Παντελής Σαββίδης
24 Σεπτεμβρίου 2016, 09:09

Διαφορές ανάμεσα στον Μάη και το ελληνικό φθινόπωρο

Λίγο μετά τον Μάη του ’68, ο οποίος συγκλόνισε τα κομμουνιστικά κόμματα της εποχής, το πλέον πρωτοπόρο από τα ευρωπαϊκά, το Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας, επιχείρησε μια ριζική αλλαγή στην πολιτική του. Διεύρυνε την τομή στην εξάρτησή του από το Σοβιετικό ΚΚ, την οποία άρχισε ο Τολιάτι με τη στροφή του Σαλέρνο. Ήθελε να ενσωματώσει τον νεανικό ριζοσπαστισμό που αναδύθηκε από τα γεγονότα του Μάη, αλλά τη δυναμική αυτού του ριζοσπαστισμού να την διοχετεύσει προς μεταρρυθμίσεις τις οποίες έκρινε αναγκαίες για την ιταλική κοινωνία.

Ο ηγέτης του, Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, συμμετείχε στον δημόσιο προβληματισμό. Και μια από τις σημαντικές ομιλίες του στη στροφή που επιχειρήθηκε, είχε τον παραπάνω τίτλο.

Με τη διαφορά πως μιλούσε για το ιταλικό και όχι το ελληνικό φθινόπωρο.

Η ιταλική κοινωνία βρίσκεται τουλάχιστον 40 χρόνια μπροστά από την ελληνική. Αυτήν την κρίση που βιώνουμε σήμερα, η Ιταλία την πέρασε τη δεκαετία του ’70. Τα αποτελέσματα της διαχείρισής της είναι συζητήσιμα, αλλά τότε η Ιταλία είχε μια Αριστερά η οποία παρόλο που δεν ήταν στην κυβέρνηση, διαμόρφωσε μια συναινετική γραμμή που μιλούσε ακόμη και για λιτότητα που θα κατανεμηθεί δίκαια στην κοινωνία. Δεν ώθησε τα πράγματα στα άκρα, δεν δίχασε την κοινωνία, και παρά το ψυχροπολεμικό κλίμα της εποχής ανταμείφθηκε από την ιταλική κοινωνία.

Έφτασε να διεκδικήσει την πρώτη θέση στις βουλευτικές εκλογές. Σημασία δεν έχει που δεν τις κέρδισε – ίσως και καλύτερα. Πουθενά η Αριστερά δεν τα κατάφερε στην άσκηση κυβερνητικής εξουσίας. Συνεισέφερε όμως τα μέγιστα στην αλλαγή του κοινωνικού και πολιτικού πλαισίου, στη διεύρυνση της δημοκρατίας και την κατάκτηση δικαιωμάτων των εργαζομένων με την ιδεολογική και πολιτική πίεση που ασκούσε. Κι αυτό είναι που έχει σημασία.

Η ιταλική Αριστερά δέχτηκε να συνεργαστεί ακόμη και με τμήματα της ιταλικής Χριστιανοδημοκρατίας (η δολοφονία Μόρο απέβλεπε στο να ακυρώσει την προσπάθεια αυτήν) προκειμένου να εξέλθει η χώρα από τη βαθιά κρίση που αντιμετώπιζε.

Στη χώρα μας, 40 χρόνια μετά, η κυρίαρχη εκδοχή της Αριστεράς, ο ΣΥΡΙΖΑ, όχι μόνο απέκλειε τη συνεργασία με ανάλογες δυνάμεις αλλά επιχειρούσε να συλήσει το σοσιαλιστικό ΠΑΣΟΚ. Και τα κατάφερε, αφού το κόμμα που έβαλε τη σφραγίδα του στην ελληνική Μεταπολίτευση απαξιώθηκε ηθικά με την πολιτική του – και κυρίως από τη συμπεριφορά των στελεχών του.

Το ίδιο σκηνικό συνέβη αμέσως μετά τον Β΄ ΠΠ. Το ιταλικό ΚΚ, όπως και το γαλλικό, απέφυγαν την ένοπλη σύγκρουση από μιαν ανάλυση εθνικού και κοινωνικού συμφέροντος που έκαναν. Στην Ελλάδα οι κομμουνιστές πήραν τα βουνά, καταστρέφοντας πρωτίστως τον εαυτό τους, τις οικογένειές τους, με τις διώξεις που υπέστησαν, και συνέβαλαν –μαζί με την εκδικητικότητα της Δεξιάς– στο διχασμό της χώρας και του λαού της.

Αυτός ο διχασμός είναι και σήμερα υπαρκτός, και αυτόν εκμεταλλεύεται, ακόμη και τώρα, που τα πράγματα οδηγούνται σε νέα πόλωση, ο ΣΥΡΙΖΑ, η σημερινή κυρίαρχη εκδοχή της ελληνικής Αριστεράς.

Δεν ξέρω αν οι οπαδοί ακολουθούν τυφλά τα κόμματα ή ο διχασμός είναι κυρίαρχο, διαχρονικό συστατικό της ελληνικής κοινωνίας.

Παρά την ιδεοληπτική εμμονή της κυρίαρχης σήμερα πολιτικής εξουσίας, να αναπαράγει τις μεταπολιτευτικές ιδεοληψίες για να διατηρήσει την εξουσία, η ελληνική κοινωνία προσπαθεί να αντιδράσει στα σύγχρονα φαινόμενα που επηρεάζουν τη ζωή της και διαμορφώνουν το μέλλον της.

Θέλουμε δεν θέλουμε, διαμορφώνεται μια νέα παγκοσμιοποιημένη κοινωνία την οποία η Ελλάδα έχει ελάχιστες δυνατότητες να επηρεάσει. Κατά καιρούς, για τη χειραγώγηση των αφελών, ο κομματικός Τύπος υπερβάλλει στην προβολή γεγονότων δημιουργώντας την εντύπωση πως ο Έλληνας πρωθυπουργός διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο.

Στην ουσία, ένας πρωθυπουργός που ψάχνει 200 εκατ. ευρώ για να καταβάλει τις συντάξεις του μηνός του μεγαλύτερου ταμείου της χώρας, δεν μπορεί να διαδραματίσει κανέναν ρόλο.

Η κοινωνία, όμως, αναζητά οξυγόνο επιβίωσης.

Στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης παρουσιάστηκε ένα μη επανδρωμένο αερόχημα που κατασκευάστηκε από φοιτητές του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με την επίβλεψη του καθηγητή τους, και το οποίο, με την κατάλληλη υποστήριξη, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως ελληνικό drone. Παρουσιάστηκε επίσης ένα ηλεκτροκίνητο αγωνιστικό αυτοκίνητο – και είμαι σε θέση να γνωρίζω πως παρόμοιες πρωτοποριακές κατασκευές γίνονται σε πολλά τμήματα όλων των πανεπιστημίων της χώρας.

Παρά τις τεράστιες δυσκολίες η Ελλάδα της παραγωγής και της επιστήμης έχει τη δυνατότητα να προχωρήσει, αλλά η πολιτεία όχι μόνο δεν στηρίζει την προσπάθεια, αλλά πολλές φορές την υπονομεύει.

Η πολιτική πρόοδος είναι αναντίστοιχη με την επιστημονική στη χώρα.

Αλλά και στον τομέα της προσαρμογής της ελληνικής κοινωνίας στις νέες προκλήσεις που προκύπτουν από την ανθρώπινη κινητικότητα, λόγω πολέμων ή αναζήτησης μιας διαφορετικής ζωής, υπάρχουν δυνάμεις και στον ακαδημαϊκό χώρο και εκτός αυτού, που προβληματίζονται.

Υπάρχουν καθηγητές της Θεολογίας στο ΑΠΘ που δεν τους απασχολεί μόνο η διάκριση της θεολογίας από την ιδεολογία, αλλά και πώς οι πρόσφυγες που έρχονται στη χώρα θα προσαρμοστούν καλύτερα προς όφελος και δικό τους και της κοινωνίας που τους υποδέχεται και των αξιών που πρεσβεύει ο Χριστιανισμός. Το τμήμα Ισλαμικών Σπουδών που δημιούργησαν θα μπορούσε να βοηθήσει προς αυτήν την κατεύθυνση, αλλά οι αντιδράσεις είναι πολλές και δεν μπορεί να μη ληφθούν υπόψη.

Δυστυχώς, όπως έδειξε η εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ, η Αριστερά στην Ελλάδα είναι στείρα σε ιδέες για το πώς μπορεί να διαχειριστεί τις νέες προκλήσεις. Και ο μαρξιστικός μπούσουλας, εκτός του ότι αποδείχθηκε αναποτελεσματικός εκεί που εφαρμόστηκε, είναι πλέον αναχρονιστικός.

Οι δυνάμεις που επιδιώκουν την αλλαγή είναι γι’ αυτόν το λόγο (λόγω της ένδειας της Αριστεράς) ολοένα και περισσότερο αντιεξουσιαστικές, κινηματικές, και πολλές φορές μηδενιστικές.

Φτάνουν και ξεπερνούν, ενίοτε, τα όρια, διότι δεν βρίσκουν απαντήσεις. Δεν ξέρουν τι θέλουν, αλλά δεν θέλουν και αυτό που υπάρχει σήμερα. Και κανείς δεν μπορεί, όπως το ΚΚΙ τη δεκαετία του ’70, να μετατρέψει το ριζοσπαστισμό τους σε μεταρρυθμιστική δυναμική. Διότι τους εξουσιομανείς δεν τους ενδιαφέρει καμιά μεταρρύθμιση, αλλά η διαιώνιση της εξουσίας τους.

Σ’ αυτήν την επιδίωξη δεν αποκλείεται να δούμε φαινόμενα που δεν χωρούν σε κανέναν ανθρώπινο νου προς το παρόν.

Ήδη στα Εξάρχεια υπάρχει μια πολιτοφυλακή που ελέγχει την περιοχή. Δεν αποκλείεται το φαινόμενο να πολλαπλασιαστεί. Όχι χωρίς τη βούληση και την υστεροβουλία των κυβερνώντων.

Όταν μάλιστα, από την άλλη πλευρά, υπάρχει μια αντιπολίτευση που δεν μπορεί να δώσει ελπίδα, παρά αναπαράγει κλισέ του παρελθόντος. Και όσοι γνωρίζουν πρόσωπα και πράγματα, υποστηρίζουν πως και πάλι οι ίδιοι άνθρωποι και οι ίδιες ιδέες εμφανίζονται στο προσκήνιο.

Ο «μιζεραμπιλισμός» (η εστίαση του πολιτικού λόγου γύρω από τη μιζέρια και την εξαθλίωση) ήταν μια προσφιλής ιδεολογική αναπαραγωγή της Αριστεράς στην Ευρώπη, μερικές δεκαετίες πριν.

Επανέρχεται και σήμερα, όχι μόνο ως ιδεολογική διαχείριση της ελληνικής κοινωνίας, αλλά και στην κυβερνητική πρακτική. Το ελληνικό φθινόπωρο είναι γεμάτο από μιζέρια. Οι κυβερνώντες χάνουν και τα τελευταία ερείσματά τους: το ηθικό πλεονέκτημα, τη μάχη κατά της διαπλοκής, τη δίκαιη κατανομή της κρίσης.

Από το ελληνικό φθινόπωρο ως τον Μάη που μας έρχεται η πολιτική σκηνή θα είναι εξαιρετικά πυκνή σε γεγονότα.