Μάρκος Τρούλης
1 Δεκεμβρίου 2016, 09:04

Ο Νταβούτογλου έφυγε, το «στρατηγικό βάθος» έμεινε

Ουδείς γνωρίζει τις πραγματικές αιτίες της απομάκρυνσης του Αχμέτ Νταβούτογλου από την πρωθυπουργία της Τουρκίας, ενός ανθρώπου ο οποίος υπήρξε ο ιθύνων νους επί θεμάτων εξωτερικής –αλλά και εσωτερικής– πολιτικής του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης. Ωστόσο, διαπιστώνεται ότι η επιστημονική-επιστημονικοφανής πρότασή του για την ανάληψη θέσης ηγέτιδας δύναμης στην περιφέρεια από την Τουρκία παραμένει πιο επίκαιρη από ποτέ.

Η ανάλυση του έργου του Νταβούτογλου συνεισφέρει στην προσέγγιση και στην κατανόηση των τωρινών πεπραγμένων και ρητορικών σχημάτων του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Η συνεισφορά του δεν έγκειται στη διατύπωση ενός νέου οράματος, δηλαδή μιας νέας στρατηγικής σκοποθεσίας, αλλά στην ανασυγκρότηση του προϋπάρχοντος νεοοθωμανικού προτάγματος και στη διατύπωση μιας πρότασης πολιτικής η οποία συγκροτεί και συστηματοποιεί το μαξιμαλιστικό περιεχόμενο της τουρκικής υψηλής στρατηγικής σε ρεαλιστικότερη βάση. Αυτός ακριβώς ο νεοοθωμανισμός ενώνει νοητά τον Οζάλ με τον Ερμπακάν και τον Νταβούτογλου χωρίς, φυσικά, να αφήνει εκτός της αλυσίδας τον Ερντογάν.

Το Ισλάμ και οι επικλήσεις στις κοινές θρησκευτικές καταβολές είναι αναπόσπαστα μέρη της νταβουτόγλειας πρότασης περί «Στρατηγικού Βάθους». Άλλωστε, ο Νταβούτογλου υπογραμμίζει στα έργα του την έννοια του Tawhid, σύμφωνα με την οποία υφίσταται ενότητα της θρησκευτικής πίστης με την «αλήθεια της ζωής», σε αντίθεση με τη Δυτική χριστιανική αντίληψη περί «τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ».

Κατ’ επέκταση, η λογική της εκκοσμίκευσης περί διαχωρισμού της δημόσιας από την ιδιωτική σφαίρα και της πολιτικής εξουσίας από τη θρησκευτική πίστη δεν δύναται να βρει απήχηση και εν τοις πράγμασι δεν έχει βρει απήχηση στον μουσουλμανικό κόσμο – και εν προκειμένω στην Τουρκία. Τα εν λόγω συμπεράσματα εξάγονται σε πολιτικό φιλοσοφικό επίπεδο στο έργο του Εναλλακτικές κοσμοθεωρίες: Η επίδραση της ισλαμικής και της Δυτικής κοσμοθεωρίας στην πολιτική θεωρία, και εν συνεχεία επηρεάζουν καθοριστικά την εξαγωγή της πολιτικοστρατηγικής πρότασής του στο βιβλίο Το στρατηγικό βάθος: Η διεθνής θέση της Τουρκίας.

Αναπτύσσει την επιχειρηματολογία του στη βάση της ταυτοτικής πραγματικότητας της Ανατολής (ανθρωπολογία, Ισλάμ, μη μοντερνιστικές κοσμοθεωρίες), μη παραμελώντας, την ίδια στιγμή, Δυτικής προέλευσης επιστήμες ή πολιτικά-στρατηγικά εργαλεία, όπως επί παραδείγματι η σύγχρονη διεθνολογία, η στρατηγική σκέψη και η γεωπολιτική-γεωοικονομία. Το συγκεκριμένο στοιχείο αποτελεί μια μετάβαση στη διαμόρφωση της τουρκικής στρατηγικής κουλτούρας, καθώς αυτή συνυφαινόταν ψυχροπολεμικά με τη μονομερή σύμπλευση με την Ατλαντική Συμμαχία και, φυσικά, τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η συγκεκριμένη επιλογή συμβάλλει σε αυτό που αναφέρει ο ίδιος ως προσπάθεια άρσης της «αποξένωσης ή ακόμη και της αποκοπής ως ένα βαθμό της Τουρκίας από την κουλτούρα, την πολιτική και τις εσωτερικές ισορροπίες της Ανατολής».

Το τέλος της αποξένωσης, στο μυαλό πολλών καλοπροαίρετων αναλυτών, σημαίνει την άνθηση των πολιτισμικών σχέσεων, του εμπορίου και της οικονομικής συνεργασίας της Άγκυρας με τα κράτη του μουσουλμανικού κόσμου. Στο μυαλό του Οζάλ και προσφάτως του Ερντογάν σημαίνει επιβολή και δημιουργία μιας σχέσης σε καμία περίπτωση επί ίσοις όροις. Μία σχέση στην οποία «τα προβλήματα θα μηδενίζονται» επειδή η Τουρκία θα ηγεμονεύει.

Κατά τις προετοιμασίες έναρξης του Πολέμου του Κόλπου, ο Τουργκούτ Οζάλ ζητούσε την αμερικανική άδεια για την ανάπτυξη τουρκικών δυνάμεων στο βόρειο Ιράκ. Στην εξέλιξη του συριακού εμφυλίου, ο Ερντογάν ζητά πάλι την αμερικανική συναίνεση για ανάληψη δράσης στη βόρεια Συρία. Κοινός άξονας των δύο γεγονότων είναι η ηγεμονική αντίληψη της Τουρκίας, και κοινός στόχος η εξολόθρευση των Κούρδων. Στο τελευταίο, άλλωστε, συνηγορούν οι επιχειρησιακές κινήσεις των τουρκικών δυνάμεων.

Αν κάποιος δει επισταμένα τις κατά καιρούς δηλώσεις του Ερντογάν, θα αντιληφθεί ότι στηρίζει την επιχειρηματολογία του και νομιμοποιεί τις αξιώσεις του υπό το πρίσμα των γλωσσικών, ιστορικών, θρησκευτικών, πολιτισμικών, και εντέλει οθωμανικών δεσμών της Τουρκίας με τις γειτονικές περιφέρειές της. Η νταβουτόγλεια πρόταση του «Στρατηγικού Βάθους» έγκειται ακριβώς στο πως οι προαναφερθέντες δεσμοί μετατρέπονται –και οφείλουν να μετατραπούν– σε στρατηγικά συμφέροντα που νομιμοποιούν τη διείσδυση της Τουρκίας σε αυτά τα εδάφη τα οποία, μάλιστα, δεν είναι απαραιτήτως πρώην οθωμανικά.