Εθνική παρακμή και γενοκτονία

Η Ελλάδα βαδίζει –ή, για την ακρίβεια, σέρνεται– στα έσχατα όρια της παρακμής. Εικόνα αυτής της παρακμής το επίπεδο των ομιλιών υπουργών και βουλευτών της συγκυβέρνησης, και όχι μόνον, στην ειδική συνεδρίαση της Βουλής των Ελλήνων για τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, που έγινε χθες, 19 Μαΐου 2016.

Καταρχάς, αυτό που πρέπει να προβληματίσει το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας, είναι το γεγονός ότι ανέχθηκε και ανέχεται μια κυβέρνηση που έχει στις τάξεις της αρκετούς αρνητές της Γενοκτονίας, ένας από τους οποίους είναι ο υπουργός Παιδείας χωρίς πτυχίο ανωτάτου εκπαιδευτικού ιδρύματος, Νίκος Φίλης. Από εκείνους που δεν αποκαλύπτουν δημόσια τις θέσεις τους για τη Γενοκτονία, είναι η αναπληρώτρια υπουργός στο ίδιο υπουργείο, Σία Αναγνωστοπούλου, η οποία όμως εξαίρεσε τη Γενοκτονία από τα βιβλία ιστορίας, χωρίς ποτέ να δώσει πειστικές εξηγήσεις.

Το γεγονός ότι η κυβέρνηση έχει στις τάξεις της αυτούς τους δυο υπουργούς, την καθιστά συνυπεύθυνη και θα μπορούσε να πει κανείς ότι πρόκειται για την πρώτη κυβέρνηση αρνητών της Γενοκτονίας, από τότε που αναγνωρίστηκε ομοφώνως από τη Βουλή των Ελλήνων (1994).

Όσον αφορά τις ομιλίες στην ειδική συνεδρίαση της Βουλής, σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες, καθότι δεν είχα χρόνο να παρακολουθήσω την ομιλία του, ο υφυπουργός Εξωτερικών δεν ανέφερε ούτε μία λέξη για την Τουρκία και τους Τούρκους, ενώ μάλλον μπέρδεψε την ιδιότητά του, αφού μάλλον μίλησε ως μέλος κάποιας ΜΚΟ παρά ως υπουργός που εκπροσωπεί την ελληνική κυβέρνηση.

Συγκεκριμένα, ο κ. Αμανατίδης φέρεται να είπε: «Το δύσκολο έργο του τερματισμού της μη αποδοχής της ιστορικής αλήθειας από τη γείτονα χώρα, η οποία θα πρέπει αναμφισβήτητα να συμπορευτεί με τη συγχώρεση, θα πρέπει να αναλάβουν οι ίδιες οι κοινωνίες σε απευθείας γόνιμο και εποικοδομητικό διάλογο, ώστε μια τέτοια ειλικρινής προσέγγιση να αποκλείσει το ενδεχόμενο να επαναληφθούν παρόμοιες αποτρόπαιες πράξεις, οπουδήποτε στον κόσμο. Ο διάλογος αυτός, σε συνδυασμό με την αναγνώριση και εξάλειψη του ταμπού για την ποντιακή Γενοκτονία, θα οδηγήσει στην αυγή μιας νέας εποχής».

Δηλαδή, απέφυγε να καλέσει απ’ ευθείας την Τουρκία να αναγνωρίσει την Γενοκτονία, φοβούμενος ποιος ξέρει τι, ή υπακούοντας ποιος ξέρει σε ποιων τις οδηγίες.

Όσον αφορά τις ομιλίες άλλων βουλευτών της συγκυβέρνησης, κοινό τους χαρακτηριστικό ήταν η υποκρισία, αφού από τη μια μιλούσαν για τη Γενοκτονία και από την άλλη ανέχονται και στηρίζουν μήνες τώρα μια κυβέρνηση που έχει στις τάξεις της έναν δημόσιο αρνητή και αρκετούς κρυφούς και δόλιους αρνητές της Γενοκτονίας.

Τα πράγματα είναι ξεκάθαρα.

Η Γενοκτονία και η ιερή υπόθεση της διεθνοποίησης του ζητήματος αυτού, είναι η τελευταία ελπίδα να ανακτήσει η Ελλάδα την αξιοπρέπειά της και να δείξει ότι είναι αποφασισμένη να μην ανεχθεί άλλες παρόμοιες πράξεις τώρα και στο μέλλον.

Και πρόκειται για την πιο προοδευτική ιδέα που υπάρχει αυτήν τη στιγμή στην πατρίδα μας, την οποία αν υπηρετήσουμε όλοι οι Έλληνες, ανεξαρτήτως καταγωγής και ιδεολογίας, πέραν του ότι θα δικαιώσουμε τους αδικοχαμένους νεκρούς μας, θα κατορθώσουμε να αναχαιτίσουμε την τουρκική επιθετικότητα και μάλιστα χωρίς εξοπλισμούς – και τις μίζες που αυτοί συνεπάγονται.

Αν σύσσωμη η ελληνική κοινωνία δείξει την αποφασιστικότητά της ότι δεν πρόκειται να ανεχθεί αρνητές όχι μόνο στην κυβέρνηση αλλά και στον πολιτικό στίβο γενικότερα, και αν συνεπακόλουθα οι ελληνικές κυβερνήσεις και το εθνικό δυναμικό υποστηρίξουν μια στρατηγική διεθνοποίησης, που θα φέρει αλυσίδα αναγνωρίσεων από ξένα κοινοβούλια, αν δημιουργηθεί σταδιακά ένας κλοιός αναγνωρίσεων γύρω από την Τουρκία, τότε οι κυβερνήσεις της Άγκυρας θα υποχρεωθούν να περάσουν από την επίθεση, που είναι τώρα, στην άμυνα και στην απολογία· και μια απολογούμενη Τουρκία δεν μπορεί να ακολουθήσει, με την ευχέρεια που το κάνει τώρα, μια επιθετική και επεκτατική πολιτική στην Κύπρο, το Αιγαίο και τη Θράκη.

Πέραν της ηθικής υποχρέωσης προς τα θύματα και την ίδια την ιστορία, αυτή είναι η πολιτική και αν θέλετε η γεωπολιτική πεμπτουσία της Γενοκτονίας, που αδυνατούν
ή δεν θέλουν να αντιληφθούν Φίλης και Σία…

Καιρός να τους εξοβελίσουμε από το πολιτικό μας σύστημα όλους αυτούς αδέλφια, αρκεί να αντιληφθούμε τη δύναμη που μας δίνει το δίκαιο, η αλήθεια και η πίστη ότι με τον τρόπο αυτό βοηθάμε την προσφιλή μας πατρίδα.