Ο κίνδυνος από την Τουρκία – Μήπως πρέπει να προετοιμαστούμε;

Η Τουρκία έχει περιέλθει σε μια εσωτερική περιδίνηση της οποίας το βάθος, η έκταση και η χρονική διάρκεια είναι άγνωστο πόσο θα προχωρήσουν και, το σπουδαιότερο, τι αποτελέσματα θα παράγουν.

Εκείνο όμως που ενδιαφέρει την Ελλάδα είναι να μην υποστεί τις συνέπειες, ή κάποιες από τις συνέπειες, από την τουρκική αυτή εσωτερική αναταραχή.

Το σύνθημα του Κεμάλ «ειρήνη στον κόσμο, ειρήνη στην πατρίδα» ελάχιστα το σέβεται ο Ερντογάν αλλά ισχύει και αντίστροφα. Η απουσία εσωτερικής ειρήνης μπορεί να οδηγήσει στην πρόκληση εξωτερικών προβλημάτων. Και τα σπουδαιότερα από αυτά, εκείνα δηλαδή που θα μπορούσαν να συσπειρώσουν την τουρκική ηγεσία, τον τουρκικό στρατό και γενικώς την τουρκική κοινωνία, είναι μια βαθιά και σοβαρή κρίση με την Ελλάδα. Η τυχοδιωκτική πολιτική του Ερντογάν δεν αποκλείεται να την προκαλέσει αν από μια τέτοια κρίση θα εξυπηρετηθούν πρόσκαιρα ή μεσοπρόθεσμα συμφέροντά του.

Ο τουρκικός στρατός είναι βαθύτατα διχασμένος και θα συνεχίσει να διχάζεται ακόμη περισσότερο παρόλο που παρέμεινε στη θέση του ο Τούρκος Αρχηγός ΓΕΕΘΑ.

Το σαράκι του διχασμού υποβαθμίζει τις επιχειρησιακές δυνατότητες του τουρκικού στρατού, ο οποίος, όπως έγραψε στην ιστοσελίδα Sputnik Ρώσος ειδικός στα στρατιωτικά, είναι πολύ λιγότερο ισχυρός από ό,τι φαίνεται, ως ο δεύτερος μεγαλύτερος στρατός της Ατλαντικής Συμμαχίας. Βασίζεται κατά κύριο λόγο στον αριθμό του ανθρώπινου δυναμικού του και όχι στον εξελιγμένο τεχνολογικό εξοπλισμό του. Αν αυτό ίσχυε πριν από το πραξικόπημα, μετά την εκδήλωσή του τα πράγματα θα είναι περισσότερο δύσκολα. Διότι αυτό το ανθρώπινο δυναμικό δεν είναι ενωμένο και διότι στη συνείδηση του τουρκικού στρατού καταγράφηκε ως βαρύ γεγονός το δημόσιο λιντσάρισμα στρατιωτών μετά την αποτυχία του πραξικοπήματος.

Επιπλέον, ένας διχασμένος στρατός και μια βαθιά διχασμένη κοινωνία αποτελούν τις βασικές προϋποθέσεις για να μην αισθάνεται άνετα στο θρόνο του ο ηγέτης μιας στρατοκρατικής και ελάχιστα δημοκρατικής χώρας όπως η Τουρκία.

Η Τουρκία δεν είναι μια απλή περίπτωση κράτους που μπορεί να ελεγχθεί επειδή ο Ερντογάν θα εκδιώξει από τον κρατικό μηχανισμό και τις Ένοπλες Δυνάμεις τα στελέχη μιας θρησκευτικής αίρεσης. Είναι ένα πολύπλοκο κρατικό φαινόμενο το οποίο απλώς δεν μπορεί να ελεγχθεί καθ’ ολοκληρίαν.

Έτσι, μετά τις πρώτες κινήσεις «εκκαθάρισης» του στρατεύματος και του κράτους από τους υποστηρικτές του κύριου αντιπάλου του, του Φετουλάχ Γκιουλέν, είναι αναμενόμενο ο Τούρκος πρόεδρος να προβεί σε ενέργειες που θα μειώσουν την απειλή που θα νοιώθει από το στράτευμα. Ενέργειες που θα το συσπειρώνουν, αναγκαστικά, κατά ενός φαντασιακά επικίνδυνου εχθρού.

Για την ιστορική συνείδηση των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων και τη συλλογική συνείδηση των εθνικά Τούρκων, αυτός ο εχθρός είναι η Ελλάδα, που έδιωξε τους Τούρκους από τα Βαλκάνια και που πολέμησε εναντίον τους στη Μικρασιατική Εκστρατεία.

Ό,τι και να λένε διάφοροι Έλληνες και Τούρκοι αναλυτές που ηδονίζονται στις ψευδαισθήσεις, αυτή είναι μια καλά κρυμμένη πραγματικότητα. Ευκαιρία εκδήλωσης ενός τέτοιου «ενωτικού» αποπροσανατολισμού θα μπορούσε να είναι η 29η Αυγούστου, η κρίσιμη μάχη του Σαγγάριου έπειτα από την οποία άρχισε η υποχώρηση του ελληνικού στρατού.

Η ημέρα πλησιάζει και ελπίζουμε μέχρι τότε η κυβέρνηση να βρει το χρόνο και να ασχοληθεί με κάποια από τα σοβαρά θέματα που ταλανίζουν την ελληνική κοινωνία. Να σταματήσουν να αντιπαρατίθενται δημοσίως η κυβέρνηση με το κόμμα από το οποίο προέρχεται επειδή δεν έχουν ξεκαθαρίσει ιδεολογικά αν οι κάθε είδους «αντιεξουσιαστές» και «αλληλέγγυοι» μπορούν να καταλαμβάνουν δημόσια ή ιδιωτική περιουσία, να τα κάνουν γυαλιά καρφιά και ο ΣΥΡΙΖΑ να θεωρεί «ποινικοποίηση της αλληλεγγύης» την εφαρμογή του νόμου από την ελληνική πολιτεία. Και να δίνεται έτσι το σύνθημα κατάληψης και άλλων δημόσιων κτηρίων, τις καταστροφές των οποίων θα τις πληρώσουν οι Έλληνες φορολογούμενοι.   

Στους ανθρώπους με γνήσια αριστερή συνείδηση δεν μπορεί να γίνει κατανοητό πώς ο ΣΥΡΙΖΑ ευαισθητοποιείται απέναντι στους καταληψίες και αδιαφορεί όταν η κυβέρνηση εκποιεί τον εθνικό πλούτο ή ξεπουλά τις τράπεζες στο διεθνές κεφάλαιο.

Η τακτική, αλλά ενταγμένη σε στρατηγικό σχέδιο, επιλογή του Τούρκου προέδρου να προκαλέσει θερμό επεισόδιο με την Ελλάδα για να συσπειρώσει και να αποπροσανατολίσει τον τουρκικό στρατό δεν μπορεί να επηρεαστεί από την επίδειξη «καλής θέλησης» εκ μέρους της κυβέρνησης των Αθηνών. Δεν θα επηρεάσει, δηλαδή, τις εξελίξεις η έκδοση των οκτώ ικετών, χαμηλόβαθμων Τούρκων στρατιωτικών που ζήτησαν προστασία στο ελληνικό έδαφος. Περισσότερο θετικά θα καταγραφόταν στη συλλογική συνείδηση του τουρκικού στρατεύματος αν η Ελλάδα παραχωρούσε άσυλο όχι μόνο στους οκτώ αυτούς Τούρκους στρατιωτικούς αλλά και σε όποιον άλλο στρατιωτικό ζητούσε πολιτικό άσυλο στη χώρα.

Διότι μπορεί ο Ερντογάν να έχει προς το παρόν την φαινομενική επικυριαρχία στη χώρα του, σύντομα όμως θα αποκαλυφθεί πως τα πόδια του γίγαντα είναι ξύλινα.

Στο στράτευμα κυριαρχούν ακόμη οι κεμαλιστές στρατιωτικοί, οι οποίοι εκπαιδεύτηκαν στις αρχές του Ατατούρκ και δύσκολα τις εγκαταλείπουν έστω και αν ελίσσονται προσωρινά.

Μετά από διάφορες διαμάχες και εσωτερικές αντιπαραθέσεις, από το καλοκαίρι του 2015 άρχισε να γίνεται ξεκάθαρα πλέον ορατή μια πολιτική συμμαχία που περιλαμβάνει το εθνικιστικό Ισλάμ του Ερντογάν, τους κεμαλιστές στρατηγούς, την εθνικιστική κεμαλική αριστερά και τμήματα της ακροδεξιάς.

Είναι δύσκολο για τον Ερντογάν να κυβερνήσει μόνος του, έστω και αν βρίσκεται στην εξουσία επί δεκατέσσερα συνεχή χρόνια. Διότι, όπως προαναφέρθηκε, η τουρκική κοινωνία δεν είναι ενιαία, ούτε ομογενοποιημένη και πλέον ούτε ο τουρκισμός του Κεμάλ, ούτε ο ισλαμισμός του Ερντογάν μπορούν να αποτελέσουν συγκολλητικές ιδεολογίες.

Μια ισορροπία δυνάμεων, πολιτικών, εθνικών και ιδεολογικών είναι η μόνη που μπορεί να επιφέρει κάποια ειρήνη στο εσωτερικό της Τουρκίας. Αλλά, η μεγαλομανία του Τούρκου προέδρου δεν του επιτρέπει τέτοιες παραδοχές.

Έτσι, σε αντιστάθμισμα των δυνάμεων που θεωρείται σίγουρο ότι θα τον αμφισβητήσουν, ο Ερντογάν θα επιχειρήσει να δημιουργήσει έναν «Ισλαμικό Στρατό», μια εθνοφυλακή τρόπον τινά, από τα πλέον σκληρά και εξτρεμιστικά στοιχεία που τον ακολουθούν, κατά το πρότυπο των «Φρουρών της Επανάστασης» του Ιράν. Η εξέλιξη αυτή θα διχάσει ακόμη περισσότερο την τουρκική κοινωνία και τα σώματα ασφαλείας.

Όλα αυτά συμβαίνουν στην αυλή μας με μιαν Ευρώπη στο ναδίρ της επιρροής της και μια Αμερική να βαδίζει σε εκλογές, το αποτέλεσμα των οποίων μπορεί να ενθαρρύνει ακόμη μεγαλύτερη αστάθεια.

Αντί λοιπόν στην κυβέρνηση να τρέχουν να εγκαινιάσουν αεροδρόμια και να μαλώνουν μεταξύ τους για τους αντιεξουσιαστές και τους αλληλέγγυους που έχουν διαλύσει τη χώρα, καλό είναι να επιχειρήσουν να αναλύσουν τις εξωτερικές εξελίξεις που οπωσδήποτε θα επηρεάσουν την Ελλάδα.

Ούτε τα σενάρια περί στροφής του Ερντογάν προς την Ασία και εγκατάλειψης του ΝΑΤΟ είναι εύκολα, ούτε και η σχέση του με τη Ρωσία μπορεί να είναι τόσο ρόδινη όσο υπονοείται από καλοπληρωμένα κέντρα διεθνών αναλύσεων.

Ο στρατιωτικός σύμβουλος του Ιρανού προέδρου δήλωσε τις τελευταίες ημέρες πως το πραξικόπημα είναι αδύνατον να γινόταν χωρίς να το γνωρίζει μια ξένη δύναμη και πως στη Μέση Ανατολή, ΗΠΑ και Ρωσία τα έχουν βρει. Αυτή η συμφωνία είναι η μεγαλύτερη διπλωματική και στρατιωτική ήττα της Τουρκίας, η οποία, όταν δημοσίως ανακοινωθεί, θα είναι δύσκολο να την διαχειριστεί στο εσωτερικό της χώρας του ο «νικητής» Ερντογάν.

Για ό,τι επακολουθήσει ως ενστικτώδης αντίδρασή του, θα πρέπει η Ελλάδα να είναι έτοιμη.