Με αφορμή την 25η Μαρτίου: Ποιοι είμαστε, τι θέλουμε, πού πάμε

Οι εθνικές επέτειοι προσφέρονται για την αποτίμηση της πορείας ενός λαού, όσο διχασμένος και διαλυμένος και αν είναι, σε κρίσιμες συγκυρίες της ιστορικής του διαδρομής.

Υπήρξαν περίοδοι που ο ελληνισμός επέδειξε υψηλές ικανότητες και άφησε το ιστορικό αποτύπωμά του στην ανθρώπινη ιστορία (η πλέον πρόσφατη η επανάσταση του ’21), αλλά και άλλες, όπως η σημερινή, που κυμαίνεται στο ναδίρ των δυνατοτήτων του.

Μια πρώτη αποτίμηση που θα μπορούσε να γίνει, με αφορμή την επέτειο της 25ης Μαρτίου, είναι ότι για να υψωθεί μια κοινωνία στο βάθρο της ιστορίας και του πολιτισμού της ανθρωπότητας πρέπει να συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις. Λαός που είναι αποφασισμένος να συμμετάσχει στις αλλαγές, ανιδιοτελής ηγεσία που έχει ισχυρή θέληση και φρόνημα να αναλάβει την πρωτοβουλία κινήσεων, πνευματική ηγεσία που να βρίσκεται στην πρωτοπορία του διεθνούς προβληματισμού και να μην περιμένει τη σίτισή της από την κρατική συνδρομή, και ακμαία οικονομική τάξη που, πέραν του πλούτου της, έχει εθνική συνείδηση και επιθυμεί να συμμετάσχει στο πολιτισμικό γεγονός.

Τίποτε από αυτά δεν συντρέχει στις σημερινές συνθήκες. Γι’ αυτό και η μεγάλη παρακμή και του ελληνισμού και της Ελλάδας. Το γνωστό επιχείρημα «και οι άλλοι ίδιοι είναι» αρμόζει μόνο στους εξουσιομανείς με τα φτηνά και αγοραία επιχειρήματά τους.

Για να συμβεί η Επανάσταση του 1821 συνέτρεξαν αρκετά χρόνια πριν, ίσως αμέσως μετά την Άλωση, διεργασίες που προετοίμαζαν αυτήν την ημέρα. Το αν πέτυχε ή όχι, φαίνεται από τα σημερινά αποτελέσματα.

Η ελληνική εθνότητα αναδύθηκε από την Οθωμανική Αυτοκρατορία με προϋποθέσεις που δεν δημιουργούσαν ιδιαίτερη αισιοδοξία αφού, από τη διεξαγωγή ακόμη του Αγώνα, οι Έλληνες αγωνιστές εμφάνισαν ορισμένα από τα χειρότερα χαρακτηριστικά τους. Η Επανάσταση οδηγήθηκε σε έναν καταστρεπτικό εμφύλιο, αναγκάστηκε να πάρει δάνειο το οποίο την οδήγησε σε εξάρτηση από τις δυνάμεις, δεν πίστεψε στις δυνατότητές της να μπορέσει να οικοδομήσει το κράτος της χωρίς τους ξένους και, προς το τέλος, δολοφόνησε την πρώτη –και ίσως μοναδική– ελπίδα που είχε, τον Καποδίστρια. Ήταν ο μόνος, ίσως, τότε, που θα μπορούσε να θέσει τις προϋποθέσεις για τη δημιουργία μιας σύγχρονης, για τον καιρό της, πολιτειακής οντότητας.

Στάθηκε όμως ικανό, το κράτος που δημιουργήθηκε, να εξελληνίσει πληθυσμούς που ήταν διατεθειμένοι να συμπορευτούν με τους Έλληνες και έφτασε στο απόγειο των στόχων του (Μεγάλη Ιδέα) που δεν επιτεύχθηκαν, πάλι λόγω της αιώνιας αδυναμίας του: του διχασμού. Την ώρα που δινόταν η ύψιστη μάχη, η μία από τις ισχυρές πολιτικές ομάδες είχε ως κύριο σύνθημά της την επιστροφή στην πατρίδα, μια άλλη διένειμε προκηρύξεις στο μέτωπο για τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και καλούσε τους στρατιώτες να μην πολεμήσουν, και ο λαός καταψήφιζε τον πολιτικό που άρχισε την περιπέτεια και –αν υπήρχε μια δυνατότητα να έρθει σε πέρας– ήταν ο μόνος που θα το κατόρθωνε. Τον Βενιζέλο.

Από τότε ξεκίνησε και η παρακμή με μικρές ζωηρές εξάρσεις, είτε πολιτισμικές (γενιά του ’30), είτε στρατιωτικές (πόλεμος του ’40).

Τα σκαμπανεβάσματα της ιστορικής εξέλιξης επιβεβαιώνουν, απλώς, τη σημερινή τραγική κατάσταση. Σε μια από τις πλέον δύσκολες χωροχρονικές του στιγμές, ο ελληνισμός βρίσκεται χωρίς να συντρέχει καμιά από τις προϋποθέσεις που αναφέρθηκαν στην αρχή του κειμένου. Όλα βρίσκονται σε παρακμή και σύγχυση και ελλοχεύει ο κίνδυνος ενός νέου, ακραίου διχασμού.

Μετά την ολοκλήρωση ενός κύκλου που άρχισε την επομένη της Άλωσης και ολοκληρώθηκε το 1821, ο ελληνισμός αντιμετωπίζει και σήμερα το ίδιο ερώτημα που τον βασάνιζε και το 1453: αφομοίωση από τη Δύση ή δορυφοροποίηση από την Τουρκία;

Κάτι δεν πήγε καλά όλα αυτά τα χρόνια, μετά την Τουρκοκρατία, και χάθηκε η αφομοιωτική δύναμη του ελληνικού πολιτισμού. Και οι Ρωμαίοι κατέλαβαν την Ελλάδα, αλλά οι Έλληνες επικράτησαν πολιτισμικά. Όταν η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε στην Ανατολή, ο ελληνικός πολιτισμός αναδύθηκε υπό νέα μορφή, μετά τη σύμμειξή του με την ορθοδοξία, και κυριάρχησε στο Βυζάντιο για άλλη μια χιλιετία. Με την Τουρκοκρατία τα πράγματα φαίνεται να υποχώρησαν. Το κράτος που προέκυψε από την Επανάσταση του 1821 είχε αναφορές κυρίως στην αρχαία Ελλάδα, αλλά η πραγματική του υπόσταση ήταν βαθιά επηρεασμένη από την Τουρκοκρατία και το Βυζάντιο.

Από τους πρωτεργάτες της Επανάστασης, ο Ρήγας είχε ως βασική επιδίωξη την αποκατάσταση της ιστορίας του ελληνικού έθνους μέσω της επιβεβαίωσης της ιστορικής συνέχειας και την ενδυνάμωση της εθνικής συνείδησης ως αποτέλεσμα της ενίσχυσης της ιστορικής αυτογνωσίας και αυτοπεποίθησης.

Σήμερα οι αποδομιστές, ζηλωτές της υπερμοντέρνας θεωριοκρατούμενης ιστοριογραφίας, κατασκευάζουν νέους μύθους για την ελληνική εθνότητα και το ελληνικό έθνος, με κυρίαρχο στοιχείο τις ιδεοληψίες τους, ερχόμενοι σε αντίθεση ακόμη και με τον διαπρεπή μαρξιστή ιστορικό Νίκο Σβορώνο. Ο οποίος, κατά τον Σπύρο Ασδραχά, αποδέχεται το καθιερωμένο σχήμα της συνέχειας του ελληνικού λαού και της «ελληνικότητας», την οποία ονομάζει «ελληνισμό», παρά την αμφισημία του όρου.

Την περίοδο πριν από την Ελληνική Επανάσταση διαμορφώνεται ο διεθνής αποικιοκρατικός καταμερισμός εργασίας.

Η ελληνική αστική τάξη αρχίζει να μορφοποιείται και να δρα με έναν τρόπο διαφορετικό από αυτόν που πραγματοποίησαν οι αντίστοιχες δυτικοευρωπαϊκές. Και αυτό οφείλεται κυρίως στην έλλειψη κρατικής υπόστασης – κάτι που προσδιόρισε το συμβιβασμό της με τους «κοτζαμπάσηδες», και που οδήγησε στο συγκεκριμένο μεταπελευθερωτικό συγκρότημα εξουσίας.

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο διαμορφώνονται αργά αλλά σταθερά οι όροι ηγεμονίας του ελληνικού εθνικού στοιχείου. Το ιστορικό βάρος του ελληνικού στοιχείου, η εξάπλωση του ελληνικού αστικού πληθυσμού στα Βαλκάνια, η γλώσσα και η θρησκεία, οι μηχανισμοί κρατικής διοίκησης στους οποίους κυριαρχούσαν οι Έλληνες.

Οι Έλληνες αστοί αποτελούσαν ένα είδος «διαβαλκανικής» αστικής τάξης. Ο ρωμαίικος αστισμός ασκούσε ένα είδος κηδεμονίας επάνω στη νεαρή αστική τάξη όλης σχεδόν της Βαλκανικής. Κηδεμονία βέβαια που δεν ήταν άμοιρη και αρνητικών επιπτώσεων, στο βαθμό που η αυτονόμηση κάθε βαλκανικού έθνους «σφραγίστηκε» από ένα σημείο και πέρα με τον «απογαλακτισμό» από τη μακρόχρονη βυζαντινή/ελληνική επιρροή.

Αυτή η πάλαι ποτέ βαλκανική παρουσία έχει σήμερα συρρικνωθεί στα όρια ενός ελλαδικού κρατιδίου το οποίο άγεται και φέρεται από τις λανθασμένες και ιδεοληπτικές κινήσεις της πολιτικής του ηγεσίας. Και ενός λαού που περιέπεσε σε «πολιτισμική οκνηρία» και δεν μπορεί, ή και δεν θέλει να διαμορφώσει, πρωτίστως, και να αναδείξει νέα πολιτική, οικονομική, και πνευματική ηγεσία.

Γιατί οι ηγεσίες δεν πέφτουν ως μάννα εξ ουρανού, αλλά αναδεικνύονται από τις ζωντανές δυνάμεις των λαών.

Το σημερινό ελλαδικό κρατίδιο βρίσκεται παντελώς απομονωμένο και αποδυναμωμένο, περίγελος γειτόνων του που κάποτε αντιμετώπιζαν το έθνος που το συγκροτεί με σεβασμό.

Οι κίνδυνοι αυτής της απομόνωσης είναι τεράστιοι. Ελπίδες από τον εσωτερικό ελλαδικό χώρο δεν υπάρχουν. Η αναγκαστική όμως, λόγω της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, νέα διασπορά, ίσως δημιουργήσει τις προϋποθέσεις μιας νέας Ελληνικής Αναγέννησης.

Το υπόβαθρο του ελληνικού πολιτισμού –στη διαχρονική του διαμόρφωση– μπορεί να δώσει και σήμερα διεξόδους στο ευρωπαϊκό, πλέον, πολιτισμικό και πολιτικό αδιέξοδο.

Κάποιοι, όμως, αψηφώντας τις δυσκολίες, πρέπει να αναλάβουν την πρωτοβουλία.