Ουκ εά με καθεύδειν ο των οστών κριγμός

Μας λένε οι αρχαίοι μας σοφοί: «αρχή σοφίας ονομάτων επίσκεψις» (Αντισθένης), αλλά και «αρχή παιδεύσεως η των ονομάτων επίσκεψις» (Επίκτητος). Ας δούμε, λοιπόν, βασισμένοι σ’ αυτήν τη λογική, τι όνομα διαλέξαμε να δώσουμε στην προσωποποίηση του κακού. Το πιο κοινό και ευρέως διαδεδομένο του όνομα είναι διάβολος. Δηλαδή, από όλα τα κακά που έχει πάνω του αυτός ο ακατανόμαστος ανθρωποφάγος απατεώνας, εμείς διαλέξαμε να τον ονοματίσουμε από την ιδιότητά του να διαβάλλει. Αυτή του η ιδιότητα δείχνει σε όλο της το μεγαλείο τη μισερή και κακότροπη πονηριά του.

Από ό,τι φαίνεται θα πρέπει τη διαβολή, δηλαδή την παραχάραξη, την ύπουλη στρέβλωση, την κακόβουλη διαστροφή της αλήθειας να την θεωρούμε πολύ σιχαμερό πράγμα, έτσι δεν είναι;

Αφού αποφασίσαμε μέχρι και τον εξαποδώ να τον ονοματίσουμε από αυτήν. Γιατί η διαβολή δεν είναι σαν το χοντρό το αυθόρμητο ψέμα που καμιά φορά σε κάνει και να γελάς. Είναι σχεδιασμένη προσεκτικά, είναι περίπλοκη και πολυεπίπεδη, έχει στόχευση και είναι επικίνδυνη, δηλητηριώδης και αηδιαστική.

Αλίμονο σε κείνους που πέφτουν θύματα διαβολής, αλλά και σε κείνους που δώσανε μάχες για να κατανικήσουν αυτήν τη φοβερή λερναία ύδρα και μάζεψαν πληγές πολλές από τα δηλητηριώδη κεντριά της. Γιατί αυτοί οι τελευταίοι, ενώ πάλεψαν με έναν τέτοιο φοβερό και ύπουλο εχθρό, συνήθως δεν δοξάζονται όπως άλλοι ήρωες που δώσανε άλλου τύπου μάχες, πιο ξεκάθαρες. Κι όμως, αυτοί οι κάπως αδικημένοι ήρωες θα πρέπει να δοξάζονται και να τιμώνται διπλά.

Γι’ αυτό κι εγώ συγκινούμαι και χαίρομαι πολύ κάθε Κυριακή της Ορθοδοξίας, όπως τις προάλλες. Γιατί η Εκκλησία μας τους μεγάλους μας ήρωες, Αγίους και Πατέρες που δώσανε μάχες σκληρές για την Αλήθεια απέναντι στις διαβολές κάθε είδους, τους τιμά όπως τους πρέπει. Μεγάλη ευγνωμοσύνη και πολλές χάρες χρωστάμε σε αυτούς τους ανθρώπους που μας έσωσαν από τις πλάνες και τις καλοστημένες παγίδες και τις μηχανές του εχθρού.

Αν το καλοσκεφτούμε θα δούμε ότι οι Πατέρες τις μάχες αυτές δεν τις έδωσαν για θεωρίες και στείρες θεολογικές διατυπώσεις, αλλά για να προστατέψουν αλήθειες που τους παραδόθηκαν και τις οποίες τις βίωσαν και κατάλαβαν στην πράξη την αξία τους.

Προστάτεψαν, λοιπόν, την αληθινή Ιστορία της Εκκλησίας μας στο κέντρο της οποίας βρίσκεται ο Κύριος μας ο Χριστός, ως πρόσωπο της Αγίας και Ομοούσιας Τριάδας που είναι ο αληθινός Θεός και η ελπίδα για τη σωτηρία μας. Στην αληθινή Ιστορία, λοιπόν, βρίσκεται όλη η ουσία. Γιατί η Ιστορία, αν είναι αληθινή, διδάσκει όχι θεωρητικά, αλλά με γεγονότα. Η Ιστορία μιλά για εμπειρίες και για βιώματα. Αυτά είναι που δίνουν νόημα στις έννοιες και χρωματίζουν τις λέξεις και τις ορολογίες. Τότε πια μπορούμε να μιλήσουμε για την απαρχή της «παιδεύσεως» και της «σοφίας».

Πάρτε για παράδειγμα ορισμένες δύσκολες θεολογικές έννοιες όπως «διάκριση», «κατ’ οικονομίαν», «υπακοή» και άλλες. Είναι αδύνατον να πιάσεις το νόημα, την ουσία και τις αποχρώσεις τους αν δεν διαβάσεις τους βίους των Αγίων. Αν δεν δεις, μέσα από την ιστορία της ζωής και τα πεπραγμένα των Αγίων, τι ακριβώς είναι αυτά τα πράγματα στην πράξη. Με αυτήν τη δάνεια εμπειρία από την Ιστορία μπορείς να αρχίσεις να καταλαβαίνεις πέντε πράγματα. Γιατί, όπως πολύ σωστά είπε κι ένας άλλος αρχαίος μας πρόγονος, ο Βακχυλίδης, «έτερος εξ ετέρου σοφός».

Αυτό είναι λοιπόν το ξεκίνημα, η απαρχή της εκπαίδευσης, της παιδείας σε όλα τα πράγματα. Αυτή είναι η καλή σειρά.

Πρώτα-πρώτα πρέπει να κατανοούμε ορθά και σε βάθος τις έννοιες και τις ορολογίες. Προϋπόθεση όμως γι’ αυτό είναι η εμπειρία. Κι επειδή στα πρωτόλειά μας δεν την έχουμε, την δανειζόμαστε από τους άλλους κι έτσι κάνουμε τα πρώτα μας βήματα. Κι ύστερα, όταν αποκτήσουμε και δικές μας εμπειρίες και βιώματα ολοκληρωνόμαστε σιγά-σιγά, αφού και στο να κερδίζουμε από τη σοφία των άλλων γινόμαστε όλο και καλύτεροι και πιο αποτελεσματικοί.

Βλέπετε λοιπόν πόσο σημαντική είναι η δάνεια εμπειρία από τα βιώματα των άλλων στη ζωή μας; Δεν πρέπει πάντα να πάθουμε για να μάθουμε. Αλλιώς θα χρειαζόμασταν όχι μία, αλλά πέντε ζωές με παθήματα, για να αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε που μας πάν’ τα τέσσερα. Και σε αυτό το ζήτημα η εκπαιδευτική αξία της Ιστορίας είναι ασυναγώνιστη. Όχι μόνο επειδή είναι γεμάτη με διδακτικά παραδείγματα για όλους μας σε προσωπικό επίπεδο. Κυρίως γιατί μόνο με τα ιστορικά αναγνώσματα μπορεί κάποιος να αρχίσει να αντιλαμβάνεται ορθά τα ευρύτερα κοινωνικά, πολιτικά και γεωπολιτικά ζητήματα. Κι έτσι να τοποθετεί τον εαυτό του σωστά μέσα στο πλαίσιο αυτού που λέμε πατρίδα, αλλά και οικουμένη. Αλλά και να τοποθετείται και να αποφασίζει σωστά στον δημόσιο βίο, όταν του πέφτει λόγος.

Τα δημόσια πράγματα είναι πολυπαραγοντικά, περίπλοκα, και κινούνται αργά. Σαν μεγάλες αργοκίνητες μαούνες με πρωτόγονα συστήματα πλοήγησης. Στρίβει λίγο το τιμόνι ο καπετάνιος σήμερα κι ύστερα από είκοσι χρόνια καταλαβαίνουμε, όσοι είμαστε πάνω σ’ αυτήν, πως αντί για την Ιαπωνία βρεθήκαμε στην Αυστραλία. Έτσι, σε επίπεδο χωρών, λαών και σε γεωπολιτικά ζητήματα, όχι πέντε, αλλά και δεκαπέντε ζωές δεν θα μας φτάνανε για να αρχίσουμε να παίρνουμε μια μικρή μυρωδιά για τα τεκταινόμενα. Ευτυχώς που είναι κι αυτή η ευλογημένη η ιστοριογραφία. Εκεί, στη μια σελίδα διαβάζουμε το τι γινόταν έναν καιρό σε μία χώρα, κι ύστερα από τρεις σελίδες βλέπουμε πού οδήγησαν αυτά τα πράγματα σαράντα χρόνια μετά.

Κι έτσι όσοι μελετούν την Ιστορία αρχίζουν να καταλαβαίνουν και να διαβάζουν τα σημεία των καιρών στα δημόσια πράγματα και στο πού πάει ο κόσμος μας.

Αν τώρα οι πολίτες, αλλά κι οι κυβερνήτες τους, είναι ανιστόρητοι… άσ’ τα να πάνε. Πρώτα-πρώτα δεν μπορούν να συνεννοηθούν. Γιατί την κάθε έννοια δεν την αντιλαμβάνονται όλοι ομοιότροπα στις λεπτές αποχρώσεις της, όπως τις έχουν διαμορφώσει η Ιστορία και οι πρωταγωνιστές της. Ύστερα, δεν μπορούν να αντιληφθούν και να υπολογίσουν τις συνέπειες που έχουν οι αποφάσεις που παίρνουν αυτοί σήμερα για τις τύχες της χώρας στο μέλλον. Είναι κοντόφθαλμοι, δηλαδή, και ανίκανοι να προνοήσουν. Ζούνε με το «ό,τι φάμε κι ό,τι πιούμε», και με το «μακριά από τα οπίσθια μου κι όπου θέλει» και κοιτάνε να ξεφύγουν από τις δυσκολίες πρόσκαιρα με όποιον επιπόλαιο τρόπο μπορούν, χωρίς να υπολογίσουν τις συνέπειες. Εύκολα θύματα για κάθε αντίπαλο σκακιστή…

Έτσι, οι επόμενες γενιές που πληρώνουν το μάρμαρο, αντί να τους μακαρίζουν τους καταριούνται. Αλλά τι λέμε τώρα. Υπάρχουν και τα χειρότερα. Υπάρχουν κι αυτοί που αλλοιώνουν, στρεβλώνουν και διαβάλλουν την Ιστορία.

Σύμφωνα με όλα όσα είπαμε παραπάνω, αυτή η πράξη είναι ένα από τα πιο ελεεινά, τρισάθλια και καταστροφικά πράγματα που μπορεί να κάνει κανείς. Ο Θεός ας τους ελεήσει κι αυτούς κι εμάς.

Εκείνος ο σπουδαίος Θεμιστοκλής δεν μπορούσε να κοιμηθεί λέει (ουκ εά με καθεύδειν), γιατί δεν τον άφηνε η καλώς εννοούμενη ζήλεια του για τα ένδοξα επιτεύγματα του Μιλτιάδη (το του Μιλτιάδου τρόπαιον). Και όσοι από εμάς έχουμε οξύνει την ακοή μας με τα διαβάσματα της Ιστορίας, πάει αρκετός καιρός τώρα που δεν μπορούμε να κοιμηθούμε γιατί μας ξυπνούν ήχοι οξείς και κριγμοί. Είναι τα κόκαλα των προγόνων μας που τρίζουν. Οι άλλοι ή που είναι ανιστόρητοι και όπως βαριακούν δεν ξυπνάνε με τίποτε, ή που χαπακώνονται με τα βαριά υπνωτικά της διαστρεβλωμένης Ιστορίας και δεν γυρνάνε μέσα στον ύπνο τους ούτε πλευρό.