Έτσι χαίρεται ο λύκος

Μιλήσαμε στο προηγούμενο άρθρο για την ατιμωρησία που μας σακατεύει σαν κοινωνία. Αυτό το κακό, όμως, είναι πολυπλόκαμο. Κοντά στην ατιμωρησία υπάρχει η πολυνομία, η ασάφεια των νόμων και των κανονισμών και τα νομικά παράθυρα.

Όλο αυτό το πλαίσιο, λοιπόν, δημιουργεί την απαιτούμενη ανακατωσούρα, την αναμπουμπούλα δηλαδή, για να χαίρονται οι λύκοι.

Έτσι όπως είναι τα πράγματα, πολλές φορές μάς είναι αδύνατο να αντιληφθούμε, ως πολίτες και ως επαγγελματίες, ακόμα και τους βασικούς κανόνες στην κάθε μας δραστηριότητα. Θα μου πείτε πως γι’ αυτό υπάρχουν οι δικηγόροι. Αν τα καταλαβαίναμε όλα από μόνοι μας τι θα γίνονταν οι δικηγόροι; Ζητιάνοι; Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα.

Δεν γίνεται για το καθετί να συμβουλεύεσαι τους νομικούς. Οι πολίτες θα πρέπει να είναι σε θέση να αντιλαμβάνονται τους βασικούς κανόνες του παιχνιδιού, οι οποίοι θα πρέπει να είναι σαφείς, ξεκάθαροι και κατανοητοί. Κι αυτό στη χώρα μας σε μεγάλο βαθμό δεν υπάρχει.

Δείτε τι γίνεται στα πανεπιστήμια. Πριν από μερικά χρόνια ψηφίστηκε από τη Βουλή των Ελλήνων ένας νόμος για να καθορίσει τη λειτουργία του πανεπιστημίου. Αυτός ο νόμος ήταν ένας νόμος-πλαίσιο, όπως τον είπανε. Δηλαδή, για να καταλαβαινόμαστε καλύτερα, αν ήταν ποδόσφαιρο, η Βουλή των Ελλήνων μας είπε πως αυτό το παιχνίδι θα παίζεται με μία μπάλα, σε ένα γήπεδο με δύο εστίες, και δύο αντίπαλες ομάδες των έντεκα.

Έβαλε, δηλαδή, το γενικό πλαίσιο (από εκεί και η ονομασία νόμος-πλαίσιο).

Κοντά σε αυτό, όμως, είπε και το εξής: Εσείς –τα πανεπιστήμια– να φτιάξετε μόνοι σας τους κανόνες αναλυτικότερα, για το πώς θα παίζεται αυτό το παιχνίδι σε κάθε ίδρυμα ξεχωριστά. Δηλαδή, φτιάξτε τους κανόνες για το τι είναι το φάουλ, πότε δίνεται πέναλτι, πότε κόρνερ, τι είναι η κόκκινη κάρτα κτλ. Τα πανεπιστήμια, όμως, αυτούς τους κανόνες δεν τους έφτιαξαν ποτέ – το γιατί δεν είναι της ώρας να το αναλύσουμε.

Κι έτσι, ανάθεμα αν καταλαβαίνουμε όσοι είμαστε στα πανεπιστήμια τι ισχύει σε κάθε περίπτωση και πού εφαρμόζεται ο νέος νόμος, πού ο προηγούμενος και πού ο προπροηγούμενος, με τις τόσες ασάφειες και τα νομικά κενά. Κι αν πάει κανείς να ψάξει κάτι μοναχός του, τα χάνει. Πας να διαβάσεις έναν νόμο κι όλο διαβάζεις «όπως τροποποιήθηκε στο άρθρο τάδε» και «όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο τάδε» και το «εδάφιο τάδε αντικαθίσταται με το τάδε». Κι αν ψάξεις να βρεις αυτά τα «τάδε», θα χρειαστείς μια πλατεία δυο στρέμματα, για να απλώσεις τα χαρτιά και να πηγαίνεις από το ένα στο άλλο, σαν να παίζεις το κυνήγι του χαμένου θησαυρού.

Μέσα σε αυτό το χάος λοιπόν, μπορεί πιο εύκολα να ισχύσει ο νόμος της ζούγκλας.

Μασκαρεμένος, βέβαια, με καθηγητική γραβάτα ή ταγέρ και ύφος περισπούδαστο, άλλα και πάλι ο νόμος της ζούγκλας. Όταν δεν ορίζεται ξεκάθαρα τι είναι το πέναλτι, έτσι γίνεται. Όποτε μας βολεύει πέναλτι είναι το φάουλ μέσα στη μεγάλη περιοχή, και την άλλη στιγμή το φάουλ που γίνεται στο κέντρο του γηπέδου. Ο λύκος, είπαμε, θέλει αναμπουμπούλα και όχι ξεκάθαρα και νοικοκυρεμένα πράγματα.

Πάει λοιπόν, μέσα σε αυτό το χάος, η αδικία σύννεφο. Άνθρωποι είναι αυτοί που την υφίστανται, κι όχι χαρτιά με αριθμούς πρωτοκόλλου. Κι έτσι που είναι δομημένο το σύστημα, αριστοτεχνικά, το δίκιο του ο καθένας είναι δύσκολο να το βρει. Ούτε και να καταλάβει από πού του ήρθε το κακό κι από πού να ζητήσει το λόγο.

Γιατί αυτά τα παλάτια με τους Μινώταυρους ο Δαίδαλος τα έχει μαστορέψει με τα καλύτερα υλικά του: διάχυση ευθύνης, έλλειψη λογοδοσίας και γραφειοκρατία.

Σαν πεις «έλα δω βρε καπετάνιε, γιατί τον αδίκησες τον τάδε;», σου λέει «όχι εγώ. Η Συνέλευση των ναυτών». Ψάξε να τους βρεις λοιπόν αυτούς... Σαράντα νοματαίοι που άλλος είπε και ψήφισε έτσι κι ο άλλος γιουβέτσι. Κι αν τους βρεις, σου λένε «μα ο καπετάνιος εισηγήθηκε και ήταν η γνώμη του βαρύνουσα». Κι όταν ξαναζητήσεις το λόγο απ’ τον καπετάνιο σου λέει «ναι, αλλά εγώ δεν είναι νομικός για να ξέρω και βασίστηκα στη γνωμοδότηση τάδε της νομικής επιτροπής». Κι αν πας στη νομική επιτροπή σου λένε «μα εμείς απλώς γνωμοδοτούμε, δεν αποφασίζουμε. Η συνέλευση αποφασίζει»…

Και σε άλλον τυχαίνει να απορρίπτονται τα αθέμιτα αιτήματά του και να νομίζει πως αδικήθηκε, ενώ σε άλλον να αδικείται πραγματικά και κανείς να μην αντιλαμβάνεται το πώς ακριβώς μεθοδεύτηκε η αδικία. Πάντως ο αδικημένος ούτε στον φίλο του δεν μπορεί να πει τον καημό του.

Γιατί αν πάει να του τα περιγράψει όλα αυτά, θα μοιάζει με εκείνον τον αντιπρόεδρο της ομάδας του Εδεσσαϊκού στις δηλώσεις του «εμείς είπαμε να γίνει το παιχνίδι».

Φαντάζομαι πως όλοι συμφωνείται ότι κάπως έτσι είναι τα πράγματα, όχι μόνο στα πανεπιστήμια, αλλά παντού στη χώρα μας. Στα υπουργεία, στα νοσοκομεία, στις εφορίες… παντού.

Η χώρα μας χρειάζεται μια γενναία μεταρρύθμιση στους νόμους. Θα πρέπει και γι’ αυτό να περιμένουμε να ξυπνήσει ο μαρμαρωμένος βασιλιάς, για να το δούμε να γίνεται πράξη;