4 Οκτώβριος 2016, 08:54 - Τελευταία Ενημέρωση: 4 Οκτώβριος 2016, 09:16

Ξενοφοβία, ρατσισμός και ρητορική μίσους στη Βρετανία

  • Ξενοφοβία, ρατσισμός και ρητορική μίσους στη Βρετανία
    (Φωτ.: ΕΡΑ / Marion Tryer)

Αύξηση της ρητορικής μίσους και της ρατσιστικής βίας κατέγραψε το Συμβούλιο της Ευρώπης μετά το Brexit στο Ηνωμένο Βασίλειο. Σε έκθεσή της η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά του Ρατσισμού και της Μισαλλοδοξίας (ECRI) υπογραμμίζει τη «μισαλλόδοξη φύση πολλών πολιτικών λόγων» που επικεντρώνονται «ιδιαίτερα στη μετανάστευση». Πέραν των «μηνυμάτων μισαλλοδοξίας» του αντιμεταναστευτικού και ευρωφοβικού Κόμματος Ανεξαρτησίας του Ηνωμένου Βασιλείου (UKIP), η έκθεση υπενθυμίζει δηλώσεις τις οποίες είχε κάνει ο τέως πρωθυπουργός της Βρετανίας Ντέιβιντ Κάμερον.

Στην έκθεση διατυπώνεται επίσης η εκτίμηση ότι οι Βρετανοί μουσουλμάνοι «παρουσιάζονται με αρνητικό τρόπο» από ορισμένους πολιτικούς στη Βρετανία.

Στο επίκεντρο οι μουσουλμάνοι
Ο λόγος μίσους συνεχίζει να είναι «πολύ σοβαρό πρόβλημα στον λαϊκό Τύπο», τις βρετανικές ταμπλόιντ εφημερίδες. Οι «εκφράσεις μίσους στο διαδίκτυο με στόχο κυρίως τους μουσουλμάνους δεν σταματούν να πολλαπλασιάζονται από το 2013», αναφέρει η ECRI στην έκθεσή της, έκτασης 91 σελίδων, η οποία εξετάζει την κατάσταση στο ΗΒ μέχρι και την 17η Μαρτίου 2016.

Στην πέμπτη έκθεσή της για το ΗΒ, η ECRI υπενθυμίζει ότι «ένας ιδιαίτερα αυξημένος αριθμός επεισοδίων ρατσιστικού χαρακτήρα» καταγράφηκε το 2013. Επισημαίνει ειδικά την «αύξηση των βιαιοτήτων εναντίον των μουσουλμάνων, καθώς και το νέο ρεκόρ αντισημιτικών επεισοδίων την επόμενη χρονιά».

Η έκθεση κάνει 23 συστάσεις στη βρετανική κυβέρνηση, ενώ καλεί «όλα τα πολιτικά κόμματα να αντιταχθούν σθεναρά στον μισαλλόδοξο λόγο».

Η ECRI καλεί τα κόμματα στη Βρετανία να «δώσουν οδηγίες στους εκπροσώπους τους να απόσχουν από κάθε μειωτικό σχόλιο για ομάδες ανθρώπων λόγω της φυλής τους, της θρησκείας τους, της εθνικότητάς τους, της γλώσσας τους, της εθνικής προέλευσής τους» ή του σεξουαλικού προσανατολισμού τους. Για τις συστάσεις αυτές η ECRI θα επανέλθει «μέσα σε δύο χρόνια», όπως αναφέρει το όργανο του ΣτΕ.