Μάρκος Τρούλης
17 Νοεμβρίου 2016, 09:06

Αμερικανικές εκλογές: Προς αναζήτηση μιας νέας παγκόσμιας ισορροπίας

Τις τελευταίες ημέρες ακούγονται και γράφονται πολλά αναφορικά με την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ. Η μόνη αλήθεια είναι ότι ουδείς γνωρίζει τα μελλούμενα και ουδείς δύναται να πει με βεβαιότητα αν ο Τραμπ εφαρμόσει την τάδε ή τη δείνα γραμμή εξωτερικής πολιτικής.

Ουδείς, επίσης, γνωρίζει το βαθμό που ο εκάστοτε Πρόεδρος των ΗΠΑ μπορεί να διαμορφώσει τη στρατηγική συμπεριφορά της χώρας του, μιας και η παραγωγή εναλλακτικών σχεδίων στα δωμάτια του Πενταγώνου ή οι ομάδες πίεσης ή τα τυχαία γεγονότα πάντοτε διαδραματίζουν τον δικό τους ρόλο.

Ορισμένοι αναφέρονται στους Έλληνες του Προέδρου, οι οποίοι θα γίνουν προσωπάρχες, υπουργοί Εξωτερικών, δεξιά χέρια κ.ο.κ. Ας μην αυταπατάται κανείς: Βασική προϋπόθεση για κάποιον να φτάσει στα υψηλά κλιμάκια διαμόρφωσης της αμερικανικής στρατηγικής είναι να σκέπτεται, να συμβουλεύει και να αποφασίζει με άξονα τα αμερικανικά συμφέροντα. Αν η Ελλάδα δεν καταφέρει να συγκλίνει τα συμφέροντά της με τα αμερικανικά και αν δεν παρουσιαστεί ως ένας αξιόπιστος και ισχυρός εταίρος στην περιοχή, η αμερικανική «συμπαράσταση» θα παραμένει όνειρο θερινής νυκτός.

Δεν υποστηρίζω ότι αυτό οφείλει να κάνει απαραίτητα η Ελλάδα. Υποστηρίζω ότι η προσέγγιση του αμερικανικού παράγοντα, εφόσον είναι επιθυμητή, θα είναι εφικτή μόνο με αυτόν τον τρόπο.

Σε επίπεδο υψηλής στρατηγικής, ο Τραμπ έχει αναφερθεί στην αναγκαιότητα μετακύλισης του βάρους από την Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή προς τον Ειρηνικό. Σε μια τέτοια περίπτωση, θα είναι εκπληκτικό πόσοι θα νοσταλγήσουν τους «φονιάδες των λαών». Η αμερικανική παρουσία στη μεταπολεμική Ευρώπη έχει εξασφαλίσει μια σταθερότητα πολλών δεκαετιών, η οποία θα ήταν ανέφικτη αν οι Ευρωπαίοι αφήνονταν μόνοι να επιλύσουν τις διαφορές τους – δίχως, δηλαδή, την παρουσία του «ηγεμονικού σταθεροποιητή». Αυτή είναι μια υπόθεση εργασίας η οποία έχει επανειλημμένα επαληθευτεί με άξονα τη δυναμική του λεγόμενου «γερμανικού ζητήματος», τα γαλλικά διλήμματα ασφαλείας, τις ρωσικές αξιώσεις ισχύος, τις βρετανικές στρατηγικές προτεραιότητες μη πολιτικής ενοποίησης του ηπειρωτικού χώρου της Ευρώπης και τους επιμέρους αλυτρωτισμούς των υπολοίπων δευτερευουσών δυνάμεων.

Ο νέος Πρόεδρος των ΗΠΑ, λοιπόν, βρίσκεται ενώπιον ενός δυσεπίλυτου προβλήματος: πώς θα αναδιατάξει τις αμερικανικές προτεραιότητες σε πλανητικό επίπεδο δίχως να διαταράξει την ισορροπία ισχύος σε γεωοικονομικά και γεωπολιτικά κρίσιμες ζώνες του πλανήτη. Με άλλα λόγια, πώς θα αναπροσαρμόσει την αμερικανική υψηλή στρατηγική χωρίς να προκαλέσει δυναμικές αντισυσπειρώσεων στα σημεία όπου θα εστιάσει το ενδιαφέρον του, και ταυτόχρονα χωρίς να δημιουργήσει παράθυρα ευκαιρίας στους ανταγωνιστές του στα σημεία όπου θα περιορίσει –όχι αποσύρει– το ενδιαφέρον του.

Το μόνο βέβαιο είναι ότι έχει κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι από την εποχή αμέσως μετά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου όταν προτείνονταν στρατηγικές διαρκούς μεγιστοποίησης της ισχύος στην Ανατολική Ευρώπη, στην Κεντρική Ασία και αλλού, με ορατό τον κίνδυνο της υπερεξάπλωσης και της τελικής νέμεσης. Νέες δυνάμεις έχουν αναδυθεί ως έστω σημαντικοί περιφερειακοί δρώντες, ενώ και η Ρωσία ανέκαμψε σχετικά γρήγορα ώστε να μπορεί να προστατεύει το λεγόμενο «εγγύς εξωτερικό» της. Παράλληλα, η πλανητική παρουσία των ΗΠΑ και οι ειλημμένες στρατηγικές δεσμεύσεις της δεν επιτρέπουν ενδεχόμενη επιστροφή σε έναν απομονωτισμό 19ου αιώνα.

Γι’ αυτούς τους λόγους, οι κινήσεις του Τραμπ θα είναι λιγότερο θεαματικές από όσο νομίζουμε.

Κατά συνέπεια, η Ελλάδα οφείλει να προσαρμόσει, στο προσεχές διάστημα, την εξωτερική πολιτική της με βάση τους αμερικανικούς ελιγμούς όσο αυτοί θα εκτυλίσσονται και εφόσον εκτυλίσσονται. Οφείλει να επικοινωνήσει τη γεωπολιτική αξία της, να βρει τους κατάλληλους συμμάχους και να αποδείξει ότι μπορεί να αποτελέσει τον πυλώνα μιας ενδεχόμενης «νέας ισορροπίας» στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων και της Ανατολικής Μεσογείου.