Το Αιγαίο μεταξύ «σφύρας και άκμονος»

Η επιχείρηση γεωπολιτικής περικύκλωσης της Ρωσίας από το ΝΑΤΟ και τη Δύση γενικότερα, ξεκίνησε την επομένη της λήξης του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, που βρήκε τη Σοβιετική Ένωση στην καρδιά της Ευρώπης, και συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Σε πρώτη φάση επιδίωξη ήταν να απωθηθεί από την κεντρική Ευρώπη η ρωσική επιρροή και να χάσει τα «κεκτημένα» η Σοβιετική Ένωση. Η φάση αυτή έχει ολοκληρωθεί με την επανένωση της Γερμανίας και την είσοδο στο ΝΑΤΟ των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης που άλλοτε ανήκαν στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας.

Σε δεύτερη φάση στόχος της Δύσης ήταν η εξάλειψη από τη Βαλκανική κάθε επιρροής που ασκούσε η Ρωσία. Ο στόχος αυτός επιτεύχθηκε με την είσοδο στο ΝΑΤΟ της Ρουμανίας, της Βουλγαρίας και της Αλβανίας – εκκρεμεί των Σκοπίων λόγω βέτο Καραμανλή. Μέρος της φάσης αυτής ήταν και η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, με τη Σερβία να αποτελεί το τελευταίο «προπύργιο» της Μόσχας στην περιοχή.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι στο όλο σχέδιο απώθησης της Μόσχας από την Ευρώπη, μια ιδιάζουσα εκκρεμότητα αποτελεί η είσοδος της Φινλανδίας στο ΝΑΤΟ.

Σε επόμενη φάση, με την είσοδο στον 21ο αιώνα, επιχειρήθηκε με διαφόρους τρόπους η εγκατάσταση επιρροής της Δύσης στην περιοχή του Καυκάσου και του Εύξεινου Πόντου, δηλαδή στις χώρες Ουκρανία, Μολδαβία, Γεωργία, Αρμενία και Αζερμπαϊτζάν. Η φάση αυτή είναι σε εξέλιξη, μέρος της οποίας είναι η εγκατάσταση στοιχείων της αντιπυραυλικής ομπρέλας στην Τουρκία και τη Ρουμανία, η εγκατάσταση φιλικών κυβερνήσεων σε Ουκρανία και Γεωργία, ο προσεταιρισμός του Αζερμπαϊτζάν μέσω συνεργασιών στον ενεργειακό τομέα, η απόπειρα εισόδου της Γεωργίας στο ΝΑΤΟ και άλλα πολλά… Να σημειωθεί ότι το σχέδιο της αντιπυραυλικής ομπρέλας προβλέπει την παρουσία σε κρίσιμες περιστάσεις φρεγατών τύπου Aegis στο Αιγαίο, οι οποίες θα συνεργάζονται με τα ραντάρ που έχουν εγκατασταθεί στην Τουρκία και το Ισραήλ και με τα άλλα στοιχεία του όλου συστήματος που βρίσκονται στη Βουλγαρία και τη Ρουμανία.

Με άλλα λόγια, μιλάμε για ένα σχέδιο γεωπολιτικής περικύκλωσης της Ρωσίας και εγκλωβισμού της σε μια περιορισμένη περιοχή του Εύξεινου Πόντου, όπου, όμως, η Ρωσία απέκτησε ένα τεράστιο πλεονέκτημα με την προσάρτηση της Ταυρίδας (Κριμαίας), εξέλιξη που της επιτρέπει να ελέγχει σχεδόν τη μισή θάλασσα του Εύξεινου Πόντου.

Ενώ συμβαίνουν όλα αυτά και η Ρωσία, ιδιαίτερα μετά την εκδίωξη Γιανουκόβιτς από την Ουκρανία, υποχωρεί και «στριμώχνεται» στην ευρασιατική ενδοχώρα, έρχεται η κρίση στην Συρία για να προσφέρει μια θαυμάσια ευκαιρία στον Πούτιν να σπάσει τον γεωπολιτικό κλοιό και να δώσει τη δυνατότητα στη Ρωσία να αποκτήσει αυξημένη αεροπορική και ναυτική παρουσία στην ανατολική Μεσόγειο.

Η παρουσία της Ρωσίας στην περιοχή δεν περιορίζεται μόνο στις δύο βάσεις, στην Λατάκεια και την Ταρτούς.

Μια σημαντική παράμετρος της όλης υπόθεσης είναι η σχεδόν σε καθημερινή βάση χρήση των Στενών από τα πλοία του ρωσικού πολεμικού ναυτικού, και φυσικά του θαλάσσιου χώρου του Αιγαίου Πελάγους, τον οποίον χρησιμοποιούν στο δρομολόγιό τους από και προς τη Συρία.

Αυτή η αυξημένη ναυτική παρουσία της Ρωσίας στην περιοχή ανησυχεί το ΝΑΤΟ και τη Δύση, και σ’ αυτές τις ανησυχίες θα πρέπει να αναζητήσουμε τους λόγους της παρουσίας των ΝΑΤΟϊκών πλοίων στο Αιγαίο, και φυσικά όχι στον… πόνο που έπιασε τους επιτελείς της Ατλαντικής Συμμαχίας για τους πρόσφυγες. Αυτόν τον πόνο για τους ανθρώπους αυτούς τον μονοπωλεί η κυρία Τασία Χριστοδουλοπούλου, ο κύριος Τσίπρας και οι λοιποί εθνομηδενιστές ιδεοληπτικοί του ΣΥΡΙΖΑ, φυσικά μαζί με τις χρυσοφόρες ΜΚΟ, που εκτός από τα σύνορα άνοιξαν τις πόρτες για να ξεδιπλωθούν πολύ πιο εύκολα απ’ ότι πριν οι επαίσχυντες τουρκικές διεκδικήσεις στο Αιγαίο!

Άρα, κλείνοντας το σημείωμά μας, σημειώνουμε ότι η Ελλάδα θα πρέπει να διαχειριστεί με γεωπολιτική ευφυΐα και ευελιξία τη νέα αυτή κατάσταση που προέκυψε, για να μην βρεθεί και πάλι στα «δόντια της μυλόπετρας» και πληρώσει και πάλι τη «νύφη», όπως έγινε το 1974 με την Κύπρο.

Να μην ξεχνάμε ότι αν και η Τουρκία έχει αποκτήσει σοβαρές επιχειρησιακές δυνατότητες, τη φορά αυτή εκτός από τους Κούρδους, έχουμε και έναν άλλον σύμμαχο· τον Ερντογάν –και ο νοών νοείτω.