21 Σεπτεμβρίου 2016, 09:39 - Τελευταία Ενημέρωση: 21 Σεπτεμβρίου 2016, 09:10

Νίκος Καπετανίδης: Δεν πειράζει αν λείψουν κάποια κεφάλια σαν το δικό μου... Χαλάλι για την ελεύθερη πατρίδα!

  • Νίκος Καπετανίδης: Δεν πειράζει αν λείψουν κάποια κεφάλια σαν το δικό μου... Χαλάλι για την ελεύθερη πατρίδα!

Για τον Φίλωνα Κτενίδη ο Νίκος Καπετανίδης δεν ήταν απλώς συνεργάτης, ήταν φίλος. Ο σεβασμός και η αγάπη του στο πρόσωπό του αποτυπώνεται στο κείμενο που δημοσίευσε 29 χρόνια μετά την εκτέλεσή του δι' απαγχονισμού από τα λεγόμενα Δικαστήρια Ανεξαρτησίας της Αμάσειας. Ο Καπετανίδης πέθανε αγωνιζόμενος για μια ελεύθερη πατρίδα και η γραπτή, συγκινητική ομολογία του προς τον Κτενίδη, το τεκμηριώνει πέραν πάσης αμφιβολίας. Το κείμενο του Κτενίδη δημοσιεύτηκε στη στήλη Ευλαβικά Μνημόσυνα Μαρτύρων.

Ο Σίσυφος. Μ’ αυτό το ψευδώνυμο έκαμε την πρώτη του εμφάνιση στον Φάρο της Ανατολής, την εφημερίδα της Τραπεζούντος (1909-1910). Ήταν η εποχή της βασιλείας του χρονογραφήματος στον ελληνικό Τύπο· ο Νίκος έγραφε το χρονογράφημα του Φάρου όπως εγώ έγραφα το χρονογράφημα της Εθνικής Δράσεως. Δεν ξέρω αν γράφαμε παίζοντας, ή αν παίζαμε γράφοντας. Ήμαστε ακόμη παιδιά· δυο χρόνια ύστερα από την αποφοίτησή μας απ’ το Φροντιστήριο, δεκαοχτώ-δεκαεννέα χρόνων. Την εμπειρία την αντικατεστούσε η τόλμη και τη «σοφία» ο ενθουσιασμός. Αγαπιώμαστε πολύ και αποτελούσαμε το κέντρο ενός μικροσκοπικού κύκλου νεαρών διανοουμένων, με τον Θόδωρο Κασάνη, τον Γιάννη Παπαδόπουλο και άλλους –πεθαμένοι όλοι– που παρακολουθούσε με φανατισμό την πνευματική κίνηση της Πόλης και των Αθηνών, που τη αντικρύσαμε χάρις στις ελευθερίες που έδωσε το Σύνταγμα της Τουρκίας τότε.

Την εποχή εκείνη βρισκόμαστε (όλος ο ελληνισμός ο υπόδουλος) υπό το κράτος μιας εθνικής αναταραχής, που μετεβλήθηκε σε παραλήρημα, με τας νίκας του ’12-’13.

Όταν άφησα την Τραπεζούντα για τες σπουδές μου, άφησα την διεύθυνση του περιοδικού Επιθεώρησις, που εξέδιδα από το 1910, –σε ποίον άλλο;– στον Νίκο. Τα έξ τελευταία τεύχη τα ’βγαλε εκείνος· ήσαν τα καλλίτερα από τα εικοσιτέσσερα της όλης σειράς. Ήταν πολυγραφώτατος και μελετηρός όσον ολίγοι. Ενθουσιώδης όσον κανείς.

Στο ’12 μας χώρισε ο πόλεμος. Ξανανταμώσαμε μέσα στον άλλο πόλεμο, το ’17, για λίγο καιρό.

Εν τω μεταξύ, ο συνεσταλμένος χρονογράφος εξελίχτηκε σε δυναμικό αρθρογράφο και έβγαλε και δική του εφημερίδα· την Σάλπιγγα, κατά την ρωσική κατοχή. Με την αποχώρηση των ρωσικών στρατευμάτων από την Τραπεζούντα, οι περισσότεροι νέοι εγκατέλειψαν τον τόπο. Ο Νίκος έμεινε. Ήταν πλέον ο δημοσιογράφος με την πλήρη επίγνωση του καθήκοντος και της αποστολής του.

Έμεινε και εξέδωκε νέαν εφημερίδα, την «Εποχή».

Ολόγυρα στον ελληνισμό της Τουρκίας τα σύννεφα κάθε μέρα γινόντουσαν και περισσότερο μαύρα κι η ατμόσφαιρα περισσότερον βαριά και καταθλιπτική.

«... νιώθω», μου ’γραφε σ’ ένα γράμμα του (σταλμένο, μέσω Αθηνών, με έμπιστο φίλο), «πως εσύ στο μέτωπο διατρέχεις λιγώτερους κινδύνους από μένα» βρισκόμουν τότε στην Μικρά Ασία, αξιωματικός του Ελληνικό Στρατό. «Να ξέρης πως δεν στέκεται γερά το κεφάλι στους ώμους μου... Μα αυτό δεν σημαίνει... Κυττάχτε να κάμετε καλά την δουλειά σας, και δεν πειράζει αν λείψουν και μερικά κεφάλια σαν το δικό μου... Χαλάλι για την ελεύθερη Πατρίδα...»

Ύστερα απ’ αυτό... κατά Οκτώβριο του 1921, βρισκόμουνα εκεί ολόγυρα στο Εσκί-Σεχίρ, όταν ήρθε το μαύρο μήνυμα... «Κρέμασαν τον Κωφίδη, τον Ακριτίδη και τον Καπετανίδη...»

Γιατί;...

Γιατί ήσαν Έλληνες. Γιατί η ψυχή και το πνεύμα και η καρδιά τους βρισκόντουσαν μαζύ μ’ εμάς, που στο άλλο άκρο της Μικράς Ασίας, πολεμούσαμε εκείνους που έσβυναν την μανία τους πάνω στους άμαχους και ανυπεράσπιστους αδελφούς μας.

Πέρασαν σχεδόν τριάντα χρόνια... Και όμως τον πόνο που ένιωσα τότε τον νιώθω, με την ίδια ένταση, κάθε φορά που η θύμηση με φέρνει στα περασμένα. Ο πόνος για τον ένδοξο χαμό ενός εξόχου Έλληνος, εξαιρετικού Ποντίου, αλησμονήτου φίλου...

Φίλων Κτενίδης

Ποντιακή Εστία – Μηνιαίον Λαογραφικόν Περιοδικόν,
Στήλη «Ευλαβικά Μνημόσυνα Ηρώων»
Έτος Α΄, Μάιος 1950, τεύχος 5ον.