Θεόφιλος Πουταχίδης
6 Σεπτέμβριος 2016, 09:07

Η μαγική σαΐτα

Οι αρχαίοι Σπαρτιάτες δεν παραδίνονταν ποτέ, ούτε εγκατέλειπαν τη μάχη. Θα περιμένω να γυρίσεις από τον πόλεμο, έλεγε η μάνα στον γιο, για να σε δω να έρχεσαι είτε κρατώντας την ασπίδα σου είτε πάνω σ’ αυτήν, καθώς θα σε κουβαλάνε οι συμπολεμιστές σου νεκρό. Άκου κουβέντα να πει η μάνα στο παιδί της…

Αυτά τα σκυλιά του πολέμου, λοιπόν, δεν πιάνονταν ποτέ αιχμάλωτοι. Ή μάλλον σχεδόν ποτέ…

Η πρώτη φορά που πιάστηκαν ήταν στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, όταν παγιδεύτηκαν σ’ ένα νησάκι στα ανοιχτά της Πύλου που το λένε Σφακτηρία. Ήταν οι συνθήκες τέτοιες που πραγματικά δεν είχαν καμιά επιλογή, καμιά τύχη. Δεν είχαν καν τη δυνατότητα να πλησιάσουν τον αντίπαλο και να πέσουν όρθιοι με το σπαθί στο χέρι. Κάθονταν σαν ανθρώπινοι στόχοι, παγιδευμένοι, στο έλεος των Αθηναίων τοξοτών που τους εξολόθρευαν αλύπητα από μακριά.

Τους πρώτους αιχμάλωτους Σπαρτιάτες λοιπόν τους κλείσανε σε μια φυλακή στην Αθήνα και πήγαιναν οι Αθηναίοι και τους περιπαίζανε. Εκεί, θέλοντας ένας Αθηναίος πολίτης να ειρωνευτεί έναν από τους αιχμαλώτους, τον ρώτησε εάν οι σύντροφοί του που σκοτώθηκαν στη μάχη (ενώ αυτός επέζησε και παραδόθηκε) ήταν «καλοὶ καγαθοί».

Η ερώτηση αυτή επιφανειακά φαίνεται αθώα, αλλά δεν είναι. Είναι μια ερώτηση-παγίδα βαθιά προσβλητική.

Είναι σαν να λέει στον Σπαρτιάτη πως εσείς που ζήσατε, είστε διπλά δειλοί κι ανίκανοι, γιατί όσοι από εσάς τους ξεφτίλες τους ηττημένους είχανε και δυο δράμια ανδρεία, είναι πια νεκροί. Παίρνει όμως πληρωμένη απάντηση από τον ταπεινωμένο αιχμάλωτο. Την τελειώνει τη συζήτηση ο γονατισμένος μαχητής με σοφία, αξιοπρέπεια και καθαρό μυαλό. Πρέπει να ήταν μαγικά αντικείμενα αυτά τα βέλη με τα οποία μας ξεπάστρευαν από μακριά το έναν μετά τον άλλο, του λέει. Γιατί φαίνεται πως από μόνα τους ξέρανε να ξεχωρίζουν τον δειλό από τον ανδρείο.

Κι είναι σαν να του λέει: δεν είμαι δειλός, ούτε ανάξιος αδερφέ… άτυχος είμαι μόνο… άτυχος. Τι σπουδαίο περιστατικό που μας διασώζει ο παππούς μας ο Θουκυδίδης! Πόσο διδακτικό είναι, κι ας μην του φαίνεται με την πρώτη ματιά. Η ιστορία, όμως, γίνεται ακόμα πιο διδακτική, γιατί και από τη μεριά των νικητών της συγκεκριμένης μάχης υπάρχει ένα περιστατικό που δείχνει και την άλλη όψη του νομίσματος.

Βλέπετε, όσο ήταν οι Σπαρτιάτες παγιδευμένοι στο νησάκι, οι σπουδαίοι στρατηγοί των Αθηναίων Νικίας και Δημοσθένης δίσταζαν να κάνουνε απόβαση για να τους εξολοθρεύσουν. Έτσι είναι ο σοφός άνθρωπος. Θέλει πρώτα να ζυγίσει καλά τις καταστάσεις πριν πάρει μια απόφαση, ειδικά όταν αυτή σχετίζεται με ανθρώπινες ζωές.

Κι αυτό μπορεί να φαίνεται σαν δισταγμός, αλλά δεν είναι. Είναι υπευθυνότητα και συνέπεια.

Υπήρχε, όμως, κι ένας αισχρός δημαγωγός, ένα αχρείο υποκείμενο στην Αθήνα που τον λέγανε Κλέωνα. Κι αυτός είχε βρει την ευκαιρία και κατηγορούσε τον Νικία δημόσια για αδράνεια. Ένας πραγματικός ηγέτης, έλεγε, θα το είχε ήδη καταλάβει το νησί. Οι πιο σώφρονες λοιπόν μέσα στη Εκκλησία του Δήμου αποφάσισαν να δώσουν ένα μάθημα σε αυτό το γλοιώδες υποκείμενο. Του είπανε, λοιπόν: αφού μας τα λες έτσι, να αναλάβεις αν τολμάς εσύ στρατηγός αντί για τον Νικία, και να πας να καταλάβεις το νησί.

Που να το περίμεναν ότι αυτός ο ξιπασμένος μωροφιλόδοξος θα δεχόταν την πρόκληση. Κι όχι μόνον αυτό, αλλά και ότι μια αλυσίδα γεγονότων απίστευτης τύχης θα οδηγούσε αυτόν τον ανίκανο δημαγωγό σε μια σπουδαία επιτυχία.

Ο πρώτος στρατηγός στην ιστορία που έπιασε αιχμαλώτους τους Λακεδαιμόνιους!

Σπουδαίος λοιπόν ο Κλέων. Δειλός κι ανίκανος λοιπόν ο Σπαρτιάτης αιχμάλωτος. Τι σου είναι η ρημάδα η τύχη… «Ελαφρών ηθών… μπάλα» που λένε μέσα από τα δόντια τους κι οι ποδοσφαιριστές, όταν κάνουν καμιά περίτεχνη προσπάθεια, αλλά η μπάλα χτυπάει στο ένα το δοκάρι, ύστερα στο άλλο και μετά στο κεφάλι του τερματοφύλακα και πάει έξω… αντί να πάει στα δίχτυα…

Δεν είναι έτσι όμως τα πράγματα… Δεν ξέρω τι κάνουν οι άλλοι, αλλά εγώ να το ξέρετε ότι πειθαρχώ τον εαυτό μου να αναγνωρίζει την αξία και την ποιότητα καθ’ εαυτή, ανεξάρτητα από την πιθανή ατυχή έκβαση των γεγονότων. Όταν έχετε την αξία και την ποιότητα δεν πρέπει να σας απογοητεύει η ατυχία. Ακόμα κι όταν πάει σχοινί-κορδόνι. Στενοχωρηθείτε, κλάψτε αν το θέλετε, πλαντάξτε… Βρίστε αν το θέλετε αυτήν την «ελαφρών ηθών» την τύχη σας.

Κι αυτό τον χρονισμό, το τάιμινγκ που λένε. Αχ…αυτό το τάιμινγκ.

Αλλά μην απογοητεύεστε και μην κατηγορείται τον εαυτό σας! Δεν υπάρχει χειρότερος σύμβουλος από την πλήρη απογοήτευση. Είναι απλώς ατυχία… Ψηλά το κεφάλι! Κι αν δεν έχετε τίποτε άλλο, έχετε τουλάχιστον αυτό… Το ξέρω πως δεν αξίζει και πολλά, αλλά το έχετε: Την προσευχή μου, το θαυμασμό μου, την αγάπη μου, το δάκρυ μου. Εσάς τους άτυχους σας αγαπώ το πιο πολύ απ’ όλους…