Μάρκος Τρούλης
3 Νοεμβρίου 2016, 09:03

Αναζητώντας ψήγματα αξιοπιστίας

«Οι λήπτες των αποφάσεων πιστεύουν ότι οι απειλές και οι υποσχέσεις είναι αξιόπιστες όταν (και μόνο τότε) υποστηρίζονται από επαρκή ισχύ και υπηρετούν διακριτά συμφέροντα» αναφέρει ο Ντάριλ Πρες στο βιβλίο του περί «Μέτρησης της Αξιοπιστίας» (Calculating credibility). Ο ορισμός, βέβαια, αναφέρεται στον απειλούντα και όχι στον απειλούμενο, που εν προκειμένω είναι η Ελλάδα. Ωστόσο, μια αποτελεσματική αποτρεπτική στρατηγική εκ μέρους του απειλούμενου δεν εμπεριέχει, επίσης, την έννοια της απειλής; Δεν αποτελεί ένα κατ’ ουσία μίγμα «ανταπειλής»; Δεν θα επεκταθώ ιδιαίτερα στις δυνατότητες και στα περιθώρια εφαρμογής μιας αποτελεσματικής αποτρεπτικής στρατηγικής εκ μέρους της Ελλάδας, μιας και αυτά έχουν ήδη αναλυθεί –εδώ και δεκαετίες– από καλύτερους και εμπειρότερους.

Μάλλον μάταια, ως φαίνεται εκ της σημερινής κατάστασης με την ουσιαστική ανυπαρξία –ούτε καν αποτυχία– ελληνικής υψηλής στρατηγικής.

Η υψηλή στρατηγική κατανοείται ως ο συγκερασμός των σκοπών και των μέσων και η τελική ορθολογική παραγωγή μιας συγκροτημένης κρατικής θεωρίας. Έτσι, η υψηλή στρατηγική αναφέρεται στο σύνολο των ιδεών το οποίο διατάσσει τους στόχους και τα εθνικά συμφέροντα, καθώς και στο σύνολο των μέσων τα οποία διατίθενται. Η Ελλάδα, λοιπόν, οφείλει να έχει, να ξέρει τι θέλει και να ξέρει πώς θα χρησιμοποιήσει αυτό που έχει για να επιτύχει αυτό που θέλει.

Όσον αφορά το ζήτημα των συντελεστών, είναι ξεκάθαρο ότι η θέση της Ελλάδας στην περιφερειακή κατανομή ισχύος έχει υποστεί καθίζηση. Η μακρά οικονομική κρίση δεν έχει επιτρέψει στη χώρα μας να παρακολουθήσει την Τουρκία σε επίπεδο εξοπλιστικών προγραμμάτων με την ίδια συνέπεια με την οποία την παρακολουθούσε παλαιότερα. Βέβαια, υπάρχει πάντοτε το φρόνημα και ο βαθμός της εσωτερικής ομοιογένειας, που είναι στοιχεία μη μετρήσιμα αλλά καθοριστικά.

Αναφορικά με το σκέλος των διακηρυγμένων σκοπών, οι ευθύνες της πολιτικής ηγεσίας είναι ξεκάθαρες. Οι ευθύνες για την οικονομική κρίση μπορούν να μετακυλίονται από κυβέρνηση σε κυβέρνηση, αλλά η απροθυμία χάραξης μιας αξιόπιστης στρατηγικής έχει ονοματεπώνυμα.

Η εύρεση μιας πυξίδας και η επίδειξη αποφασιστικότητας μπορούν να γίνουν ανέξοδα και άμεσα.

Η Ελλάδα διαθέτει –προς το παρόν, και μέχρι η ισορροπία να διαταραχθεί πλήρως– αρκετή αποτρεπτική ισχύ. Διαθέτει στρατιωτικά μέσα, αλλά και διπλωματικό κεφάλαιο κυρίως λόγω των αντισυσπειρώσεων τις οποίες έχει προκαλέσει η Τουρκία στο περιφερειακό υποσύστημά της. Η διατάραξη της ισορροπίας ισχύος με ενδεχόμενη περαιτέρω ισχυροποίηση εις βάρος της Ελλάδας κινητοποιεί αντανακλαστικά των ανταγωνιστών της. Έτσι, η ισχύς της Ελλάδας τείνει να είναι η απροθυμία συναίνεσης των μεγάλων δυνάμεων στην τουρκική ισχυροποίηση.

Κάτι τέτοιο, ωστόσο, σημαίνει ότι η Ελλάδα αφήνεται έρμαιο στις αποφάσεις και τη βούληση άλλων. Θα είναι ετερόφωτη όπως υπήρξε και σε πολλές άλλες φάσεις της ιστορίας της. Το ζήτημα είναι πώς θα καταστεί πολύτιμη στα μάτια πολύτιμων στρατηγικών εταίρων, κι αυτό θα προκύψει μέσω της καθημερινής καλλιέργειας της εικόνας ενός αξιόπιστου δρώντα, ενός αξιόπιστου συμμάχου και ενός αξιόπιστου αντιπάλου.

Η εικόνα της φοβικής και κατευναστικής Ελλάδας χωρίς στόχους και προσανατολισμό δεν αποτελεί φιλειρηνική πρόταση.

Αντιθέτως, είναι μια πρόταση η οποία μαθηματικά οδηγεί στην αύξηση των εντάσεων και στην κλιμάκωση των προκλήσεων. Ο καθένας πλέον γνωρίζει και αντιλαμβάνεται ότι οι ηγεμονικές δυνάμεις, όπως είναι η Τουρκία του Ερντογάν, πρέπει να αλυσοδένονται πριν σηκωθούν από την καρέκλα.