Θεόφιλος Πουταχίδης
11 Οκτωβρίου 2016, 09:03

Σκληρόν σοι προς κέντρα λακτίζειν

Πόσο σημαντική είναι στη ζωή η εμπειρία!... Όπως λέγανε κι οι αρχαίοι μας πρόγονοι, «η μεν εμπειρία τέχνην εποίησεν, η δ’ απειρία τύχην» και «δεινόν εστίν η μη εμπειρία». Ένα μεγάλο κομμάτι της εμπειρίας μας, λοιπόν, το κερδίζουμε κάνοντας λάθη, αφού κανένας μας δεν είναι αλάνθαστος.

Και είναι μια σχολή σκέψης που λέει πως ο άνθρωπος πρέπει να πάθει για να μάθει. Άσ’ τον, λέει, να σπάσει τα μούτρα του, αλλιώς δεν μαθαίνει...

Αναγνωρίζω την αλήθεια σε αυτήν τη θέση. Αλλά δεν μπορώ να συμφωνήσω πλήρως. Αλίμονο αν έπρεπε να παθαίνουμε συνέχεια στη ζωή, για να μαθαίνουμε.

Χρήσιμα τα λάθη και διδακτικά, δεν λέω... Και για να λέμε την αλήθεια, έτσι κι αλλιώς, αναπόφευκτα. Όταν όμως καταφέρνουμε κι αποφεύγουμε μερικά, αυτό που κερδίζουμε τελικά είναι ο χρόνος. Γιατί το χρόνο που χάνουμε εξαιτίας τους, κανένας δεν θα μας τον δώσει πίσω. Κι αυτή είναι μια απώλεια στην περίπτωση που τα λάθη διορθώνονται. Γιατί υπάρχουν και τα άλλα, που δεν διορθώνονται...

Γι’ αυτό νομίζω πως είναι σοφό να προσπαθούμε να κερδίσουμε από τις εμπειρίες και τα λάθη των άλλων. Θα πρέπει να ρουφάμε σαν σφουγγάρια τη γνώση γύρω μας, όπου την βρούμε.

Από τις ζωές των άλλων, από την ιστορία, από τα βιβλία, από το θέατρο και τον κινηματογράφο, από τη φύση, από παντού... Θα πρέπει να ανοίγουμε τα αυτιά μας καλά-καλά όταν κανένας σπουδαίος άνθρωπος –στα έργα, όχι στα λόγια– μιλά και δίνει συμβουλές. Για να το καταλάβουμε αυτό καλύτερα, ας σκαρώσουμε μια παραβολή... Την παραβολή «του έμπειρου και του άπειρου οδοιπόρου». Και ας την εξετάσουμε στη συνέχεια, για να βγούμε ωφελημένοι.

Είναι λοιπόν κάποιος μπροστά σ’ ένα σταυροδρόμι. Δύο είναι οι δρόμοι και δεν ξέρει ποιον πρέπει να πάρει. Διαλέγει στο τέλος τον έναν. Κακοτράχαλος ο δρόμος, δύσκολος, με ανηφόρες κι αγκάθια. Χωρίς νερό στη διαδρομή πουθενά. Και στο τέλος αδιέξοδο. Ένας γκρεμός απότομος και τίποτε άλλο.

Δώσ’ του, λοιπόν, πάλι πίσω. Μια τρύπα στο νερό, κι ο χρόνος σ’ αυτό το πέρα-δώθε χαμένος για πάντα. Μόλις φτάνει κουρασμένος, κάθιδρος, σκονισμένος και μες στα νεύρα στο σταυροδρόμι από όπου ξεκίνησε, βλέπει έναν άλλο οδοιπόρο μπροστά στο ίδιο δίλημμα: «ποιον δρόμο να πάρω».

Ας δούμε λοιπόν όλα τα ενδεχόμενα αυτής της συνάντησης ένα προς ένα...

Πιστεύετε πως ο άπειρος οδοιπόρος θα ρωτήσει στα σίγουρα τον έμπειρο για οδηγίες; («Από πού έρχεσαι αδερφέ;», «Τι έχει ο δρόμος που πήρες παρακάτω;») Μην είστε καθόλου σίγουροι... Οι μισοί και παραπάνω δεν ρωτάνε. Άλλοι από μια περίεργη σιγουριά για τον εαυτό τους και τις δυνάμεις τους, άλλοι γιατί ντρέπονται, άλλοι γιατί φοβούνται να πιάσουν κουβέντα μ’ έναν άγνωστο κι αγριεμένο (καταπώς φαίνεται) διαβάτη. Άλλοι γιατί είναι καχύποπτοι και βάζουν στο μυαλό τους χίλια δυο πράγματα για τον απέναντι. Κι άλλοι γιατί με κάποιον απροσδιόριστο τρόπο δεν είναι και τόσο κοινωνικοί...

Από την άλλη είναι κι ο έμπειρος οδοιπόρος. Πιστεύετε πως όλοι οι έμπειροι θα σπεύσουν να πληροφορήσουν τον ανυποψίαστο τύπο που απαντούν στο σταυροδρόμι; Και σε αυτήν την περίπτωση μην είστε σίγουροι... Οι μισοί και παραπάνω δεν θα το κάνουν. Άλλοι από κακία («άσ’ τον να πάθει ό,τι έπαθα κι εγώ»), άλλοι από αδιαφορία, άλλοι από άποψη – όλοι πρέπει να παθαίνουν, για να μάθουν.

Κι άλλοι, τέλος, γιατί βαρέθηκαν να πηγαίνουν να κάνουν το καλό και να ακούνε τα «και ποιος σε ρώτησε εσένα;», «κι εσύ τι είσαι, εξυπνάκιας;», «και τι λόγος σου πέφτει εσένα;», «ποιος νομίζεις πως είσαι ρε ξερόλα;» και τα παρόμοια...

Ποιος λοιπόν βγαίνει κερδισμένος στο παράδειγμά μας; Και πότε ο κάθε οδοιπόρος λειτουργεί σωστά και όπως πρέπει; Ο άπειρος που ρωτάει κάνει το σωστό. Γιατί οι πιθανότητες να κερδίσει κάτι ρωτώντας υπάρχουν. Ενώ όταν δεν ρωτά, είναι ανύπαρκτες. Ο έμπειρος που σπεύδει να ενημερώσει κάνει το σωστό. Κι ας ακούσει λόγια από πάνω... δεν πειράζει. Να τον λένε πως είναι εξυπνάκιας κι εγωιστής, ενώ είναι ακριβώς το αντίθετο. Είναι όπως μας θέλει ο Κύριος, αθώος σαν παιδί. Σπεύδει με την καθαρότητα ενός μικρού παιδιού να μοιραστεί τη σοκολάτα του (την πολύτιμή του γνώση) με το άλλο παιδάκι δίπλα του...

Υπάρχει, βέβαια, κι άλλο ενδεχόμενο, πιο τραγικό. Ας πούμε πως ο έμπειρος ενημερώνει (είτε επειδή ρωτήθηκε, είτε χωρίς να ερωτηθεί). Αμφιβάλλετε πως οι μισοί άπειροι οδοιπόροι θα τον αγνοήσουν; Εγώ θα τα καταφέρω εκεί που αυτός απέτυχε. Κάτι δεν πρόσεξε ο ανόητος... Ενώ εγώ είμαι τσακάλι... εγώ.. εγώ...

Τι τέρας κι αυτός ο εγωισμός... Τότε είναι που έρχεται ο Κύριος, όπως στον Σαούλ (τον μετέπειτα Απόστολο Παύλο). Για να μας πει κι εμάς με στοργή και με λίγη από αυτήν τη γλυκιά ειρωνεία με την οποία μιλάμε καμμιά φορά στα πολύ μωρά: «τι κάνεις εκεί βρε χαζούλι;».

«Σκληρόν σοι προς κέντρα λακτίζειν». Σε ποιον πας κόντρα βρε παιδί μου... Τον εαυτό σου μόνο σακατεύεις, τίποτε άλλο δεν κάνεις.

Φταίει λοιπόν ο Θεός που μας παιδαγωγεί σ’ αυτές τις περιπτώσεις; Όταν ούτε κι από τα λάθη των άλλων ούτε κι απ’ τα δικά μας διδασκόμαστε;