Κύπρος: Πραξικόπημα-Εισβολή – Δύο θεωρίες

Πολλά έχουν λεχθεί και γραφεί για το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου του 1974. Αν και υπάρχει καθολική αποδοχή ότι αυτό πυροδότησε την επακολουθήσασα εισβολή, ωστόσο υπάρχει ακόμη μυστήριο για το ακριβές παρασκήνιο που οδήγησε τους λαμβάνοντες συγκεκριμένες αποφάσεις τον επίμαχο χρόνο, δηλαδή τη χουντική ηγεσία, τα αμερικανικά και τα τουρκικά κεντρικά λήψης απόφασης.

Για το ρόλο του Κίσινγκερ στην κυπριακή κρίση υπάρχουν αρκετά τεκμηριωμένα κείμενα (βλ. Κώστας Βενιζέλος / Μιχάλης Ιγνατίου, Τα μυστικά αρχεία του Κίσιντζερ, εκδ. Λιβάνη), κυρίως για τη συνενοχή του όσον αφορά τη δεύτερη εισβολή και την προσπάθεια νομιμοποίησης των παράνομων αποτελεσμάτων που αυτή παρήγαγε. Για τον επίμαχο χρόνο όμως της 15ης Ιουλίου, όποτε και έγινε το πραξικόπημα, όχι. Πρέπει εδώ να ληφθεί σοβαρά υπόψη το γεγονός ότι τα τουρκικά αρχεία δεν είναι προσβάσιμα.

Γι’ αυτόν το λόγο θα προσπαθήσουμε να φωτίσουμε αυτή την πτυχή με τη βοήθεια δύο θεωριών. Οι θεωρίες αυτές θα μας επιτρέψουμε να βάλουμε σε τάξη τα όσα συνέβησαν, και στο μέτρο του δυνατού να εξαγάγουμε ασφαλή συμπεράσματα.

Πρόκειται για τη θεωρία της «τριγωνικής διασύνδεσης» και τη θεωρία της «δυαδικής διασύνδεσης».

H πρώτη θεωρία υποδηλώνει μια παράλληλη διαπραγμάτευση χουντικής ηγεσίας, Κίσινγκερ-CIA, τουρκικών και ελληνικών κέντρων λήψης απόφασης με στόχο την ανατροπή του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και τη συνεπακόλουθη διαίρεση της Κύπρου, πιθανότατα με τη μορφή διπλής ένωσης.

Η δεύτερη θεωρία, της «δυαδικής διασύνδεσης», υποβάλλει τις συνεχείς επαφές χούντας και CIA χωρίς όμως να συμμετέχει σε αυτήν τη διαπραγμάτευση η τουρκική ηγεσία. Το γεγονός να έλαβε σε μεταγενέστερο στάδιο γνώση της συμφωνίας χούντας-CIA-Κίσινγκερ, ή να αντέδρασε απλά στα τετελεσμένα του πραξικοπήματος, δεν αποκλείεται.

Η θεωρία της «τριγωνικής διασύνδεσης» φαίνεται να είναι μια αδύναμη θεωρία, καθώς μόλις ανακοινώθηκε η επιλογή Σαμψών για την «προεδρία» της Κυπριακής Δημοκρατίας, η τουρκική αντίδραση ήταν περισσότερο από οργίλη και συνοδευόταν με την παράλληλη εκτόξευση απειλής για ανάληψη στρατιωτικής δράσης εναντίον της Κύπρου.

Συγκεκριμένα, ένας από τους όρους που έθεσε ο Ετζεβίτ προς τον Σίσκο ήταν να παραδώσει την εξουσία ο Νίκος Σαμψών. Ο πέμπτος όρος που προκαλεί έκπληξη ήταν η αξίωση του Ετζεβίτ για την επαναφορά του Μακαρίου στην εξουσία! Όπως σημειώνει ο Κίσινγκερ, η ιδέα (των Τούρκων) να επανέλθει στην εξουσία ο ορκισμένος εχθρός τους ήταν πέρα για πέρα αφελής. Αν υπήρχε μια παράλληλη συμφωνία-συμπαιγνία δεν θα υπήρχε και προκαταβολική συμφωνία με τους Τούρκους για το ποιος θα διαδεχόταν τον Μακάριο;

Ας επιστρέψουμε στη θεωρία της «δυαδικής διασύνδεσης». Ως γνωστόν ο Ιωαννίδης είχε επαφές με στελέχη της CIA στα τέλη Ιουνίου 1974, στα οποία ανακοίνωσε τα σχέδια του για ανατροπή του Μακαρίου, και σύμφωνα με τα όσα γνωρίζουμε αυτοί δεν τον απέτρεψαν από την πραγματοποίηση τους. Ο δικτάτορας προέβη στο πραξικόπημα πιστεύοντας ότι είχε την αμερικανική συναίνεση για να το πράξει και ότι οι Τούρκοι που θα επενέβαιναν θα καταλάμβαναν ένα μικρό ποσοστό της Κύπρου και όχι τόσο μεγάλο ποσοστό εδάφους που τελικά κατέλαβαν.

Άρα, λοιπόν, υπήρχε παράλληλη επικοινωνία μεταξύ χούντας και Αμερικής, αλλά όχι και Τουρκίας. Προφανώς η Τουρκία να ενημερώθηκε σε μεταγενέστερο στάδιο για τα σχέδια Ιωαννίδη, πιθανώς όχι, και απλώς να αντέδρασε στα γεγονότα.

Διαφωτιστικό είναι και το έγγραφο του ΝΑΤΟ με ημερομηνία 12/7/1974 (βλ. «Πόρισμα για το φάκελο της Κύπρου», Μαρίνος Σιζόπουλος), το οποίο υπογράφει ο τότε Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ Γιόζεφ Λουνς. Στο έγγραφο σημειώνεται ότι ο υφυπουργός των ΗΠΑ Τζόζεφ Σίσκο μετέφερε στα μέλη του ΝΑΤΟ την απόφαση της αμερικανικής κυβέρνησης να τελειώνουν με το Κυπριακό, απόφαση με την οποία συμφώνησε ο Γιόζεφ Λουνς, ο οποίος συναίνεσε με τον Σίσκο να υποστηρίξουν τους Τούρκους κατά την απόβασή τους στο νησί. Ενισχυτική του εν λόγω εγγράφου είναι και η συνέντευξη του Σίσκο σε τουρκοκυπριακό ραδιόφωνο, όπου παραδέχτηκε ότι οι Αμερικανοί έδωσαν το πράσινο φως για ανατροπή του Μακαρίου.

Σε τελική ανάλυση αυτό που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί είναι η εξαπάτηση και η παγίδευση του Ιωαννίδη από τους Αμερικανούς με σκοπό να δράσει και ακολούθως να επιβληθεί γεωπολιτικό τετελεσμένο επί του εδάφους, το οποίο θα εξυπηρετούσε τα αμερικανικά συμφέροντα εντός του Ψυχροπολεμικού Πλαισίου, όπου οι σχέσεις των δύο υπερδυνάμεων είχαν εξελιχθεί σε ένα παίγνιο μηδενικού αθροίσματος.

Συνεπώς οι Μεγάλες Δυνάμεις (ΗΠΑ) επέβαλαν τη βούλησή τους και οι λιγότερο ισχυροί –που ήταν και προδομένοι– αναγκάστηκαν να προσαρμοστούν, όπως θα ανέλυε ο Θουκυδίδης. Η απειλή του αφελούς Ιωαννίδη προς τον Σίσκο στις 20 Ιουλίου «Μας εξαπατήσατε, εμείς θα κηρύξωμεν τον πόλεμο», που ποτέ δεν κατάφερε να υλοποιήσει, σήμανε την καταστροφή της Κύπρου. Για την ιστορία να αναφέρουμε ότι στις 11 π.μ. της 20ής Ιουλίου κηρύχτηκε επιστράτευση στην Ελλάδα και λήφθηκε απόφαση όπως γίνει επίθεση κατά της Τουρκίας στον Έβρο και στην Κύπρο. Ωστόσο, λίγες ώρες μετά αυτή ανακλήθηκε από την ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων.

Συμπερασματικά, έχουμε παραθέσει δύο θεωρητικές κατασκευές που μας βοηθούν να κατανοήσουμε τα τραγικά γεγονότα. Στο χέρι των ερευνητών είναι να προσθέσουν και άλλα στοιχεία για την ενίσχυση τους, ή στοιχεία-αποδείξεις που να τις ανατρέπουν.