Μάρκος Τρούλης
22 Δεκεμβρίου 2016, 09:02

Ενδημικό το πρόβλημα της Τουρκίας

Το πρώτο πράγμα που οφείλουμε να συγκρατήσουμε από την πρόσφατη δολοφονία του Ρώσου πρέσβη στην Άγκυρα, είναι η ιδιότητα του δολοφόνου. Ήταν αστυνομικός, που σημαίνει κρατικός υπάλληλος, που στην περίπτωση της Τουρκίας τυγχάνει να συντάσσεται με το κυβερνών ισλαμιστικό κόμμα (σ.σ. ο όρος «ισλαμιστικό» χρησιμοποιείται εσκεμμένα αντί του όρου «ισλαμικό»).

Αστυνομικός ενός κράτους μέλους του ΝΑΤΟ και υποψήφιου για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Αστυνομικός μιας χώρας με μουσουλμανικό πληθυσμό, αλλά πολίτευμα κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, συνδυασμός ο οποίος συνέθετε το περίφημο «τουρκικό μοντέλο». Αστυνομικός μιας Τουρκίας η οποία έχει θεωρηθεί, επί δεκαετίες, το στρατηγικό προπύργιο της Δύσης, το κράτος-εμπροσθοφυλακή. Αστυνομικός ο οποίος μίλησε, τα δευτερόλεπτα μετά την τέλεση της πράξης του, κατά τις επιταγές του Τζιχάντ και σε συνάρτηση με τη ρητορική του Ισλαμικού Κράτους.

Τι άλλο πρέπει να συμβεί για να καταλάβουμε ότι δεν υπάρχει γυρισμός για την Τουρκία; Ο Κεμάλ προσπάθησε να εκδυτικίσει τον πληθυσμό και να εκκοσμικεύσει τις πολιτειακές δομές. Οι προσπάθειες αυτές είχαν ως συνέπεια τη δημιουργία μιας ελίτ επιβαλλόμενης εκ των άνω. Ωστόσο, η πραγματική εκκοσμίκευση και ο πραγματικός εκδυτικισμός δεν ήρθαν ποτέ.

Κάθε φορά που δινόταν λίγος χώρος στους ανθρώπους να εκφραστούν, οι απαντήσεις ήταν υποστηρικτικές προς την ισλαμοποίηση. Κατ’ αντιστοιχία, κάθε φορά η απάντηση του καθεστώτος ήταν καταπίεση και εκφοβισμός.

Πρώτα ο Μεντερές, έπειτα οι ταραχές της δεκαετίας του 1970, ο Οζάλ, και πιο πρόσφατα ο Ερμπακάν. Ο μοναδικός ο οποίος κατάφερε να νικήσει(;) τη στρατογραφειοκρατία είναι ο Ερντογάν, καθώς εφάρμοσε ένα σχέδιο άλωσης εκ των έσω με την αρχική φιλοκεμαλική ρητορική του, και εκμεταλλεύτηκε την πλήρη ανυπαρξία σημαντικών στελεχών και συνεκτικής πολιτικής γραμμής από πλευράς του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος.

Όλα αυτά στο επίπεδο της εναλλαγής της εξουσίας, όπως προαναφέρθηκε. Στο επίπεδο της ανθρωπολογίας, υπάρχει ενδημικά το απόλυτο ισλαμικό μωσαϊκό ετεροτήτων υπό την έννοια του –κατά τη Δύση– εθνικού ετεροπροσδιορισμού. Στο επίπεδο της θρησκευτικής υπόστασης, η πληθυσμιακή ομάδα των σουνιτών είναι μεγάλη και συμπαγής. Δεν αναφερόμαστε φυσικά στους Κούρδους, οι οποίοι ετεροπροσδιορίζονται εθνικά, ούτε στους Αλεβίτες που ανήκουν σε διαφορετικό δόγμα.

Ο όποιος ανθρωπολογικός πυρήνας της Τουρκίας συναπαρτίζεται από μερικές δεκάδες εκατομμύρια σουνίτες, οι οποίοι κατά κανόνα αισθάνονται πιο άνετα με τους τζιχαντιστές παρά με τους Ευρωπαίους «δυνητικούς εταίρους».

Δεν είναι όλοι Τούρκοι, και μερικοί εξ αυτών το γνωρίζουν. Εντούτοις, είναι άνθρωποι που έχουν παρεισφρήσει στον κρατικό μηχανισμό και αισθάνονται πιο οικεία από ποτέ με τη χώρα τους, αποθεώνοντας τον Ερντογάν στην εξουσία. Η συντριπτική πλειοψηφία χρησιμοποιεί την εθνικιστική ρητορική, αλλά αυτή δεν είναι παρά το επικάλυμμα της βαθιάς πεποίθησής τους ότι δεν θέλουν να έχουν σχέση με τη Δύση. Στην περίπτωσή τους, ο εθνικισμός ούτε σχετίζεται με αξίωση ελευθερίας ούτε ορίζεται στη βάση των κοινών παραδόσεων, της κοινής γλώσσας και της κοινής συνείδησης. Σε έναν κόσμο εθνών-κρατών, ο εθνικισμός γι’ αυτούς είναι ο δίαυλος έκφρασης του θρησκευτικού φανατισμού τους, ο οποίος ενισχύεται και εμπεδώνεται μέσω καθ’ εαυτής της ιδιοσυστασίας του Ισλάμ.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το περιστατικό της δολοφονίας του Ρώσου πρέσβη περιπλέκει πολύ τα πράγματα, επαναφέροντας το κλίμα καχυποψίας στις ρωσοτουρκικές σχέσεις. Πολλοί λέμε και γράφουμε ότι η Τουρκία είναι πλέον ένα «τρελό τρένο», το οποίο οδηγείται ανεξέλεγκτο σε τοίχο. Γνωρίζαμε ότι η πορεία είναι προδιαγεγραμμένη και τώρα μαθαίνουμε ότι δεν υπάρχει και φρένο. Πέρα από τις παλινωδίες της κυβέρνησης του AKP, διαπιστώνεται ότι έχουν καταρρεύσει και οι όποιοι εσωτερικοί μηχανισμοί (checks and balances) οι οποίοι θα διατηρούσαν συνεκτικό και λειτουργικό τον κρατικό μηχανισμό ειδικά ενόψει των γεγονότων που ακολουθούν.