Παντελής Σαββίδης
9 Απριλίου 2016, 09:02

Παρακμή, ολοκληρωτισμός και μετάλλαξη

Η κυβερνητική εμπειρία της αυτοαποκαλούμενης Αριστεράς ήταν, και παραμένει, απογοητευτική. Αναπαράγοντας ένα –ούτε καν πολιτικό– ψέμα, και εκμεταλλευόμενη τα ιδεολογικοπολιτικά συμπλέγματα που δημιούργησε (και άφησε) στην ελληνική κοινωνία η ταραχώδης μεταπολεμική της διαδρομή, κατέλαβε και διατηρεί την εξουσία υλοποιώντας τα προτάγματα μιας νέας διεθνούς τάξης με τρόπο και αποτελεσματικότητα που δεν θα το πετύχαινε η Δεξιά ομογάλακτή της.

Η ανοχή και η υποστήριξη που απολαμβάνει από διεθνή κέντρα που βρίσκονται –υποτίθεται– στον ιδεολογικοπολιτικό της αντίποδα, αποτελεί ένδειξη αυτής της εξάρτησης αλλά και του καιροσκοπικού χαρακτήρα των στελεχών που την συγκροτούν.

Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι ο αρχικός πυρήνας που αποτέλεσε το δυναμικό του κυβερνώντος κόμματος προήλθε από τα πλέον εξουσιαστικά στοιχεία των ευρωκομμουνιστικών τάσεων που διαμορφώθηκαν μεταπολιτευτικά στην Ελλάδα, αποσχισθέντες λενινιστές του ΚΚΕ, τροτσκιστές και αντιεξουσιαστές που κουράστηκαν στο πεζοδρόμιο και αναζητούσαν την θαλπωρή της κρατικής εξουσίας, ορισμένα «ωχαδερφιστικά» κινήματα που συντηρούνται ως ΜΚΟ από τον κρατικό κορβανά, «επαναστάτες» που δεν άκουσαν τον ήχο όπλου ούτε σε άσκηση του στρατού, αντιρρησίες κάθε είδους και (πρώην) πασόκους που δεν πρόλαβαν να... ολοκληρώσουν το έργο τους επί πολιτικής κυριαρχίας του κόμματος που τους γέννησε. Και ως συνήθως, όποιος βλέπει το φως διατήρησης της εξουσίας στο δρόμο προς τους νέους Εμμαούς, γίνεται φανατικότερος υποστηρικτής του νέου δόγματος.

Αυτό το συνονθύλευμα δεν μπορούσε να πάρει ιδεολογικοπολιτικά χαρακτηριστικά, παρά μόνο μια θολή και απροσδιόριστη αναφορά στην Αριστερά και στην έλξη που προκαλούσε λόγω μιας ηθικής εκτίμησης που απολάμβανε και που της την προσέδωσε περισσότερο η συμπεριφορά των αντιπάλων της παρά το περιεχόμενό της και, κυρίως, η πολιτική δράση της.

Αναμφιβόλως, για λόγους που αξίζουν επίσης διερεύνησης ως διδακτορικής διατριβής, η Αριστερά κυριάρχησε ιδεολογικά στο μεταπολιτευτικό σκηνικό της χώρας χωρίς να χρεωθεί τίποτε από αυτήν την κυριαρχία της.

Διότι, βεβαίως, οι κυβερνήσεις έχουν την ευθύνη της πολιτικής που εφαρμόζεται, αλλά και ο ιδεολογικά κυρίαρχος δεν είναι άμοιρος ευθυνών για τη νοοτροπία που κυριάρχησε στην ελληνική κοινωνία.

Η ιδεολογική σφαίρα του μεταπολιτευτικού Έλληνα διαμορφώθηκε με την κυρίαρχη επίδραση μιας αριστερής αντίληψης που γενικώς ήταν αντίθετη σε όλα, αναζητούσε τον αυτοπροσδιορισμό της ετεροπροσδιοριζόμενη, κυρίως, από αντίστοιχες τάσεις στο εξωτερικό, και δημιούργησε ένα θολό σύστημα το οποίο είλκυε αριστερούς αλλά και δεξιούς. Ήταν αυτό που ονομάστηκε «Αριστερά στην ιδεολογία, Δεξιά στην τσέπη».

Αυτού του είδους η Αριστερά ήταν η μόδα της μεταπολιτευτικής εποχής. Παρακολουθούσε τα διάφορα ρεύματα, είχε έναν αδικαιολόγητο, σε σχέση με το υπόβαθρό της, ελιτισμό, απέρριπτε (κυρίως) το λαϊκιστικό ΠΑΣΟΚ διότι δεν ήθελε πολλά-πολλά με τα λαϊκά στρώματα, συνεργάστηκε με τη Δεξιά το 1989, ενδημούσε στους προθαλάμους της εξουσίας για τα ευρωπαϊκά προγράμματα, και λόγω του φιλοευρωπαϊσμού της κατέλαβε τις σημαντικότερες θέσεις στην γραφειοκρατία των Βρυξελλών.

Από αυτήν την αριστερά ο ΣΥΡΙΖΑ προσέλκυσε τα πλέον λούμπεν στοιχεία. Γι’ αυτό και ο πολιτικοϊδεολογικός λόγος του ήταν ακραία αγοραίος. Εκφράσεις όπως «μερκελιστές», «γερμανοτσολιάδες», «τσολάκογλου», (τον Τσακαλώτο τον ξέχασαν για προφανείς λόγους) και άλλα ηχηρά παρόμοια, δεν ήταν ίδιον των ελιτίστικων τάσεων της αναθεωρητικής Αριστεράς. Απελπισμένοι, απογοητευμένοι και αγανακτισμένοι κάθε είδους συνέδραμαν στην προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά η ιδεολογική διαμάχη δεν διεξάγεται με όρους πεζοδρομίου. Καλό το πεζοδρόμιο για την κατάληψη των χειμερινών ανακτόρων (στην Ελλάδα δεν χρειάζεται ούτε καν πεζοδρόμιο για να καταλάβεις τα ανάκτορα, παραδίδονται μόνα τους), αλλά όταν η αντιπαράθεση περνά στην ιδεολογία, χρειάζεται και ένα γνωστικό υπόβαθρο.

Έτσι, το ιδεολογικό σύστημα κατέρρευσε και ο βασιλιάς αποδείχτηκε γυμνός.

Ο ηγεμών πλέον εξάντλησε το ιδεολογικό απόθεμα που του κληροδότησαν αγώνες γνήσιων ιδεολόγων αριστερών. Και δεν μπορεί να καλυφθεί πίσω από το θολό πέπλο μιας ιδεολογίας που χρειάζεται επεξεργασία για να προσαρμοστεί στα σύγχρονα δεδομένα. Αποκάλυψε το ελάχιστο των γνώσεών του και το παιδαριώδες της συμπεριφοράς του. Καμιά σχέση με ηγέτη σε δύσκολους καιρούς. Έτσι, η καταφυγή στο αγοραίο ψεύδος είναι η τελευταία προσπάθεια, σε συνδυασμό με την αδυναμία αρκετών ψηφοφόρων να αναγνωρίσουν πως η επιλογή τους ήταν απελπιστικά λανθασμένη.

Τελευταία ένδειξη των ψεύτικων ελπίδων που η Αριστερά του κ. Τσίπρα επιχειρεί να συντηρήσει είναι η δήλωσή, πριν από λίγες ημέρες, ότι μόλις ολοκληρωθεί η αξιολόγηση θα υπάρξει έκρηξη επενδύσεων. Δεν χρειάζεται να γνωρίζει κανείς ίχνος οικονομικών για να αντιληφθεί ότι καμία επένδυση δεν πρόκειται να γίνει σε μια χώρα όπου το 80% των κερδών πηγαίνει σε διάφορους φόρους, εισφορές, κτλ.

Αυτή η Αριστερά, λοιπόν, δίνει τις τελευταίες μάχες χαρακωμάτων της σε ό,τι αφορά την ιδεολογική της ηγεμονία.

Διότι για την Αριστερά αυτού του είδους, την μεταλλαγμένη και παρακμασμένη, δηλαδή, Αριστερά, δεν είναι προβλέψιμη η πολιτική συμπεριφορά της. Δεν την ενδιαφέρει ούτε η χώρα ούτε ο λαός της, παρά μόνο η αναπαραγωγή της εξουσίας της. Γι’ αυτό και δεν είναι ποτέ ορατό το πολιτικό μέλλον της.

Τις ιδεολογικές λοιπόν μάχες χαρακωμάτων, αυτή η Αριστερά τις έδωσε τις τελευταίες μέρες με τον κλασικό σοβιετικό τρόπο: τις διαγραφές. Ως στοιχείο ιδεολογικής, άρα και πολιτικής τρομοκρατίας, στη μεγαλύτερη δημοσιογραφική Ένωση της χώρας, η οποία απουσιάζει ηχηρά από τους ουσιαστικούς αγώνες για τα ασφαλιστικά δικαιώματα του κλάδου διότι προέχει η ικανοποίηση της πολιτικής της κυβέρνησης.

Αυτή η Αριστερά δεν έχει μέλλον. Έχει παρακμάσει και θα πρέπει να μεταλλαχθεί. Ως Αριστερά, όχι ως πολιτικός φορέας. Ως πολιτικός φορέας θα γίνει, σε λίγο, περισσότερο απεχθής και από το ΠΑΣΟΚ. Ως αριστερή ιδεολογία μπορεί να επιβιώσει με τη συσπείρωση όλων των δυνάμεων που επιδιώκουν μια κοινωνική συλλογικότητα. Χωρίς ταξικές ηγεμονίες και δικτατορίες είτε του προλεταριάτου είτε του κόμματος είτε του ηγεμόνα και της ομάδας του. Διότι, όπως εξελίσσεται η πολιτική ζωή στην Ελλάδα, ελάχιστα απέχουμε από μια ολοκληρωτική λογική στον δημόσιο βίο. Τουλάχιστον αυτήν ας την ανακόψουμε.