Κάτω οι ζαβολιάρηδες

Σαν ήμασταν μικροί και παίζαμε στις αυλές και στις αλάνες, υπήρχαν πάντα αυτοί που προσπαθούσαν να κλέψουν στα παιχνίδια. Κι αυτούς τους κατηγορούσαμε λέγοντάς τους ζαβολιάρηδες. Αν ήταν μάλιστα περισσότεροι, πιο ρωμαλέοι ή πιο πείσμωνες, περνούσε η ζαβολιά τους και έκλεβαν τη νίκη χωρίς να την αξίζουν.

Αφού δεν υπήρχε γυμνασίαρχος ή κάποιου είδους διαιτητής, οι ζαβολιάρηδες κάναν το δικό τους, επειδή μπορούσαν.

Μεγαλώνοντας, βέβαια, καταλάβαμε ότι τα πράγματα στον κόσμο των μεγάλων δεν διαφέρουν. Ίσα-ίσα, μπορεί να γίνουν και χειρότερα. Επίπλαστα πτυχία και βιογραφικά, διορισμοί σε θέσης ευθύνης, καριέρες, καθηγητιλίκια και διευθυντιλίκια, πλουτισμός κι επιτυχίες, εκλογικές νίκες, αθλητικά επιτεύγματα και πρωταθλήματα, τιμές και βραβεία με ζαβολιές.

Οι ζαβολιάρηδες πάντα υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν. Όταν όμως το πράγμα ξεφεύγει κι από εξαίρεση γίνεται κανόνας, κι όταν η ζαβολιά θεωρείται μαγκιά και καπατσοσύνη, τότε τίποτα δεν μένει όρθιο. Τίποτε πια δεν έχει νόημα και νοστιμάδα. Όλα μοιάζουν δηλητηριασμένα. Τότε ο όλεθρος και η νέμεση ακονίζουν τα μαχαίρια τους.

Τι κρίμα! Κρίμα για τους απογόνους αυτών που προσπάθησαν να κάνουν το «ευ αγωνίζεσθαι» τρόπο ζωής. Πού πήγε εκείνος ο υπέροχος λόγος του θεόπνευστου Αποστόλου Παύλου «εάν δε και αθλή τις, ου στεφανούται, εάν μη νομίμως αθλήση»;

Δεν έχετε αφήσει ζαβολιάρη για ζαβολιάρη που να μην του φορέσετε το δάφνινο στεφάνι. «Έχουν φτάσει στο ταβάνι τα μηδενικά κι οι νάνοι» που λέει και το τραγούδι. Και για τους έντιμους αγωνιστές της ζωής κρατάτε τα ακάνθινα στεφάνια.

Αλλά αυτό το τελευταίο είναι αναμενόμενο. Και μη νομίζετε πως αυτοί οι αγνοί αγωνιστές στενοχωριούνται και πολύ γι’ αυτό. Άνθρωποι είναι. Πικραίνονται και γκρινιάζουν λίγο, αλλά αυτό είναι επιφανειακό. Μέσα τους είναι ήρεμοι, χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι. Σας έχουν γραμμένους εκεί που ξέρετε, γιατί έχουν στο μυαλό τους το λόγο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.

«Οι δε λόγοι μου ου παρελεύσονται» λέει ο Υιός και Λόγος του Θεού. Κι αν «χείλη Ιερέως ου ψεύδονται» πόσο δε μάλλον τα χείλη του Παμμέγιστου Αρχιερέως και Θεού. Είπε λοιπόν ο Κύριος: «δεν υπάρχει δούλος που να έχει μεγαλύτερη ισχύ από τον κύριο του. Εάν εμένα με καταδίωξαν, κι εσάς θα σας καταδιώξουν». Αν λοιπόν στον Θεό μας φόρεσαν ακάνθινο στεφάνι, τι νομίζετε ότι περιμένουν όσοι πάνε με το σταυρό στο χέρι; Τίποτε τιμές και δόξες; Την ξέρουν τη μοίρα τους...

Σε εσάς που έχετε μπερδευτεί λοιπόν, ιδιαίτερα τους νέους, και που δεν ξέρετε προς τα πού να πάτε και ποιον δρόμο να πάρετε, νά τι έχω να σας πω με το χέρι στην καρδιά: Τους αγνούς αγωνιστές της ζωής με τα αγκάθινα στεφάνια τους μακαρίζω.

Τους ζαβολιάρηδες που παράνομα, άδικα κι αναξιοκρατικά παίρνουνε τα ψεύτικα δάφνινα στεφάνια και τα κάλπικα χρυσά μετάλλια, τους λυπάμαι τους κακόμοιρους. Κλαίει η καρδιά μου γι’ αυτούς τους δύσμοιρους.

Αυτούς μην τους ζηλεύετε καθόλου. Κι ας σας τους εμφανίζουν ως πρότυπα επιτυχίας μέσα από φίλτρα λάμψης τεχνητά. Μην απορείτε που πανηγυρίζουν έξαλλα και φοράνε τα χαμόγελα της επιτυχίας όταν ανεβαίνουν πάνω στο βάθρο του νικητή για να πάρουν το χρυσό μετάλλιο, ενώ στις φλέβες τους κυκλοφορούν τα παράνομα φάρμακα και η ντόπα. Θέατρο κάνουν. Διχάζουν τον εαυτό τους και δημιουργούν μια ψεύτικη περσόνα, για να μην τρελαθούν.

Γιατί στ’ αλήθεια είναι πολύ κοντά στην απόγνωση και την κατάθλιψη. Ξέρουν ότι τον Θεό και τον εαυτό τους δεν μπορούν να τους ξεγελάσουν. Αυτοί οι δύο είναι κριτές άμεμπτοι και δεν ξεγελιούνται. Το σκουλήκι της αδικίας που κάνανε τους τρώει από μέσα, και οι ερινύες τούς κατατρέχουν. Και το πρωί σαν σηκώνονται, από ύπνο ανήσυχο και ταραγμένο, δεν τολμούν να κοιτάξουν τον εαυτό τους στον καθρέφτη. Ξεπορτίζουν φορώντας το ψεύτικο προσωπείο της επιτυχίας και έτσι μασκαρεμένοι κυκλοφορούν. Μα το σκουλήκι είναι μέσα τους και τους τρώει.

Όταν κάθονται στην αρχηγική τους καρέκλα που την κατέκτησαν χωρίς να την αξίζουν με τις ζαβολιές, είναι ανασφαλείς κι ανήσυχοι. Και αυτή η άρρωστη κατάσταση και η βαθιά συνειδητοποίηση ότι τα πράγματα τους χαρίστηκαν και δεν τα κατάφεραν με τον κόπο και τον ιδρώτα τους άραγε πού οδηγεί; Οδηγεί στην κακία απέναντι στους συναδέλφους, ειδικά σε αυτούς που θεωρούν υφισταμένους.

Από εκεί να τους καταλαβαίνετε. Από το ότι φέρονται σαν θλιβεροί τυραννίσκοι σ’ αυτούς που θεωρούν δήθεν κατώτερους και «γλείφουν» όσους θεωρούν ανώτερους.

Μην τους ζηλεύετε καθόλου σας λέω. Αυτοί οι άνθρωποι αδίκησαν άλλους ανθρώπους. Πιο στέρεο συμβόλαιο με την καταδίκη από αυτό δεν υπάρχει. Και δεν μιλάω μόνο για την άλλη ζωή. Όταν αδικείς κατ’ αυτόν τον τρόπο, η κατραπακιά έρχεται και σε αυτήν τη ζωή. Κι όσο πιο πολύ αργεί, τόσο το χειρότερο. Να θυμάστε τα λόγια του σοφού Σόλωνα: «Μηδένα προ του τέλους μακάριζε». Αλλά και την παροιμία του λαού που λέει πως όσο πιο ψηλά ανεβαίνει η μαϊμού, τόσο πιο πολύ φαίνονται τα οπίσθιά της.

Να χτίζετε στέρεα. Με σκληρή δουλειά. Πάρτε το δρόμο της αρετής, τον δύσκολο δρόμο. Ευ αγωνίζεσθαι. Για να χτίσετε εντίμως ό,τι μπορέσετε σε αυτήν τη ζωή. Μικρό ή μεγάλο, δεν έχει σημασία – αρκεί να είναι καμωμένο με μεράκι. Ο Θεός θα το κρίνει και ο συνάνθρωπος. Αρκεί να είναι σαν την πυραμίδα, με στέρεα βάση.

Και η κορυφή της πυραμίδας που φτιάξατε με την αλήθεια σας και τον ιδρώτα σας και με ό,τι χαρίσματα σας έδωσε ο Θεός, ας έχει στην κορυφή της τα λόγια του σταυρωμένου ληστή. «Μνήσθητι μου Κύριε, όταν έλθεις εν τη βασιλεία Σου». Κι ακόμα –να γινότανε– τα λόγια του Αποστόλου Παύλου «τον καλόν αγώνα ηγώνισμαι, τον δρόμον τετέλεκα, την πίστιν τετήρηκα».