15 Μάιος 2016, 11:35 - Τελευταία Ενημέρωση: 14 Μάιος 2016, 21:17

Γιάννης Καλπούζος: Εμείς τι κάνουμε για να αναγνωριστεί η Γενοκτονία των Ποντίων;

  • Γιάννης Καλπούζος: Εμείς τι κάνουμε για να αναγνωριστεί η Γενοκτονία των Ποντίων;
    Ο Γιάννης Καλπούζος με το βιβλίο του «Σέρρα – Η ψυχή του Πόντου» (φωτ.: Σωτήρης Τρυψάνης για το pontos-news.gr)

«Κοιτάς μπροστά, όταν δεν ξεχνάς από πού έρχεσαι» γράφει στο «αυτί» του πράσινου βιβλίου. Ακριβώς δίπλα μια ποντιακή λύρα. Το νέο μυθιστόρημα του Γιάννη Καλπούζου δεν αφήνει καμία αμφιβολία για το θέμα που πραγματεύεται. Σέρρα – Η ψυχή του Πόντου ο τίτλος του.

Ο γνωστός συγγραφέας ταξιδεύει για μια ακόμα φορά στις σελίδες της ιστορίας και μιλά στο pontos-news.gr για το νέο του έργο.

Με αφορμή αφηγήσεις Ποντίων, χρησιμοποιεί τη μυθοπλασία για να ιχνογραφήσει τον Πόντο μέχρι την Ανταλλαγή. Να μιλήσει για το φόβο που σπέρνουν Νεότουρκοι και κεμαλιστές και να καταλήξει στη Σοβιετική Ένωση επί Στάλιν, και από εκεί στα στρατόπεδα εργασίας της Σιβηρίας και του Καζακστάν. Επιπλέον, χρησιμοποιεί την ιστορική έρευνα για να επιβεβαιώσει ότι «η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου πρέπει να αναγνωριστεί παγκοσμίως για να καταγραφεί η ιστορική αλήθεια».

Οι ήρωες του Γιάννη Καλπούζου χτίζονται με τα υλικά της εποχής, αλλά το αφήγημα έρχεται να θέσει ένα διαχρονικό ερώτημα: τελικά οι προσωπικές ήττες και οι ήττες των λαών μάς κάνουν σοφότερους;

Στο Ιμαρέτ, το μυθιστόρημα που σας καθιέρωσε στη συνείδηση του αναγνωστικού κοινού, πηγαίνετε στην Άρτα του 1854 και ξετυλίγετε τη φιλία μιας οικογένειας Ελλήνων και μιας οικογένειας Οθωμανών. Στο Σέρρα καταπιάνεστε με ένα ακόμα παραγνωρισμένο κεφάλαιο της ιστορίας του ελληνισμού. Τι είναι αυτό που σας έλκει και τοποθετείτε τους ήρωές σας στις συγκεκριμένες εποχές, και με ποιον τρόπο σας οδηγούν εκεί;
Με ενδιαφέρει ο ελληνισμός στις απόμακρες γεωγραφικές περιοχές και με γοητεύει να αναπλάθω παραστατικά τις ζωές των ανθρώπων του παρελθόντος το οποίο εμπεριέχει –και σαφέστατα έχει διαμορφώσει σε πολλές πτυχές– το σήμερα. Να βυθίζομαι στις ψυχές τους και να μην ανιχνεύω μοναχά τη σκόνη της ιστορίας, δεδομένου ότι ελάχιστα έχουν αλλάξει οι εκφράσεις της ψυχής και εν πολλοίς οι νοοτροπίες και οι συμπεριφορές.

Έχουμε μπολιαστεί απ’ το χθες, και όταν το λησμονάμε αποκοβόμαστε όπως το δέντρο απ’ τις ρίζες του.

Όσο για τη μετάβασή μου σε αλλοτινές εποχές, γίνεται μέσω της επίμονης και επίπονης έρευνας. Όμως αυτό δεν επαρκεί. Πρέπει όλα τα στοιχεία που αλιεύω να διηθούνται μέσα μου και να αφομοιώνονται, ώστε κατά τη γραφή να εντάσσονται στη μυθοπλασία εν είδει βιωματικής εναπόθεσης.

Σε συνέντευξή σας έχετε πει ότι αφορμή για το Σέρρα αποτέλεσαν αφηγήσεις Ποντίων που εγκαταστάθηκαν στην ευρύτερη περιοχή της Άρτας. Τι είναι αυτό που θυμάστε πιο έντονα από όλα όσα ακούσατε;
Η ζωή στα ορεινά της Αμπχαζίας και στη συνέχεια στο Παχταράλ του Καζακστάν. Τα περισσότερα, βεβαίως, δεν τα καταχώρισα καν, αφού η μυθοπλασία ακολουθεί τους δικούς της κανόνες. Ωστόσο μου έδωσαν την ατμόσφαιρα της εποχής.

Θυμάμαι έντονα μια σκηνή, την οποία και κατέγραψα.

Όταν σε μια εμποροπανήγυρη στο Παχταράλ μερικοί Πόντιοι γέροντες σηκώθηκαν κι έβαλαν τις απαλάμες τους πάνω από το κεφάλι ενός κλέφτη, τον οποίον χτυπούσαν με τα μαστίγια καβαλάρηδες Καζάκοι. Κίνηση την οποία σεβάστηκαν οι Καζάκοι και σώθηκε ο κλέφτης από το λιντσάρισμα. Με αφορμή αυτή τη σκηνή, ο ήρωάς μου λέει: «Τούτες οι απαλάμες των γερόντων είναι τα χέρια του Θεού. Τους φώτισε με σοφία ο Θεός επειδή στάθηκαν ικανοί να την δεχτούν». Κοντολογίς, θέλω να πω ότι είχαν κατακτήσει τη λαϊκή σοφία.

Ήρωας του βιβλίου σας είναι ο Γαληνός Φιλονίδης, και από όλους τους τίτλους που θα μπορούσατε να διαλέξετε επιλέξατε έναν πολεμικό χορό. Γιατί;
Όσα συμβαίνουν στο μυθιστόρημα είναι ωσάν να αποτελούν κινήσεις και φλόγες του συγκλονιστικού χορού σέρρα, ο οποίος δεν είναι μόνο πολεμικός. Σύμφωνα με όσα μελέτησα από κείμενα εκείνων των χρόνων, αλλά και ένιωσα ο ίδιος παρατηρώντας παλιούς χορευτές, την ώρα που χορεύουν περνά από μέσα τους όλη η ζωή τους. Γι’ αυτό πάσχισα να αποτυπώσω τι ακριβώς σηματοδοτεί, στη σελίδα 357 και στις επόμενες. Ίσως αξίζει να δημοσιεύσετε αυτή την περιγραφή ολόκληρη για να κατανοήσουν οι αναγνώστες σας περί τίνος πρόκειται. Εμπεριέχεται σ’ αυτήν η ψυχή του Πόντου.


Πατήστε πάνω στη φωτογραφία για να διαβάσετε ολόκληρο το απόσπασμα

«Χαρισματικό, θρήσκο και θεματοφύλακα των ηθών της εποχής» χαρακτηρίζετε τον Γαληνό Φιλονίδη. Ποια δύναμη ασκούν πάνω του οι γυναίκες και η ιστορία; Ποιος ο ρόλος των πραγματικών προσώπων που «εισχωρούν» ανάμεσα στους μυθοπλαστικούς ήρωες;
Όλοι οι ήρωες είναι χτισμένοι με τα υλικά της εποχής. Τα ήθη, τις νοοτροπίες, τις συμπεριφορές, τις ειδικότερες ή τις γενικότερες συνθήκες. Τα πραγματικά πρόσωπα εισχωρούν για να καταδείξουν το ακριβές ιστορικό υπόστρωμα, να συμβάλουν στην αναπαράσταση εκείνων των χρόνων με τον δικό τους χαρακτήρα, για να αποδοθεί τιμή σε ορισμένα πρόσωπα και σε άλλα για να φανούν τα εγκλήματά τους – όπως για παράδειγμα ο Τοπάλ Οσμάν.

Ο Γαληνός Φιλονίδης είναι ένας χαρακτήρας εκείνης της εποχής, με τα δικά του χαρακτηριστικά. Οι δυο γυναίκες που εμπλέκονται στη ζωή του έρχονται να τον διχάσουν. Από τη μια η καταλυτική δύναμη του έρωτα κι από την άλλη οι θεσμοθετημένοι κανόνες που διέπουν τα της συζυγικής ζωής και τα κοινωνικά ήθη, αλλά και τα προσωπικά του πιστεύω. Μια πάλη, άλλωστε, η οποία κρατά αιώνες ανάμεσα στους ανθρώπους και οδηγεί στο ερώτημα το οποίο θέτει ο αφηγητής στο Σέρρα: «Σε μια τόσο σύντομη ζωή καθένας δικαιούται ν’ απολαμβάνει το μερτικό στην ευτυχία που του αναλογεί. Άραγε όποτε του δίνεται και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες και καταστάσεις;».

Όσο για την ιστορία, παρασέρνει τον Γαληνό Φιλονίδη στη δίνη της, όπως όλους μας. Όμως εδώ χωρά και μια άλλη ρήση του αφηγητή, περί της ατομικής μας ευθύνης στα τεκταινόμενα: «Σκορπά ο Θεός στον ουρανό τους βόλους του, τεντώνει το χέρι και πότε πιάνει πλανήτη δίχως φως, πότε μετεωρίτη και πότε ήλιο λαμπερό. Μονάχα που δανείζεται κάθε φορά το δικό μου ή το δικό σου χέρι».

Τελικά είναι ένα μυθιστόρημα μόνο για τη Γενοκτονία, την Ανταλλαγή και τις διώξεις επί Στάλιν, ή υπάρχει και μια δεύτερη ανάγνωση; Πιστεύετε ότι το ιστορικό μυθιστόρημα έχει να δώσει κάτι στο ψηλάφισμα της ιστορίας;
Χωρούν πάμπολλες αναγνώσεις. Σε ένα άρθρο μου που δημοσίευσε η Athens Voice κατέγραψα δεκάδες θέματα που πραγματεύεται το Σέρρα, είτε στο προσκήνιο είτε στο υπόστρωμα της μυθοπλασίας, καθώς χρησιμοποιώ την πολυεπίπεδη γραφή. Ένας τρόπος γραφής που επιτρέπει στον αναγνώστη να μείνει μόνο στη μυθιστορία ή να ψάξει όσα κρύβονται κάτω από αυτήν σε πολλά επίπεδα.

Το ιστορικό μυθιστόρημα ασχολείται κυρίως με τις πτυχές εκείνες της ιστορίας που η ίδια δεν μπορεί να προσεγγίσει.

Ζωντανεύει μια αλλοτινή εποχή μέσα από την αναπαράσταση της καθημερινής ζωής και των ιστορικών περιπετειών, κι όλα γίνονται πιο κοντινά και οικεία. Παρέχει έτσι τη δυνατότητα στον αναγνώστη να κατανοήσει μια εποχή και να κρίνει με τα μέτρα και τα σταθμά που ίσχυαν τότε και όχι με τον τρόπο που σκεφτόμαστε σήμερα. Υπό αυτήν την έννοια έχει πολλά να προσφέρει στο ψηλάφισμα των ιστορικών γεγονότων, εφόσον βεβαίως το ανθρωπογεωγραφικό και ιστορικό υπόστρωμα είναι ακριβές. Να έχει, δηλαδή, προηγηθεί επίπονη και επίμονη έρευνα σε βάθος και συγχρόνως ο συγγραφέας να είναι απαλλαγμένος από κάθε προκατάληψη προς όλες τις κατευθύνσεις.

Στις παρουσιάσεις που κάνετε ανά την Ελλάδα έρχεστε σε επαφή με ανθρώπους που ανήκουν σε ποντιακά σωματεία, και που ακόμα και σήμερα μπορεί να αισθάνονται ξεριζωμένοι. Επιλέγετε δε να παρουσιάζετε ο ίδιος στο κοινό το Σέρρα. Αυτό το κοινό σάς έχει δώσει κάτι που θα βάζατε στο βιβλίο αν το γράφατε από την αρχή;
Μου έχει δώσει πολλά, με βάση τα οποία θα μπορούσαν να γραφούν δεκάδες άλλα βιβλία. Μου διηγούνται ιστορίες γνωστές και άγνωστες, οικογενειακές ή ολόκληρων χωριών. Ωστόσο για το Σέρρα δεν αισθάνθηκα ότι θέλω να προσθέσω κάτι άλλο. Το βιβλίο έχει γραφτεί με συγκεκριμένη δομή, περιεχόμενο και στόχο. Ένα ακόμη συνταρακτικό γεγονός ή ένα δραματικό ή άλλο περιστατικό δεν θα πρόσθετε ούτε στη φιλοσοφία του ούτε στην ατμόσφαιρά του, ούτε στα νοήματα και στα θέματα που πραγματεύεται.

Το ταξίδι του βιβλίου άρχισε το 2012, όπως έχετε πει, καθώς τότε ξεκινήσατε την έρευνα. Σήμερα, έχετε πειστεί ακόμα περισσότερο για την ανάγκη διεθνοποίησης της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Ανατολής; Για ποιους λόγους;
Ουδέποτε είχα αμφιβολία περί αυτού. Βεβαίως, βουτώντας στα βαθιά νερά της ιστορίας του Πόντου και ψηλαφίζοντας κάθε λεπτομέρεια, ορθώνεται μέσα μου ακόμη πιο έντονα η ανάγκη. Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου πρέπει να αναγνωριστεί παγκοσμίως για να καταγραφεί η ιστορική αλήθεια, για να τιμηθεί η μνήμη των εκατοντάδων χιλιάδων νεκρών, για να μην ξανασυμβούν τα ίδια και για να συμφιλιωθούν οι ίδιοι οι Τούρκοι με την ιστορία τους και να γκρεμίσουν στην Κερασούντα το άγαλμα του Τοπάλ Οσμάν, του μεγαλύτερου μακελάρη του ελληνισμού του Πόντου.

Εάν όμως στόχος μας μέσω της αναγνώρισης είναι να υψώσουμε το μίσος απέναντι στον τουρκικό λαό, τότε τραβάμε σε λάθος πορεία. Απεναντίας, πρέπει να προσεγγίσουμε το δημοκρατικό κίνημα που υπάρχει στην Τουρκία και να γίνει συμπαραστάτης στην προσπάθειά μας.

Όμως αναρωτιέμαι και τι έχουμε κάνει για την αναγνώριση της Γενοκτονίας.

Πόσες υποτροφίες έχουν δοθεί σε φοιτητές για μεταπτυχιακές εργασίες ή διατριβές με θέμα τη Γενοκτονία των Ποντίων; Πόσοι ερευνητές επιχορηγήθηκαν για τη συλλογή μαρτυριών και στοιχείων; Πόσοι ερευνητές είχαν την απαιτούμενη βοήθεια να ανατρέξουν στα σοβιετικά αρχεία, σε αρχεία από την τσαρική εποχή, στη Γερμανία και σε άλλες χώρες για τη συγκέντρωση πληροφοριών; Πόσες πανεπιστημιακές έδρες ποντιακών μελετών ιδρύσαμε στη χώρα μας και πόσες πασχίσαμε να ιδρυθούν στο εξωτερικό; Ασχολήθηκε ποτέ η πολιτεία; Ενδιαφέρθηκαν οι ιδιωτικοί φορείς επί της ουσίας και όχι μόνο για τα συλλαλητήρια και τα συνθήματα που σβήνουν την επόμενη στιγμή; Γιατί εδώ και δεκαετίες δεν ακολουθήσαμε το παράδειγμα των εβραίων, οι οποίοι κινηθήκαν προς αυτές τις κατευθύνσεις;

Ένα από τα ερωτήματα που έχετε θέσει ο ίδιος, αναφορικά με το νέο σας βιβλίο, είναι το αν οι προσωπικές ήττες και οι ήττες των λαών μάς κάνουν σοφότερους. Τελικά, έχετε απάντηση;
Αναμφίβολα θα έπρεπε να γινόμαστε σοφότεροι και πιστεύω ότι συμβαίνει σε πολλούς. Όμως μόνο σε ατομικό ή οικογενειακό επίπεδο. Απεναντίας ως λαός δεν γίναμε σοφότεροι από τις ιστορικές μας ήττες, είτε σε εμπόλεμες περιόδους είτε σε μη.

Όμως, πώς να διδαχτούμε και να αποκτήσουμε σοφία απ’ τα ιστορικά γεγονότα όταν στην πλειονότητά μας δεν τα γνωρίζουμε; Ο λαός είναι το δέντρο και η ιστορία οι ρίζες του. Όσο πιο βαθιά εισχωρούν στο χώμα, τόσο πιο ανθεκτικό είναι το δέντρο. Όταν απομακρυνόμαστε από την ιστορία μας, μεταμορφωνόμαστε σε κισσούς και ψάχνουμε αλλού στηρίγματα, όπως στις μέρες μας και στην ήττα που βιώνουμε.

Ή μήπως δεν κατανοήσαμε ότι πρόκειται για ήττα του ελληνισμού η σημερινή κατάσταση;

  • Το βιβλίο του Γιάννη Καλπούζου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός.
  • Φωτογραφίες: Σωτήρης Τρυψάνης για το pontos-news.gr.