Νίκος Κωνσταντινίδης
12 Δεκέμβριος 2016, 09:06

«Δυστυχισμένε μου λαέ, καλέ και ηγαπημένε...»

Οι δείχτες του παλιού ρολογιού αγκομαχούν στον τοίχο. Η ζωή έγινε σκληρή και για τ’ άψυχα. Οι ερπύστριες του κακού τσαλαπατούν και τα στερνά όνειρα στην οδό Ελπίδας. Η ηθική φθορά φαίνεται συχνά στην καθημερινότητα του Έλληνα.

Φτώχεια, ανεργία, πείνα, είναι τα αυθεντικά πρόσωπα που κυκλοφορούν στους δρόμους της μιζέριας. «Όταν η συμφορά συμφέρει, λογάριαζε την για πόρνη», λέει ο Ελύτης. Πάνω στη μία συμφορά χτίζεται η άλλη που ταπεινώνει κι αποξενώνει τον άνθρωπο από τον ίδιο του εαυτό. Και τότε σκάβω μέσα μου βαθιά να βρω ποιος είμαι, να δω τι έμεινε από ό,τι πίστεψα, έκλαψα κι έθαψα. Κουράστηκα να προσποιούμαι ότι πλέον δεν καταλαβαίνω.

«Να λυπάστε το έθνος που δεν υπερηφανεύεται παρά μόνο μέσα στα συντρίμμια του… Να λυπάστε το έθνος που οι σοφοί του σώπασαν με τα χρόνια και οι δυνατοί του άντρες είναι ακόμα βρέφη», λέει ο Λιβανέζος ποιητής και φιλόσοφος Χαλίλ Γκιμπράν.

Να λυπάστε –συμπληρώνω– την πατρίδα που οι πολιτικοί της δεν είναι πατριώτες αλλά παρτάκηδες. Να λυπάστε το λαό που υπομένει τα πάντα χωρίς να βγάζει άχνα. Οι μέρες που θα έρθουν, θα είναι πιο δύσκολες. Τα λόγια του Θουκυδίδη, με τα οποία συνόψισε την πορεία της Αθηναϊκής Πολιτείας προς την καταστροφή, «Των οικιών ημών εμπιπραμένων ημείς άδομεν» (τα σπίτια μας καίγονται κι εμείς τραγουδάμε), παραμένουν επίκαιρα.

Κι αλλού πάλι ο βαθυστόχαστος ιστορικός λέει: «Ό τε δήμος μη μαλακίζηται» (ο λαός να μην είναι μαλθακός).

Είναι σημαντικό σε τούτες τις στιγμές να θυμόμαστε πως αν δεν υπήρχε ο Λεωνίδας, δεν θα υπήρχαν και οι Θερμοπύλες. Γιατί θα ήταν απλά ένα στενωπό πέρασμα και τίποτε άλλο. Ότι οι Μαραθώνες έχτισαν τους Παρθενώνες. Και πως την ιστορία δεν την γράφει ο τόπος, αλλά ο άνθρωπος. Στο ποτάμι δεν πνίγεται αυτός που πέφτει αλλά αυτός που βουλιάζει – αυτός που το πέλαγος το μετατρέπει σε τέναγος.

Πες μου λοιπόν, σύντροφε από τα παλιά, πώς μπορείς να ανεχτείς μια τέτοια εξαπάτηση; Πώς μπορείς να αρνηθείς την ψυχή σου; Να ξεχάσεις την ιστορία σου; Τι σε κρατά σ’ ένα σύστημα που όλα τα έχει παραδώσει; Αν ήταν να κάνουμε τα ίδια, ας το αφήναμε στους άλλους. Τουλάχιστον έτσι θα σώζαμε την ελπίδα. Τώρα κι αυτήν την προδώσαμε, ενισχύοντας την άποψη ότι τίποτα στον τόπο αυτό δεν αλλάζει.

Εφτά χρόνια μιλάμε για μια εθνική πολιτική, που την υπαγορεύουν οι εταίροι μας σε συνεργασία με τα κοράκια του ΔΝΤ. Ρωτώ λοιπόν: Υπάρχει έστω κι ένας που να μην ξέρει ότι σε κάθε διαπραγμάτευση το δίκιο το ορίζει ο ισχυρός; Δεν είναι αυτή η αλήθεια από την εποχή του Αισώπου;

Είδες ποτέ σου σε μια αψιμαχία ανάμεσα σε αρνί και λύκο, το δίκαιο να είναι με το αρνί; Σου λέει τίποτα η ρήση του Αριστοτέλη ότι η «δικαιοσύνη λυσιτελεί τω έχοντι»;

Την πολιτική, καλύτερα από τις λέξεις, την διδάσκουν οι πράξεις. Το σημαντικό δεν είναι πώς να ερμηνεύσουμε την πραγματικότητα, αλλά πώς να την αλλάξουμε. Κάθε μέρα που περνά, πάμε από το κακό στο χειρότερο. Όλα τα προσωρινά μέτρα έγιναν μόνιμα. Κάτι πήγε να γίνει με τα τέλη κυκλοφορίας, αλλά ούτε κι αυτό ευδοκίμησε!

Είναι η ώρα της αφύπνισης. Η ώρα της συσπείρωσης και της δράσης. Το πρώτο που πρέπει να κάνουμε είναι να μάθουμε να μιλάμε με εκείνον που δεν μας χωρίζει τίποτα. Με εκείνον που μοιραζόμαστε τα ίδια ράντζα στα νοσοκομεία. Που πάνε τα παιδιά μας στα ίδια σχολεία. Εδώ που φθάσαμε, το μέλλον της πατρίδας μας το ορίζουν οι ξένοι. Οι δικοί μας φροντίζουν έτσι ώστε να ικανοποιούνται τα θέλω τους. Αν δεν αλλάξει αυτό, ο λόγος του Σολωμού «Δυστυχισμένε μου λαέ, καλέ και ηγαπημένε, πάντοτ’ ευκολοπίστευτε και πάντα προδομένε» θα μένει πάντοτε επίκαιρος…