Το μεγάλο άλμα προς τα πίσω

1] Την ώρα που οι ηγέτες των δυτικών Βαλκανίων, χωρών που βίωσαν επι μισόν αιώνα τον υπαρκτό σοσιαλισμό, κατευθύνονταν προς το Παρίσι για να συναντηθούν με την κ. Μέρκελ και τον κ. Ολάντ, ο Έλληνας πρωθυπουργός με μια κυβερνητική και επιχειρηματική αντιπροσωπεία επισκέπτονταν το Πεκίνο.

Η Ελλάδα δεν είχε την ατυχία –ή την τύχη κατά ορισμένους– να αποκτήσει την σοσιαλιστική εμπειρία.

Και ίσως γι’ αυτό, κυβερνητικά στελέχη που μεγάλωσαν με τις ψευδαισθήσεις ενός οράματος ισότητας και δικαιοσύνης που αποδείχθηκε ολοκληρωτικό, τις ικανοποιούν επισκεπτόμενα τη Μέκκα και τη Μεδίνα (Μόσχα και Πεκίνο) ενός κόσμου που κατέρρευσε. Προκαλεί εντύπωση γιατί καμιά από τις χώρες των Βαλκανίων δεν επιδιώκει να αναπτύξει τους δεσμούς που είχε στο πρόσφατο παρελθόν με τον κόσμο αυτό και στρέφονται προς τη Δύση η οποία, κατά τους εγχώριους αριστερούς ιδεολόγους, επισωρεύει πληθώρα δεινών.

Το σύγχρονο οικονομικό και πολιτικό παιχνίδι είναι σύνθετο και πολύπλοκο, και μια χώρα όπως η Ελλάδα πρέπει να εκμεταλλεύεται κάθε δυνατότητα που της δίνεται. Ας ελπίσουμε πως αυτός ήταν ο κυβερνητικός στόχος και όχι μια ψυχολογική και ιδεολογική έλξη προς την Ανατολή και αντιπάθεια προς τη Δύση και τις αξίες που παρήγε. Το κυβερνητικό στίγμα, άλλωστε, δεν είναι ούτε αριστερό ούτε φιλελεύθερο. Είναι στίγμα μιας ομάδας ανθρώπων που έλκονται από την εξουσία και επιθυμούν, αφού την κατακτήσουν, να διαχειριστούν τη νομή της.

Αυτή η λογική, όμως, είναι η γενεσιουργός αιτία της παρακμής και της διαφθοράς στη χώρα.

Στη συνάντηση των Παρισίων το ευρωπαϊκό διευθυντήριο έστειλε το μήνυμα πως η διεύρυνση θα συνεχιστεί. Ας ευχηθούμε πως δεν θα δούμε μετά από μερικά χρόνια Έλληνα πρωθυπουργό να επισκέπτεται τις βαλκανικές πρωτεύουσες για να εκμαιεύσει τη βούλησή τους να επανέλθει η χώρα στην ευρωπαϊκή οικογένεια. Διότι με τις ιδεοληψίες που κυριαρχούν στην ελληνική κοινωνία –και όχι μόνο στο κυβερνών κόμμα– και αυτό μπορεί να συμβεί.

Η επίκληση των δημοψηφισμάτων ως μέσου άμεσης δημοκρατίας και η χειραγώγηση των μέσων ενημέρωσης μπορεί να οδηγήσει σε συμφορές καταστρεπτικών διαστάσεων. Θυμίζω, απλώς, τη λαϊκή αποδοχή που συνάντησε η απόφαση του Κωνσταντίνου Καραμανλή για αποχώρηση της Ελλάδας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ και οι προσπάθειες που κατέβαλε η χώρα, αργότερα, όταν αντιλήφθηκε τους κινδύνους που υφίσταντο.

Βεβαίως, η επιστροφή είχε και τις απώλειές της. Το status δεν ήταν το ίδιο με το πριν της εξόδου.

2] Μια κοινωνία καταταλαιπωρημένη οικονομικά και ψυχολογικά είναι εύκολο να παρασύρεται από τη δημαγωγία επιτήδειων ανθρώπων με δηλώσεις εντυπωσιασμού. Ένα κλίμα ευρωσκεπτικισμού αναπτύσσεται ολοένα και περισσότερο στην ελληνική κοινωνία στη βάση τού ότι ό,τι δυσάρεστο βιώνουμε και όσα δεινά υφιστάμεθα τα προκάλεσαν οι «κακοί Ευρωπαίοι». Αυτό το κλίμα καλλιεργεί και το απαράτ των κυβερνητικών ινστρουχτόρων, ελπίζοντας πως θα μπορέσει να επαναλάβει –αν χρειαστεί– την περυσινή στροφή με το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. Να εκτονώσει τη λαϊκή δυσαρέσκεια σε άλλες κατευθύνσεις και να βγει αλώβητο, και χωρίς συνέπειες για τη χώρα, από ανάλογες περιπέτειες.

Σίγουρα υπάρχουν οπαδοί του κυβερνώντος κόμματος που συνεχίζουν να το υποστηρίζουν. Το δείχνουν άλλωστε και οι δημοσκοπήσεις, οι οποίες, ακόμη και αν θεωρηθούν αξιόπιστες, καταγράφουν αποτελέσματα απολύτως διαχειρίσιμα από κυβερνητικής πλευράς. Αν και το διάστημα που πέρασε από τις τελευταίες εκλογές διαμορφώθηκαν τάσεις νέων πολιτικών συνειδήσεων, η κοινωνικοπολιτική σύνθεση του ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει αποστεί πολύ από το 4% της παραδοσιακής και ανανεωτικής Αριστεράς και αριστερισμού, ο κορμός από το ΠΑΣΟΚ και το ποσοστό της νίκης από τη Δεξιά.

Η σύνθεση αυτή δεν αποτελεί στέρεα εκλογική πλειοψηφία. Διότι πολλοί από τους ψηφοφόρους του επαναπατρίστηκαν – τουλάχιστον οι δεξιοί.

Υπάρχει όμως μια διάσταση στο πολιτικό παρασκήνιο στην οποία δεν δίνεται μεγάλη έμφαση, και η οποία φέρει ένα μέρος της Δεξιάς να συγκυβερνά ατύπως. Αυτό το τμήμα της Δεξιάς έχει σαφή χαρακτηριστικά και δεν είναι καθόλου σίγουρο πως θα ευνοούσε μια απομάκρυνση του ΣΥΡΙΖΑ από την εξουσία. Προφανώς, μεταξύ των άσων που διαθέτουν οι σχεδιαστές της εκλογικής στρατηγικής του ΣΥΡΙΖΑ (εκλογικός νόμος, έλεγχος των ΜΜΕ κτλ.) θα περιλαμβάνεται και η προσδοκία ότι η ενότητα της Δεξιάς παράταξης είναι φαινομενική.

3] Πέρα όμως από τα πολιτικά παιχνίδια εξουσίας, το κακό που υφίσταται η χώρα στον οικονομικό τομέα είναι τεράστιο. Οι συνέπειες δεν είναι μόνο οικονομικές –που και αυτές είναι τραγικές–, αλλά κυρίως πολιτικές, διότι ο έλεγχος σημαντικών τομέων της οικονομίας από κέντρα του εξωτερικού υποθηκεύει και τη δυνατότητα άσκησης πολιτικής. Διότι στις Δυτικές χώρες η σχέση οικονομίας και πολιτικής είναι άμεση. Οι οικονομικές δυνάμεις ασκούν μεγάλη επιρροή στην άσκηση της πολιτικής. Η Ελλάδα πρέπει να αποτελεί τη μοναδική ευρωπαϊκή περίπτωση όπου η επιρροή των οικονομικών παραγόντων στην πολιτική ισορροπία είναι μηδενική. Και αυτό ήταν αποτέλεσμα της κρατικής εξάρτησης και της πνευματικής και πολιτιστικής πενίας της ελληνικής αστικής τάξης.

Βεβαίως, το δικαίωμα της απεργίας είναι ένα κατοχυρωμένο με αγώνες εργατικό δικαίωμα, αλλά κανείς πρωθυπουργός που προσμετρά τις επιπτώσεις των δηλώσεών του στην οικονομία δεν θα απαντούσε στον Κινέζο ομόλογό του πως αποτελεί φυσικό δικαίωμα η απεργία, όταν του προτάθηκε πως, αν σταματήσουν, θα επενδυθούν άλλα 500 εκατομμύρια. Ο πολιτικός λόγος ενός πρωθυπουργού είναι ευέλικτος όταν οι οικονομικές συνέπειες των όσων θα πει είναι τεράστιες.

Σε μια χώρα που οι επενδύσεις αποτελούν όρο ύπαρξής της, δεν αποθαρρύνεις τον όποιο υποψήφιο επενδυτή.

4] Ο Μαρξ έγραψε το Κεφάλαιο σε μια περίοδο όπου η Ευρώπη «έβραζε» από τα επαναστατικά κινήματα τα οποία προκλήθηκαν από την ολοένα αυξανόμενη διεύρυνση του χάσματος στην κατανομή του πλούτου. Όπως υποστηρίζουν οι ειδήμονες, δεν ασχολήθηκε καθόλου με το ζήτημα της πολιτικής και οικονομικής οργάνωσης μιας κοινωνίας όπου θα είχε καταργηθεί εντελώς η ιδιωτική ιδιοκτησία του κεφαλαίου – πρόβλημα από τα πιο σύνθετα, όπως δείχνουν οι τραγικοί ολοκληρωτικοί αυτοσχεδιασμοί των καθεστώτων που το επιχείρησαν. Το ιστορικό αυτό παράδειγμα δείχνει ότι οποιαδήποτε απόκλιση από τις οικονομικές δομές απαιτεί τεράστια σοβαρότητα, προσοχή και ανάλυση για να μην οδηγήσει σε καταστροφικά αποτελέσματα. Αδυνατώ να κατανοήσω την ψυχολογία ανθρώπων που με τρομερή ευκολία επιχείρησαν πέρυσι τέτοιον καιρό να οδηγήσουν τη χώρα στον όλεθρο.

Οι ευθύνες τους, περιλαμβανομένων και του πρωθυπουργού, είναι ιστορικές και κάποτε θα αποδοθούν.

5] Το πρόβλημα και της χώρας και της Ευρώπης παραμένει τεράστιο και αναπάντητο. Τα υπάρχοντα οικονομικά εργαλεία και οι πολιτικές επιλογές δεν μπορούν να δώσουν λύση στη δυναμική που έχει το σύστημα, δυναμική που οδηγεί σε διεύρυνση των ανισοτήτων. Και η ιστορία έχει αποδείξει ότι ο δεσμός αυτός είναι γόρδιος και λύνεται μόνο με επαναστατικές εκρήξεις. Αν δεν υπάρξουν πολιτικές προτάσεις εξόδου από την κρίση σε ευρωπαϊκό, ή ακόμη και σε παγκόσμιο επίπεδο, τότε η ευρωπαϊκή έκρηξη πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Ήδη κυοφορείται.