διεκδικώντας πολλά από τα νησιά μας.

Η ρήση του Δημοσθένη «Αισχρόν εστί σιγάν, της πατρίδος πάσης αδικουμένης», είναι επίκαιρη τώρα όσο ποτέ άλλοτε.