Θεόφιλος Πουταχίδης
13 Δεκεμβρίου 2016, 09:06

Η ακαταμάχητη ξεδιαντροπιά

Λένε κάποιοι πως η κρίση που ζούμε έχει και τα θετικά της. Οι δυσκολίες λέει που βιώνουμε θα μας κάνουν καλύτερους ανθρώπους. Ίσως και να ’χουν δίκιο. Μέχρι στιγμής, πάντως, τέτοιο πράγμα να συμβαίνει εγώ δεν το βλέπω... Αυτό που διαπιστώνω είναι ότι ναι μεν οι καλές ψυχούλες γίνονται καλύτερες, αλλά από την άλλη οι κακοί γίνονται χειρότεροι. Όμως, κι οι περισσότεροι από αυτούς που είναι στο μεταίχμιο, μάλλον προς το χειρότερο ρέπουν.

Είναι όμως η διαπίστωσή μου αντικειμενική, ή πέφτω θύμα ενός φαινομένου ανάλογου με αυτό που διέπει το λεγόμενο χάσμα των γενεών;

Το συνηθίζουν, ειδικά οι μεγαλύτεροι στην ηλικία, να λένε πως τα πράγματα τον καιρό της νιότης τους ήταν με κάποιον τρόπο πιο αγνά και πιο ηθικά. Προσωπικά, γι’ αυτό που είμαι απόλυτα σίγουρος είναι πως όταν ήμουν νεότερος οι ντομάτες είχαν γεύση, ενώ τώρα δεν έχουν. Αλλά αφήνοντας τα ζαρζαβατικά κατά μέρος, για τα πιο σοβαρά ζητήματα, όπως αυτά της ηθικής της κοινωνίας, έχω επιφυλάξεις.

Δεν ξέρω δηλαδή αν πραγματικά τα ήθη του λαού εκπίπτουν όλο και περισσότερο από τη μια γενιά στην άλλη. Ίσως εμείς οι ίδιοι να το βλέπουμε έτσι και να συγκρίνουμε ανόμοια πράγματα. Δηλαδή, να συγκρίνουμε τον κοινωνικό μας περίγυρο ιδωμένο στη μια περίπτωση με την αθωότητα της νιότης μας και στην άλλη με την εμπειρία, την αντίληψη και την καχυποψία της ωριμότητας.

Όπως και να ’χει, τα πράγματα σε αυτό το ζήτημα δεν μπορεί να είναι άσπρο ή μαύρο.

Με κάθε επιφύλαξη λοιπόν θα σας πω την εντύπωση που έχω προσωπικά για το πώς και το πού μου φαίνεται πως χειροτέρεψαν τα πράγματα τα τελευταία χρόνια στο γενικότερο ήθος της κοινωνίας μας. Και πάλι δεν θα μπορέσω με βεβαιότητα να ξεκαθαρίσω ποια είναι «η κότα» και ποιο «το αυγό». Αν δηλαδή αυτά τα φαινόμενα εκφυλισμού συνέβαλλαν στη δημιουργία της οικονομικής κρίσης ή προέρχονται από αυτήν.

Μάλλον ισχύουν και τα δύο ταυτόχρονα, όπως σε κάθε κλασικό φαινόμενο φαύλου κύκλου. Το έλλειμα του ήθους προκάλεσε την κατάρρευση του κράτους. Τώρα, μέσα στις συνθήκες της μασκαρεμένης κοινωνικής ζούγκλας που ζούμε, τα ήθη εξαχρειώνονται προοδευτικά όλο και περισσότερο. Κυρίως αναφέρομαι στο επαγγελματικό ήθος και στην ηθική που διέπει τις ανθρώπινες καθημερινές μας σχέσεις.

Όπου και να γυρίσω τα μάτια μου τον τελευταίο καιρό, βλέπω το τρίπτυχο συμφεροντολογισμός-φθόνος-έριδα να θριαμβεύει.

Παντού μέσα στις οικογένειες, στις παρέες και στα επαγγελματικά περιβάλλοντα.

Η φτώχεια συνεχώς αυξάνεται και το κράτος συμπεριφέρεται άδικα, ανέντιμα και χωρίς σεβασμό στους πολίτες. Ακυρώνει τις συμφωνίες ζωής που έκανε μαζί τους, επικαλούμενο λόγους ανωτέρας βίας. Κι αυτό το κάνει ανερμάτιστα, άδικα, ανοργάνωτα κι αιφνιδιαστικά, συνεχώς. Μέσα σε ένα πλέγμα απολύτως ανόητης πολυνομίας, γραφειοκρατίας, και ενός συστήματος απονομής δικαιοσύνης στα όρια της κατάρρευσης, ο πολίτης είναι πρακτικά αδύνατο να βρει το δίκιο του.

Εμπεδώνεται λοιπόν υφέρποντας στη συνείδηση των πολιτών το γεγονός ότι ζούμε σε συνθήκες ζούγκλας. Θέλει μεγάλη δύναμη σε αυτές τις συνθήκες ο καθένας να σταθεί στο ύψος του και να κρατήσει τις αρχές του. Όποιος το καταφέρει υποφέρει και στερείται, αλλά γίνεται καλύτερος και βγαίνει δυναμωμένος πνευματικά και ψυχικά. Είναι δοκιμασία και απαιτεί μεγάλη θυσία από τον ίδιο και την οικογένεια του. Θέλει αταλάντευτη πίστη στα λόγια του Κυρίου.

«Μη ουν μεριμνήσητε λέγοντες, τι φάγωμεν ή τι πίωμεν ή τι περιβαλώμεθα [...] ζητείτε δε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού· και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν».

Πόσοι όμως μπορούν να το καταφέρουν αυτό; Οι περισσότεροι τις συνθήκες της ζούγκλας τις βλέπουν σαν άλλοθι για να κυνηγήσουν αλύπητα το συμφέρον τους. Να δουλέψουν δηλαδή λιγότερο, και να κερδίσουν όπως να ’ναι περισσότερα. Το αίσθημα της αδικίας από τη μεριά της πολιτείας μετριάζει ή και ακυρώνει τον έλεγχο της συνείδησης. «Αφού το κράτος με αδικεί, δικαιούμαι κι εγώ να κάνω το οτιδήποτε». Στη ζούγκλα δεν υπάρχουν κανόνες...

Από την άλλη, οι ίδιες συνθήκες πυροδοτούν τα αισθήματα του σιχαμερού φθόνου. Η γνωστή... «κατσίκα του γείτονα» δεν έχει καμιά τύχη... Καταλήγει στο πιάτο του κάθε φθονερού τύπου που σε έβαλε στο μάτι. Όσο ικανότερος είσαι, τόσο χειρότερα.

Ο λεγόμενος διωγμός των αρίστων ίσχυε παλαιότερα. Τώρα δεν μιλάμε για απλό διωγμό, αλλά για πραγματική προσπάθεια εξόντωσης.

Είναι να μην μπλέξεις... Οι κανόνες και οι νόμοι όχι απλώς δεν σε προστατεύουν, αλλά γίνονται κι εργαλείο στα χέρια αυτών που σε καταδιώκουν, αφού αυτοί μπορούν να τους στρεβλώνουν και να τους ερμηνεύουν με όποιον παντελώς ηλίθιο τρόπο το επιθυμούν. Σε αυτές τις συνθήκες τις ασυδοσίας η σιχαμερή έριδα χορεύει τον τρελό χορό της καταστροφής.

Αυτό που μου κάνει τη μεγαλύτερη εντύπωση πάντως –και σίγουρα διαφέρει από παλιότερα– είναι η ξεδιαντροπιά. Δεν τηρούνται πια ούτε καν τα προσχήματα. Πώς να αντιμετωπίσεις κάποιον που έχει συνειδητά απεμπολήσει την αξιοπρέπειά του και δεν ντρέπεται στο παραμικρό; Τον φτύνεις κι αυτός χαζογελάει κουτοπόνηρα λέγοντας από μέσα του «όσο και να φτύνεις, την παρτίδα την κερδίζω εγώ και το ξέρεις...»

Μήπως να αφήσουμε το φτύσιμο και να πιάσουμε τις ντομάτες; Αφού έτσι κι αλλιώς οι περισσότερες για πέταμα είναι...