Γιατί ο κ. Τσίπρας δεν είναι ηγέτης

Δεν μπόρεσα να δώσω ακόμη απάντηση στο ερώτημα που με βασανίζει χρόνια τώρα περί μακιαβελισμού, αν δηλαδή ένας ηγεμόνας οφείλει να διαχωρίζει την προσωπική του ηθική από την ηθική που εφαρμόζει προκειμένου να διατηρήσει ένα κράτος ισχυρό στη διεθνή πολιτική σκηνή.

Παρά τους αρνητικούς συνειρμούς που προκαλεί το όνομά του, ο Μακιαβέλι υπήρξε σημαντικός πολιτικός φιλόσοφος.

Είμαι σίγουρος, όμως, πως ο κ. Τσίπρας δεν έχει τα χαρακτηριστικά ηγέτη. Διότι ένας πρωθυπουργός ποτέ δεν θα εξέθετε τις υπηρεσίες του κράτους του, όπως έκανε ο κ. Τσίπρας κατά την τελευταία συνέντευξή του, όταν για μικροπολιτικούς λόγους άφησε υπονοούμενα ότι ελληνικές υπηρεσίες βύθισαν πλεούμενο μεταναστών, τη στιγμή μάλιστα που αρμόδιοι φορείς απεφάνθησαν πως κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Όταν για τον πολιτικό προέχει το κομματικό συμφέρον του κρατικού, δεν μπορούμε να μιλάμε για ηγέτη.

Μακριά, δε, από την οπτική της στήλης, η θέση ότι για οποιαδήποτε σκοπιμότητα πρέπει να χάνουν τη ζωή τους άνθρωποι. Ένας πρωθυπουργός, όμως, βρίσκει τη χρυσή τομή. Σε τι απέχει η στάση αυτή του σημερινού πρωθυπουργού από του προκατόχου του ο οποίος περιφερόταν ανά την υφήλιο διακηρύσσοντας ότι ηγείται μιας διεφθαρμένης χώρας;

Στις αριστερές σέχτες η πιο συνήθης κατηγορία είναι ο καιροσκοπισμός, «οπορτουνισμός» για την ακρίβεια, όρο που χρησιμοποίησε ο Λένιν για να κατηγορήσει τους αντιπάλους του, μενσεβίκους, ότι συνεχώς υποχωρούν και άλλα λένε άλλα κάνουν, χωρίς να τηρούν τις επαναστατικές αρχές.

Σε ένα από τα σπουδαιότερα έργα του, το Ένα βήμα μπρος, δύο πίσω, ο Ρώσος επαναστάτης έγραψε ότι ο «οπορτουνιστής απ’ την ίδια του τη φύση αποφεύγει πάντα να θέτει ένα ζήτημα συγκεκριμένα και σταράτα, αναζητά τη συνισταμένη, στριφογυρίζει σαν φίδι ανάμεσα σε δυο απόψεις που αλληλοαποκλείονται, προσπαθώντας να είναι σύμφωνος και με τις δυο».

Οπορτουνιστής, δηλαδή, είναι αυτός που άλλα λέει και άλλα κάνει, κρύβοντας τις πραγματικές προθέσεις του. Αυτό για την Αριστερά είναι έγκλημα καθοσιώσεως.

Σίγουρα με το περιεχόμενο του όρου είναι εξοικειωμένος ο κ. Κοτζιάς, λόγω πολιτικού παρελθόντος. Δεν είμαι ωστόσο βέβαιος ότι τον γνωρίζει ο υπουργός Άμυνας Π. Καμμένος, αν και υποθέτω ότι δεν τον ενδιαφέρει και πολύ. Ούτε και σε κανέναν άλλο στην κυβέρνηση ενδιαφέρει ιδιαιτέρως, αφού στόχος τους είναι η πάση θυσία παραμονή στην εξουσία. Πρέπει, όμως, να διατηρήσουν την κομματική μάζα διότι αυτή είναι το νομιμοποιητικό τους άλλοθι.

Έτσι, ο κ. Κοτζιάς σε δηλώσεις του στάθηκε επιφυλακτικός ως προς το ρόλο του ΝΑΤΟ στο Αιγαίο –οργανισμού που προκαλεί, υποτίθεται, αλλεργία στις αριστερές συνειδήσεις– και ανέλαβε, ex officio, είναι αλήθεια, το ρόλο της εξιλέωσής του. Κρίθηκε όμως απαραίτητο, η Πολιτική Γραμματεία του ΣΥΡΙΖΑ να εκδώσει ανακοίνωση καταγγελίας ενός θεσμού που φροντίζει τα συμφέροντα του καπιταλισμού. Ακριβώς, αυτό είναι η απόλυτη υποκρισία και ο απόλυτος οπορτουνισμός. Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ εφαρμόζει μια πολιτική και το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ την καταγγέλλει.

 Ο κ. Καμμένος, λοιπόν, ως ρεαλιστής πολιτικός, από τη συναναστροφή του με τους αριστερούς συντρόφους του συνειδητοποίησε τη δύναμη της ιδεολογίας και της προπαγάνδας. Και έτσι, δίνοντας μέσω κύκλων του διάφορες ερμηνείες της αποστολής του αμυντικού οργανισμού, διαμόρφωσε μια ιδεατή ατμόσφαιρα και ένα ονειρώδες πλαίσιο για τη δραστηριότητα της Συμμαχίας. Τι είχαμε τι χάσαμε, σου λέει. Αλλά αυτό που διοχέτευσαν οι «κύκλοι» είναι η ψευδαίσθηση.

Υπάρχουν τρία ερωτήματα που βασανίζουν την κοινή γνώμη στην Ελλάδα:

  • Ποιος ακριβώς θα είναι ο ρόλος του ΝΑΤΟ και πόσο διακυβεύονται ελληνικά συμφέροντα από τη δραστηριότητά του;
  • Τι θα γίνει με το προσφυγικό;
  • Πόσο έτοιμοι είμαστε να αντιμετωπίσουμε μια Τουρκία η οποία θα επιχειρήσει να οξύνει τις ισορροπίες στο Αιγαίο για να διαχειριστεί την πολιτική κρίση που θα πυροδοτήσει στο εσωτερικό της μια πολύ πιθανή αποτυχία της πολιτικής της στη Συρία;

Η παρουσία του ΝΑΤΟ στο Αιγαίο δεν θεωρείται επιχείρηση αλλά δραστηριότητα (όχι operation, αλλά activity).

Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει εξαρχής ένα σχέδιο με το οποίο θα εξελιχθεί η παρουσία του, αλλά μια προσπάθεια συνεννόησης, με τα ενδιαφερόμενα μέρη, για να διαμορφωθεί το πλαίσιο δράσης. Άρα, η ΝΑΤΟϊκή παρουσία δεν είναι εξαρχής θετική ή αρνητική για τα ελληνικά συμφέροντα. Το πώς θα εξελιχθεί, θα εξαρτηθεί από τις συνεννοήσεις που ήδη γίνονται. Όπως όμως η Ελλάδα, έτσι και η Τουρκία θα επιδιώξει να κατοχυρώσει τα συμφέροντά της. Και το τελικό σχέδιο θα πρέπει να έχει τη σύμφωνη γνώμη όλων των μελών του.

Τώρα, πώς μπορεί να ικανοποιηθούν τα αντικρουόμενα συμφέροντα Ελλάδας και Τουρκίας στο Αιγαίο, μένει να το δούμε. Κίνδυνοι ελλοχεύουν, και μάλιστα αρκετοί.

Για τους ειδικούς παρατηρητές, ο ρόλος του ΝΑΤΟ στο προσφυγικό είναι δευτερεύων. Το ΝΑΤΟ άδραξε την ευκαιρία της πρόσκλησής του για να εγκαταστήσει μια δύναμη που μπορεί να φτάσει και τα πενήντα πλοία, σε μια περιοχή όπου υπάρχει ρωσική στρατιωτική παρουσία και το ΝΑΤΟ θα είχε κάθε λόγο και να την παρακολουθεί και να βρίσκεται παρών. Ο χώρος ανάπτυξής του, άλλωστε, είναι η οδός που ακολουθούν τα ρωσικά πλοία για τον ανεφοδιασμό των συμπατριωτών τους στη Συρία.

Το πρόβλημα με το προσφυγικό γίνεται ολοένα και οξύτερο με την πολιτική που ακολούθησε και ακολουθεί η κυβέρνηση. Αντί να αναπτύξει μια διεθνή δραστηριότητα, ακόμη και στο πλαίσιο του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, για να αποσυμφορήσει τη χώρα από τον εγκλωβισμό μεγάλου αριθμού μεταναστών, στέλνει μηνύματα ότι έχει τη διάθεση να τους κρατήσει στην Ελλάδα για τα επόμενα τρία χρόνια. Αυτό οδηγεί στο λογικό συμπέρασμα ότι δεν αποκλείεται κάποιου είδους συνεννόησης για σύνδεση του οικονομικού προβλήματος της χώρας με το προσφυγικό, αν και ο κ. Σόιμπλε το απέκλεισε. Όσοι ασχολήθηκαν με το θέμα, επισημαίνουν τους μεγάλους κινδύνους που περικλείει αυτή η συσχέτιση.

Τέλος, κυβερνητικοί παράγοντες αλλά και άνθρωποι που είναι σε θέση να γνωρίζουν, συνδέουν τη ΝΑΤΟϊκή παρουσία και με τη –δυνάμει– διατήρηση μιας ισορροπίας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας σε περίπτωση που η γειτονική χώρα επιχειρήσει να οξύνει τα πράγματα ύστερα από αποτυχία της συριακής της πολιτικής.

Εκείνο που καθόρισε τη γενικότερη στροφή της κυβερνητικής πολιτικής είναι η ανησυχία που εκδήλωσε ο κ. Κοτζιάς με τη δήλωσή του ότι οι Αυστριακοί με την πολιτική τους έναντι της Ελλάδας, θέλουν ουσιαστικά να υπονομεύσουν την πολιτική της κ. Μέρκελ.

Υπενθυμίζω, καταλήγοντας, πως η υλοποίηση της πολιτικής της Γερμανίδας καγκελαρίου ήταν η αιτία που ο ΣΥΡΙΖΑ παρήγαγε τους όρους «μερκελιστές» και «γερμανοτσολιάδες».

Μήπως, τελικά, υπάρχει θεία δίκη;