ΔΔΟ και Κυπριακό – Ένα άλυτο πρόβλημα;

Από το 1977, έτος αποδοχής από την τότε κυπριακή ηγεσία, υπό τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, της στρατηγικής επιλογής της ομοσπονδιακής επίλυσης του Κυπριακού, κυριαρχεί στον δημόσιο διάλογο η συζήτηση γύρω από την ονοματολογία, αλλά και το περιέχομενο μιας ενδεχόμενης λύσης. 

Ας εξετάσουμε λοιπόν τα επιχειρήματα των δύο κύριων σχολών σκέψης όσον αφορά την επίλυση του Κυπριακού Προβλήματος.

Οι επικριτές της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας (ΔΔΟ) προτάσσουν ως κύριο επιχείρημα ότι η μια λύση τύπου ΔΔΟ νομιμοποιεί και μονιμοποιεί τα τετελεσμένα της εισβολής, υπαγορεύθηκε από την Άγκυρα, και ότι στην ουσία αποτελεί λύση συγκεκαλυμμένης διχοτόμησης. Αναφέρουν ακόμη ότι η λύση ΔΔΟ δεν θα διασφαλίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα καθώς, όπως αναφέρουν, θεσμοθετεί εσαεί το διαχωρισμό των δυο κοινοτήτων επί εθνοτικών κριτηρίων.

Προσθέτουν επίσης πως η ΔΔΟ θέτει την Κύπρο υπό ομηρία ή αλλιώς υπό την ηγεμονική επικυριαρχία της Τουρκίας, η οποία θα επιδιώξει μέσω των εποίκων και των μηχανισμών της Γερουσίας της Ομόσπονδης ΚΔ να ελέγχει όλη την Κύπρο. Παραπέμπουν δε σε ανάλογη πρόνοια στο σχέδιο Ανάν.

Από την άλλη, οι υποστηρικτές της ΔΔΟ αναφέρουν ότι τάσσονται υπέρ της λύσης αυτής υπογραμμίζοντας ότι το status-quo στην Κύπρο δεν μπορεί να ανατραπεί, λόγω στρατιωτικής αδυναμίας. Σημειώνουν παράλληλα ότι η επιλογή τους γίνεται στη βάση του «το μη χείρον βέλτιστον», ή εδράζεται στην επιλογή του μικρότερου κακού.

Υποστηρίζουν παράλληλα ότι επιδίωξη λύσης πέραν της ΔΔΟ θα οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια στην ταϊβανοποίηση των Κατεχομένων και συνεπώς στην οριστική διχοτόμηση της Κύπρου. Αναφέρουν ακόμη ότι η παρέλευση του χρόνου θα καταστήσει τους ΤΚ κυρίαρχους στον Βορρά και συνέταιρους στον Νότο, καθώς πολλοί από αυτούς έχουν υπηκοότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Όπως υποστηρίζουν, πρέπει να γίνει αγώνας από την κυπριακή ηγεσία για να βελτιωθεί αυτή η λύση για να γίνει «βιώσιμη, λειτουργική, και υπό τις περιστάσεις δίκαιη». Με άλλα λόγια, οι υποστηρικτές της ΔΔΟ λένε ότι εδώ που φθάσαμε πρέπει να περισώσουμε ό,τι περισώζεται.

Αυτή η λογική εμφορείται σε κάποιες εκφάνσεις της από τη φόρμουλα «έδαφος έναντι ειρήνης» που επιχειρήθηκε να εφαρμοστεί ανεπιτυχώς διά του ψηφίσματος 242 του Συμβουλίου Ασφαλείας στην ισραηλινοπαλαιστινιακή διένεξη. Η εν λόγω συλλογιστική μπορεί να παραπέμψει κάλλιστα και σε συνομοσπονδιακής υφής λύση.

Τα προαναφερόμενα παραδείγματα αποτελούν τις δύο κύριες σχολές σκέψης –αν και υπάρχουν και δευτερεύουσες– στο Κυπριακό, που εκφράζονται τόσο σε επίπεδο κομματικών ηγεσιών όσο και στο επίπεδο της κοινωνίας των πολιτών. Τίθενται πολλά ερωτήματα επί των δύο βασικών σχολών σκέψης. Π.χ. οι επικριτές της ΔΔΟ ή αντιομοσπονδιακοί απορρίπτουν το ομοσπονδιακό σύστημα εξολοκλήρου επιδιώκοντας λύση ενιαίου κράτους; Ή απορρίπτουν απλώς τη διζωνικότητα της λύσης επιδιώκοντας κάτι άλλο, φερειπείν τριζωνική ή πολυπεριφερειακή ομοσπονδία;

Μέχρι τώρα δεν έχουμε ακούσει ξεκάθαρες θέσεις και τοποθετήσεις γι’ αυτά τα ζητήματα τόσο για το περιεχόμενο της λύσης, αλλά και τη στρατηγική που πρέπει να μετέλθει η ελληνοκυπριακή πλευρά για να την επιτύχει.

Με ποια υψηλή στρατηγική θα επιτευχθεί αυτή η λύση, ποια παράθυρα ευκαιρίας που δεν αξιοποιήθηκαν τόσα χρόνια θα επιχειρήσουν να εκμεταλλευτούν και πώς θα αποσοβήσουν τους ενδεχόμενους κινδύνους; Η ανακάλυψη φυσικού αερίου στην κυπριακή ΑΟΖ και οι αναδυόμενες συμμαχίες στο της ΚΔ με το Ισραήλ είναι παράγοντες που μπορεί να οδηγήσουν σε μια λύση με αυτό το περιεχόμενο;

Στην άλλη πλευρά του λόφου, οι υποστηρικτές της ΔΔΟ (φιλοομοσπονδιακοί) είτε είναι πολιτικοί είτε είναι πολίτες πρέπει να αναφέρουν ρητά μέχρι πού είναι έτοιμοι να φτάσουν. Είναι έτοιμοι να δεχτούν μόνιμες παρεκκλίσεις στο ευρωπαϊκό κεκτημένο; Είναι έτοιμοι να δεχτούν περιστολές στις βασικές ελευθερίες; Και αν ναι, με ποια ανταλλάγματα και σε ποια πεδία των επιμέρους κεφαλαίων του Κυπριακού; Είναι μια τέτοια λύση βιώσιμη και λειτουργική;

Σε τελική ανάλυση, αυτή η συζήτηση καταλήγει να είναι ακαδημαϊκού χαρακτήρα, καθώς η Τουρκία δεν φαίνεται να αποδέχεται την ομοσπονδιακή λύση, αλλά εμμένει σε συνομοσπονδιακής υφής λύση.

Θεωρούμε ότι δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για να ευοδωθεί η παρούσα προσπάθεια επίλυσης του Κυπριακού, καθώς η Τουρκία δεν πρόκειται να υποχωρήσει από τις θέσεις της όσον αφορά τις λεγόμενες εγγυημένες πλειοψηφίες γης και πληθυσμού, αλλά και σε άλλα ζητήματα όπως αυτό της ασφάλειας- εγγυήσεων, αλλά και στο εδαφικό.

Παράλληλα στο περιουσιακό υπάρχει ακόμη σημαντική απόσταση και διιστάμενες απόψεις, ενώ για το εδαφικό η Άγκυρα ποτέ δεν άνοιξε τα χαρτιά της.

Σε αυτό το σημείο θα ήταν χρήσιμο να πάμε πίσω στο χρόνο, στον Φεβρουάριο του 1977, για να καταδείξουμε τη διαχρονική στρεψοδικία της τουρκικής πλευράς. Όταν ήρθε στην Κύπρο ο Κλαρκ Κλίφορντ, απεσταλμένος του Αμερικανού προέδρου Κάρτερ, εισηγήθηκε η ελληνοκυπριακή πλευρά να υποβάλει συγκεκριμένες προτάσεις για την εδαφική πτυχή του Κυπριακού, τις οποίες θα προσδιόριζε σε χάρτη, ενώ η τουρκοκυπριακή πλευρά θα υπέβαλε σαφείς προτάσεις για το συνταγματικό και αντιπροτάσεις για το εδαφικό. Παρά το γεγονός ότι η δική μας πλευρά κατέθεσε προτάσεις όπως συνέστησε και διαβεβαίωνε ο Κλίφορντ ότι η ανταπόκριση της άλλης πλευράς θα ήταν εποικοδομητική, η Τουρκία υπαναχώρησε και δεν άνοιξε τα χαρτιά της.

Επιστρέφοντας στο σήμερα, μπορούμε να αναφέρουμε ενδεικτικά ότι στις «προγραμματικές θέσεις» της νέας ψευδοκυβέρνησης στα Κατεχόμενα επιβεβαιώθηκε εκ νέου η τουρκική, αλλά και τουρκοκυπριακή αντίληψη για εγγυημένες πλειοψηφίες εδάφους και πληθυσμού.

Αυτή η θέση εμπίπτει στις κόκκινες γραμμές τις ελληνοκυπριακής πλευράς. Υπάρχει κάποιος ηγέτης που να μπορεί να θέσει σε δημοψήφισμα ένα τέτοιο σχέδιο;

Επιπλέον, η Άγκυρα εμμένει στο θέμα των εγγυήσεων και στην παραμονή τουρκικών στρατευμάτων. Μια άλλη κόκκινη γραμμή για την πλευρά μας.

Επίσης, κατά την άποψή μας δεν υπάρχει καμία περίπτωση η τουρκοκυπριακή πλευρά να αποδεχτεί την ελληνοκυπριακή θέση ότι το νέο μόρφωμα που θα προκύψει θα αποτελέσει μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αντίστροφα, δεν υπάρχει Ελληνοκύπριος ηγέτης ο οποίος να αποδεχτεί την τουρκική θέση. Η λογική της εποικοδομητικής ασάφειας δεν έχει βοηθήσει την ελληνοκυπριακή πλευρά στο παρελθόν και δεν θα την βοηθήσει ούτε τώρα.

Όπως εξηγήσαμε πιο πάνω, δυστυχώς, δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες θα οδηγήσουν τις διακοινοτικές συνομιλίες σε επίλυση του Κυπριακού. Μακάρι να κάνουμε λάθος και να διαψευστούμε από τα γεγονότα.