Brexit-Grexit και το κακό συναπάντημα

Την 1η Ιανουαρίου 2000, την αυγή δηλαδή της νέας χιλιετίας, η Ελλάδα δεν περιλαμβάνονταν μεταξύ των χωρών που εισέρχονταν στη ζώνη του ευρώ. Και η ελληνική κοινωνία έφερε βαρέως το γεγονός ότι ένας ιστορικός λαός που έδωσε στην Ευρώπη το όνομά της, έμενε εκτός του νέου ευρωπαϊκού νυμφώνος. Αλληλοπαρηγορούμασταν ότι τον επόμενο χρόνο θα τα καταφέρναμε, χωρίς να γνωρίζουμε, ως κοινή γνώμη, τη δημιουργική λογιστική που θα εφαρμοζόταν για να σημειώσουμε άλλη μια ελληνική επιτυχία.

Στο βασίλειο των ψευδαισθήσεών μας, βεβαίως. Διότι και στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΟΚ, τότε) και στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση, η Ελλάδα εισήλθε με πολιτικά κριτήρια. Δεν ικανοποιούσε τις προϋποθέσεις.

Με την ίδια ευκολία που διαμορφώσαμε, τότε, έναν ανεξήγητο και αβάσιμο ενθουσιασμό, διαμορφώνουμε και σήμερα έναν επίσης επικίνδυνο ευρωσκεπτικισμό με αφορμή την ελληνική κρίση και το αναμενόμενο δημοψήφισμα για την παραμονή ή μη της Βρετανίας στην Ένωση. Και, βεβαίως, ενός κακού ιστορικού συναπαντήματος με ό,τι καιροσκοπικό διέθετε η ελληνική κοινωνία.

Πριν από την οποιαδήποτε ανάλυση, το απλούστερο, που λησμονούμε, είναι ότι τα ιστορικά, γεωγραφικά και πληθυσμιακά μεγέθη είναι πολύ διαφορετικά. Η Βρετανία μπορεί ενδεχομένως να επιβιώσει εκτός Ευρώπης, έστω και αν οι λαοί δεν τρομάζουν στη θέα των κανονιοφόρων της. Δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι μπορεί και να τις προβάλλει. Η Ελλάδα δεν μπορεί. Και δεν μπορεί, όχι μόνο γιατί δεν έχει κανονιοφόρους, αλλά και διότι δεν κατάφερε να διαμορφώσει πολιτική ήπιας ισχύος χωρίς την ανάγκη τους.

Οι δημοσκοπήσεις δίνουν προβάδισμα στο Brexit. Αν αυτό συμβεί, οι επιπτώσεις στην Ευρώπη θα είναι σημαντικές.

Θα τεθεί καταρχάς σε κίνδυνο ένα εγχείρημα που κατά την προσπάθεια υλοποίησής του η Ευρώπη διήνυσε μια από τις μεγαλύτερες περιόδους ειρήνης και ευημερίας. Θα εξασθενήσει η δύναμή της και θα αναπτυχθούν φυγόκεντρες τάσεις, ακόμη και από χώρες, όπως η Ελλάδα, που δεν έχουν καμιά τύχη εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο κίνδυνος διολίσθησης προς το χάος σε μια Ευρώπη που δεν είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει τέτοιας βαρύτητας γεγονότα είναι υπαρκτός. Αυτήν τη στιγμή σχέδιο αντίδρασης ή προοπτικής της Ευρώπης προς ένα νέο σχήμα δεν υπάρχει. Και αυτό θα επιδεινώσει την εικόνα της Ένωσης στους ευρωπαϊκούς λαούς.

Δεν αξίζει όμως μια τέτοια τύχη σε ένα εγχείρημα ιστορικών διαστάσεων. Η ευρωπαϊκή προσπάθεια, που πράγματι αγκυλώθηκε από τη γερμανική κοντόθωρη πολιτική ηγεμονία, μπορεί να μεταρρυθμιστεί και να μην εγκαταλειφθεί.

Και αυτό συμφέρει περισσότερο στην Ελλάδα από τον ολοένα και περισσότερο αναπτυσσόμενο ευρωσκεπτικισμό.

Περί του ελληνικού ευρωσκεπτικισμού δεν υπάρχει αμφιβολία. Όχι μόνο διαχέεται στα κοινωνικά δίκτυα και τις εκδηλώσεις στη δημόσια σφαίρα, αλλά καταγράφηκε και στο δημοψήφισμα πέρυσι το καλοκαίρι. Μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινής γνώμης πιστεύει πως η κρίση που διανύουμε οφείλεται στην ευρωπαϊκή πολιτική και στάση. Για λόγους που ξεπερνούν την πολιτική ανάλυση και γίνονται αντικείμενο μελέτης της ανθρώπινης συμπεριφοράς, ο Έλληνας πολίτης αισθάνεται ανακούφιση όταν επιρρίπτει τις ευθύνες στους «ξένους» και απαλλάσσει το σαθρό, ανίκανο και διεφθαρμένο πολιτικό προσωπικό της χώρας του.

Από την ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ ως σήμερα, περισσότερα από 200 δισ. ευρώ εισέρευσαν στη χώρα ως επιδοτήσεις, αλλά το αποτέλεσμα αυτής της χρηματοδότησης είναι πολύ περιορισμένο. Μια Ελλάδα εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν θα υστερούσε σήμερα μόνο σε επίπεδο υποδομών και ασφάλειας, αλλά θα είχε θεσμούς και νοοτροπία Ανατολής. Ήδη, δείγματα άσκησης μιας τέτοιας πολιτικής φαίνονται στην πολιτική και της σημερινής ελληνικής κυβέρνησης.

Το επιχείρημα οι αποφάσεις, για λόγους δημοκρατίας, να λαμβάνονται από το εθνικό κέντρο και όχι από τους αντιδημοκρατικούς θεσμούς της ΕΕ είναι έωλο. Θα μπορούσε να ισχύσει σε χώρες με παράδοση και σεβασμό στις αρχές της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, στις οποίες είναι αμφίβολο, ως προς το σεβασμό τουλάχιστον, αν μπορεί να συμπεριληφθεί και η Ελλάδα.

Ο τρόπος που βουλεύεται και αποφασίζει η ελληνική Βουλή για τα διάφορα νομοσχέδια επιβεβαιώνει αυτήν την επιφύλαξη.

Η Ευρώπη κατηγορείται, επίσης, για συγκεντρωτισμό και αντιδημοκρατική λειτουργία. Οι πολίτες και οι Αρχές των ευρωπαϊκών μεγαλουπόλεων, όμως, βρήκαν περισσότερο ευήκοα ώτα στις Βρυξέλλες παρά στις εθνικές πρωτεύουσες. Η ελληνική εμπειρία είναι αποκαλυπτική. Η Ευρώπη έχει αναγνωρίσει έλλειμμα δημοκρατίας στη λειτουργία της αλλά για ποια δημοκρατική λειτουργία και νομιμοποίηση μπορούν να μιλήσουν κυβερνήσεις ωσάν την ελληνική που κατέκτησαν την εξουσία με υποσχέσεις ακριβώς αντίθετες από την πολιτική που υλοποιούν;

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ευρώπη δεν πρέπει να μεταρρυθμιστεί. Είναι απόλυτη ανάγκη να το κάνει, στην κατεύθυνση μάλιστα της περαιτέρω ενοποίησής της στην αποδοχή εξωτερικών συνόρων που υπάγονται στον τομέα της άμυνας, της ασφάλειας, της οικονομικής ενοποίησης με θεσμούς όπως των ομοσπονδιακών κρατών. Κάτω από αυτήν την ομπρέλα ασφαλείας από εξωτερικούς κινδύνους και οικονομικά μονοπώλια να αφεθούν οι κυβερνήσεις των δημοκρατιών της να διαμορφώσουν τα αναπτυξιακά τους προγράμματα. Προς αυτήν την κατεύθυνση ένα Brexit θα βοηθούσε.

Εναλλακτική σ’ αυτήν την πορεία ίσως θα είναι μια πολυπολική Ευρώπη, με τον τρόπο που λίγο-πολύ λειτουργεί και σήμερα. Αυτό δεν είναι ένα καλό σενάριο για την Ελλάδα. Η παλαιότερη φιλοδοξία να λειτουργήσει η Ελλάδα ως πόλος βαλκανικών χωρών έχει εξασθενήσει, διότι η χώρα τα αρκετά αυτά χρόνια που ήταν μέλος του πιο σκληρού πυρήνα της Ένωσης δεν εκμεταλλεύτηκε τις ευκαιρίες που της δόθηκαν. Δεν κατάφερε να αναπτύξει μια εξωτερική και οικονομική πολιτική που να συσπειρώσει γύρω της τους βαλκανικούς λαούς. Ο όποιες δικαιολογίες είναι κατανοητές αλλά δεν αναιρούν τη διαπίστωση.

Τραγική θα ήταν και μια εκβιαστική πολιτική εξόδου από την Ένωση για την ικανοποίηση κάποιων αιτημάτων.

Εκβιαστική πολιτική ακολούθησε και η Τουρκία, την οποία σήμερα παρακολουθούμε να οδεύει στο περιθώριο των χωρών με επιρροή στην περιοχή.

Στην ελληνική περίπτωση μια εκβιαστική πολιτική μπορεί να ενεργοποιούσε τα ευρωπαϊκά αντανακλαστικά προς την κατεύθυνση της ένταξης στους κόλπους της και ενίσχυσης της συνεργασίας με δυνάμεις ανταγωνιστικές της Ελλάδας στα Βαλκάνια.

Υπενθυμίζω απλώς πως η προσδοκία της Αλβανίας να ικανοποιήσει το εθνικό της όραμα για ένωση όλων των Αλβανών ικανοποιείται με την ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή προσπάθεια. Το ίδιο και τα Σκόπια. Ευελπιστούν ότι θα μπορέσουν να κρατήσουν τη χώρα τους ενωμένη μόνο με την ένταξη στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ.

Η ευρωσκεπτικιστική αντίληψη που διαμορφώνεται στην Ελλάδα και που αναμένεται να πάρει διαστάσεις σε περίπτωση ενός Brexit θα πρέπει να απαντήσει σ’ αυτά τα ερωτήματα. Ποια είναι η εναλλακτική της πρόταση;