Μάρκος Τρούλης
10 Νοεμβρίου 2016, 09:03

Τα εφαλτήρια του νεοοθωμανισμού και το ζήτημα της αντίληψης

Έκπληκτοι δηλώνουν πολλοί αναλυτές στην Ελλάδα και στον κόσμο με τη συμπεριφορά του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Πώς μπορεί να αμφισβητεί διεθνείς συνθήκες; Πώς είναι δυνατόν να διακηρύττει ότι δεν τον ενδιαφέρει να τον αποκαλούν «δικτάτορα»; Από πού αντλεί τη νομιμοποιητική βάση να φυλακίζει και να διώκει πολιτικούς αντιπάλους και να εφαρμόζει γενοκτονικές πολιτικές εναντίον εθνοτήτων, όπως οι Κούρδοι;

Δυστυχώς για τη σταθερότητα στην περιοχή, αυτός είναι ο νεοοθωμανισμός.

Αποτελεί τη μετουσίωση της συμπόρευσης του τουρκικού εθνικισμού με το Ισλάμ ιδιαιτέρως μετά το πραξικόπημα της 12ης Σεπτεμβρίου 1980 και τη διακήρυξη της τουρκο-ισλαμικής σύνθεσης. Είναι ένα ιδεολογικό μίγμα το οποίο οριζόταν και ορίζεται από τον πολυδιάστατο χαρακτήρα του, και ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο νομιμοποιεί τους υποστηρικτές του να μιλούν για τα πάντα και να οικειοποιούνται οτιδήποτε εμπίπτει στον ευρύ ορισμό τους. Είναι ένα δόγμα με ηγεμονικό πρόσημο.

Το πρώτο, λοιπόν, εφαλτήριο του νεοοθωμανισμού είναι η εσωτερική δομή της Τουρκίας. Ο αείμνηστος Νεοκλής Σαρρής έγραφε ότι όσο η Τουρκία διατηρεί τις οσμανικές δομές της, θα συνεχίσει να έχει την ίδια –οσμανική– συμπεριφορά. Αυτό σημαίνει ότι η προσκόλληση της τουρκικής γραφειοκρατίας σε μια κρατική ιδεολογία, η οποία εκπορεύεται από τους στόχους και τις αξιώσεις μιας αυτοκρατορίας, διαπλάθει αναλόγως τη στρατηγική συμπεριφορά της σύγχρονης Τουρκίας.

Άλλωστε, αυτό δεν το αρνείται ούτε ο Αχμέτ Νταβούτογλου αναφερόμενος στο αυτοκρατορικό παρελθόν, το οποίο διαθέτουν μόνο οκτώ κράτη ανά τον κόσμο – μεταξύ των οποίων και η Τουρκία.

Δεύτερο εφαλτήριο είναι η επιτακτική ανάγκη της ομογενοποίησης του εσωτερικού, όπως αυτή προέκυψε ιδιαίτερα μετά την αναζωπύρωση του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα των Κούρδων. Όπως αναφέρθηκε, ο νεοοθωμανισμός εμπεριέχει σύντονα τη ρητορεία περί εθνικής και θρησκευτικής ταυτότητας. Το Ισλάμ, συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, ήρθε να ενώσει τις κεντρόφυγες τάσεις και να εντάξει τους Κούρδους στο τουρκικό κράτος. Προφανώς αποτυχημένα, όπως διαφαίνεται από τις εκατόμβες του συνεχιζόμενου πολέμου στα νοτιοανατολικά της Τουρκίας.

Το τρίτο σημαντικό εφαλτήριο αφορά το διεθνές επίπεδο, και ειδικότερα την περιφερειακή ισορροπία ισχύος. Η λήξη του Ψυχρού Πολέμου προκάλεσε έκσταση στην ηγεσία της γείτονος, καθώς βρήκε την Τουρκία ενώπιον ενός παραθύρου ευκαιρίας στον Καύκασο και στην Κεντρική Ασία. «Άνοιξαν οι ιερές πύλες για το τουρκικό έθνος» έλεγε ο Οζάλ, θεωρώντας τουρκογενείς τεράστιες πληθυσμιακές μάζες του πρώην σοβιετικού χώρου, που περιβάλλει την Κασπία. Εκτός αυτού, κατέρρευσε το γειτονικό Ιράκ του Σαντάμ Χουσεΐν μετά τον Πόλεμο του Κόλπου, το Ιράν εξερχόταν από έναν πολυετή πόλεμο με τη Βαγδάτη περιθωριοποιημένο από τη διεθνή κοινότητα, ενώ και η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας επέτρεψε τη χάραξη μιας αμιγώς πλέον νεοοθωμανικής πολιτικής στα Βαλκάνια.

Τελευταίο εφαλτήριο είναι η σημαντική αύξηση των συντελεστών ισχύος. Η οικονομική ανάπτυξη φέρνει τη φρενήρη στρατιωτική ισχυροποίηση, και μαζί τη μεγιστοποίηση των αξιώσεων ισχύος. Η κάμψη της συριακής ισχύος και τα συνεχιζόμενα αποτελέσματα της κρίσης στην Ελλάδα έχουν εμπεδώσει στην Άγκυρα την αντίληψη ότι αποτελεί τον αδιαφιλονίκητο δυνητικό ηγεμόνα της περιοχής.

Ο νεοοθωμανισμός, έτσι, δείχνει να δικαιώνεται και να αποκτά πραγματική βάση.

Σίγουρα είναι αδύνατο να αναλυθεί μέσα σε λίγες γραμμές γιατί η παραπάνω αντίληψη είναι λανθασμένη. Αξίζει, εντούτοις, να επισημανθούν ορισμένα ζητήματα. Πρώτον, ο ορθολογικός δρων δεν έχει πάντα δίκιο. Η ορθολογική εκτίμηση και η συνεπαγόμενη διαμορφωθείσα αντίληψη επαφίεται σε αστοχίες, παρερμηνείες ή και ιστορικές και θρησκευτικές εμμονές – ιδιαιτέρως όταν αναφερόμαστε στο χώρο της Ανατολής. Με βάση τα παραπάνω, λοιπόν, πιθανόν να υπάρχουν ψήγματα ορθολογικής εκτίμησης, αλλά τούτο δεν συνεπάγεται απαραίτητα την ορθότητα της εκτίμησης. Ο ορθολογισμός δεν είναι παρά η συνεκτίμηση του κόστους και του οφέλους, αλλά τούτο δύναται να επιβαρυνθεί από τη δυναμική των αντισυσπειρώσεων στην περιφέρεια ή και την αδυναμία κατανόησης των προτεραιοτήτων και των ορίων των Μεγάλων Δυνάμεων.

Δεύτερον, η Τουρκία έχει στηρίξει διαχρονικά την επιβίωσή της στη συμμαχική σύμπραξή της με τις ΗΠΑ και το Βορειοατλαντικό Σύμφωνο. Εξάλλου, η μεταπολεμική σοβιετική απειλή ήταν αυτή που έστρεψε τη στρατογραφειοκρατική ελίτ στην επιλογή της διάρρηξης του κεμαλικού δόγματος της ουδετερότητας και στη συμμετοχή στο ΝΑΤΟ. Η λανθασμένη εκτίμηση των δυνατοτήτων και η πρόωρη χαλάρωση του συμμαχικού δεσμού δύνανται να εκθέσουν την Άγκυρα πρόωρα και απαράσκευα σε απειλές. Η προσήλωση στον ισχυρό σύμμαχο, όπως και η εμπέδωση ότι τα συμφέροντα συγκλίνουν με τα δικά του, είναι αυστηρές προϋποθέσεις για τη βέλτιστη διαχείριση των διλημμάτων ασφαλείας.

Κάτι τέτοιο, η Τουρκία δείχνει να το έχει απωλέσει κατά τα τελευταία έτη.

Τρίτον, η εξάρτηση έχει όρια. Η άποψη ότι η μεγάλη οικονομική αλληλεξάρτηση Τουρκίας-Ρωσίας θα αποσοβήσει κάθε πιθανότητα επιδείνωσης των σχέσεων έχει απαντηθεί πλειστάκις σε επίπεδο θεωρίας. Η αλληλεξάρτηση πρέπει να εξετάζεται με βάση το περιεχόμενό της, τη σκοπιμότητά της και τη διαθεσιμότητα εναλλακτικών επιλογών για κάθε δρώντα. Για παράδειγμα, η Τουρκία είναι μονομερώς εξαρτημένη από τη Ρωσία από το φυσικό αέριο, καθώς η χρήση του είναι διευρυμένη σε κρίσιμους τομείς της οικονομίας. Από την άλλη πλευρά, η Ρωσία εξάγει μεγάλες ποσότητες, αποκομίζοντας τα ανάλογα έσοδα, προς μεγαλύτερες και ασφαλέστερες –για την ίδια– αγορές, όπως η ΕΕ και η Κίνα. Επιπλέον, οι πολιτικοστρατηγικές προτεραιότητες πάντοτε υπερσκελίζουν το πρόσκαιρο κέρδος, καθότι οι πρώτες συνδέονται με το μακροχρόνιο οικονομικό όφελος.

Εν κατακλείδι, ο νεοοθωμανισμός μετουσιώνεται επί τη βάσει ορισμένων σταθερών ευκαιριών και προκλήσεων για την Τουρκία. Ως ιδεολογικό σχήμα, δεν παρέχει έναν «στρατηγικό οδικό χάρτη». Αυτός είναι μια υποχρέωση της πολιτικής ηγεσίας και εν προκειμένω του Ερντογάν, ο οποίος συνεκτιμά και προχωρά στα ανάλογα βήματα. Με την παρουσία ποιοτικής ηγεσίας, το διακύβευμα για την Ελλάδα είναι να εντοπίσει τις λανθασμένες εκτιμήσεις και να τις εκμεταλλευτεί.