Παντελής Σαββίδης
27 Φεβρουάριος 2016, 09:12

Όχι, όχι, ποτέ! Πώς η Αυστρία θα ξανακαεί στα Βαλκάνια

Στις 4 Ιουνίου του 1920 στο Palais Grand Trianon του Άλσους των Βερσαλιών στη Γαλλία, οι Σύμμαχοι της Αντάντ υπέγραψαν την ομώνυμη συνθήκη με την Ουγγαρία, με την οποία, το ασθενέστερο μέρος της δυαρχίας του Δούναβη έχανε τα ¾ του εδάφους του. Η έκφραση «νεμ, νεμ, σόχα» (στα ελληνικά, «όχι, όχι, ποτέ») σήμαινε πως η Ουγγαρία δεν θα αποδεχόταν ποτέ αυτές τις απώλειες. Τις αποδέχτηκε, όμως, ως τίμημα της ήττας της στην σύμπλευσή της με την Αυστρία στο πλαίσιο της ηττημένης Αυστροουγγαρίας. Αυτό το «όχι, όχι, ποτέ», γίνεται σήμερα επίκαιρο ως σύνθημα και θα μπορούσε να αποδοθεί ως κραυγή αγωνίας, τόσο στην ίδια την Ουγγαρία -αυτήν τη φορά σε ό,τι αφορά τη στάση της στη μεγάλη προσφυγική κρίση- όσο και στην Αυστρία που και αυτή την ίδια συμπεριφορά επιδεικνύει.

Δυστυχώς, τα κράτη δεν έχουν βγάλει τα συμπεράσματά τους από τη δυναμική που περικλείει η μετακίνηση των λαών όταν προκύπτει από ζωτική ανάγκη, και θεωρούν πως με τοίχους και φράγματα θα σταματήσουν τη διάχυση της ανθρώπινης δυστυχίας.

Για εντελώς μικροπολιτικούς λόγους, καλύτερα, για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης, η Αυστρία, συγκάλεσε τη γνωστή Διάσκεψη της Βιέννης με τις χώρες όλων των Βαλκανίων και αποφάσισαν -χωρίς τη συμμετοχή της Ελλάδας- να σταματήσουν τις προσφυγικές ροές στα σύνορα των Σκοπίων, αφού, κατά δήλωση των αρμοδιότερων εκπροσώπων της Βιέννης, η Ελλάδα δεν μπορεί να προστατεύσει τα σύνορά της.

Πρόκειται για την ύψιστη υποκρισία αφού δεν πρόκειται για αδυναμία στρατιωτικής υφής για την υπεράσπιση των θαλάσσιων συνόρων αλλά για στάση ανθρωπισμού της Ελλάδας, που επικροτείται από όλη την οικουμένη.

Δεν έχεις να κάνεις με στρατό τον οποίο αδυνατείς να αντιμετωπίσεις, αλλά με δυστυχισμένους ανθρώπους, τους οποίους για να σταματήσεις πρέπει να εγκαταλείψεις στη θάλασσα να πνιγούν. Καμιά ανθρώπινη αρχή και κανένας πολιτισμός δεν θα υπαγόρευε κάτι τέτοιο. Τι, άραγε, υπονοούν οι Αυστριακοί εταίροι μας; Προφανώς, αφού δεν γίνεται να βυθιστούν οι πρόσφυγες, να μείνουν στην Ελλάδα.

Ποσώς τους ενδιαφέρει το μέλλον μιας χώρας που δοκιμάζεται από την κρίση, οικονομικά, κοινωνικά, πολιτικά, θεσμικά.

Η αυστριακή στάση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Γι αυτό, στο θυμικό του Έλληνα πολίτη βρίσκει ανταπόκριση η σκληρή στάση της κυβέρνησης να ανακαλέσει την πρέσβη στη Βιέννη για διαβουλεύσεις και να μην κάνει αποδεκτό το αίτημα της Αυστριακής υπουργού εξωτερικών να επισκεφθεί την Αθήνα. Χρειάζεται, όμως, προσοχή στις κινήσεις αυτού του είδους για να μην απομονωθεί η χώρα.

Οι προκλήσεις που δέχεται και θα δεχθεί η Ελλάδα θα είναι πολλές, σε ένα περιβάλλον που καθίσταται καθημερινά ολοένα και πιο περίπλοκο. Η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη δεν αφίσταται πολύ από την στάση τής Αυστρίας και εκείνο που, μέχρι στιγμής, δεν δίνει ακραία δυναμική σε αυτήν τη συμπεριφορά είναι η πολιτική της κ. Μέρκελ η οποία δεν εγκατέλειψε, ακόμη, την άποψη ότι οι πρόσφυγες που καταφθάνουν στην Ευρώπη, θα πρέπει να κατανεμηθούν, αναλογικά, σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες.

Αυτό, σε συνδυασμό με τους ελέγχους και την καταγραφή που πρέπει να γίνονται στην Τουρκία, θα μπορούσε να είναι μια, προσωρινή, έστω, λύση στο πρόβλημα.

 Ίσως, αντί να οξύνουμε τις ελληνο-αυστριακές σχέσεις θα ήταν καλύτερο για την Αθήνα να αναπτύξει διεθνή -και όχι μόνο ευρωπαϊκή- δραστηριότητα- ακόμη και στο πλαίσιο του ΟΗΕ.

Διότι το προσφυγικό πρόβλημα, δημιουργείται από την αστάθεια που προκαλούν οι πόλεμοι στη Μέση Ανατολή και την Αφρική και οι πόλεμοι αυτοί έχουν διεθνή διάσταση.

Η απομόνωση της Ελλάδας στη Διάσκεψη της Βιέννης δεν κατέδειξε μόνο την αθλιότητα της Αυστρίας αλλά και των άλλων βαλκανικών χωρών που προσέτρεξαν να συμμετάσχουν γνωρίζοντας την ελληνική απομόνωση. Με κάποιον τρόπο θα πρέπει να καταστεί σαφής η έντονη ενόχληση της Αθήνας και στις βαλκανικές πρωτεύουσες, οι οποίες κατά καιρούς απήλαυσαν των ευεργετημάτων που τους προσέφερε η αφελής ελληνική πολιτική.

Βεβαίως, τα γειτονικά Σκόπια από την αρχή είδαν την κρίση ως ευκαιρία να δηλώσουν πως τα ίδια μπορούν αποτελεσματικότερα να αποτελέσουν τον ευρωπαϊκό υπηρέτη, και προσφέρουν τυφλά τις υπηρεσίες τους ευελπιστώντας πως θα ανταμειφθούν.

Ας όψονται στην Ελλάδα, όσοι, εν είδη κουβέντας καφενείου, διακηρύσσουν με περισσή ευκολία την εγκατάλειψη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η πολιτική της Αυστρίας ήταν πάντοτε εχθρική προς την Ελλάδα, παρόλο που στη Βιέννη κατέφυγαν επί Τουρκοκρατίας πλείστοι όσοι επιφανείς ή μη Έλληνες. Οι Αυστριακοί συνέλαβαν τον Ρήγα και τον παρέδωσαν στους Τούρκους. Αυστριακός ήταν ο πρωταγωνιστής της Ιεράς Συμμαχίας και σφοδρός πολέμιος της ελληνικής ανεξαρτησίας, Μέτερνιχ. Η Αυστρία μαζί με την Ιταλία πρωταγωνίστησαν στη δημιουργία του αλβανικού κράτους. Και αν αυτό δεν μπορούσε -και ίσως δεν έπρεπε- να αποφευχθεί, Αυστριακοί και Ιταλοί πρωταγωνίστησαν ώστε να μην περιληφθεί η Βόρειος Ήπειρος στην ελληνική επικράτεια.

Παρόλο που η Αυστρία έχει καεί στα Βαλκάνια, δεν λέει να τα εγκαταλείψει.

Ένα βιεννέζικο πολιτικό απόφθεγμα που αποδίδεται στον Μέτερνιχ, θέλει τα σύνορα των Βαλκανίων να εκτείνονται ως τις παρυφές του ιστορικού κέντρου της Βιέννης. Αυτό δεν το έλεγαν για καλό αλλά, για να αναπαράγουν αντιβαλκανικά σύνδρομα, ακόμη και στις ημέρες μας.

Όπως γράφει στο βιβλίο του Αυστροβαλκάνια, ο Γιάννης Τζώρτζης, η Στρατιωτική Ακαδημία της Βιέννης, τον Ιανουάριο του 2004, είχε καταρτίσει έναν χάρτη κύκλων των πολιτισμών. Στον χάρτη αυτό η Ρωσική Ορθοδοξία εξέφραζε ένα δικό της κύκλο πολιτισμού που επηρεάζει και τα Βαλκάνια.

Με την εξαίρεση, βεβαίως, της Αγίας Πετρούπολης, όλη η Ρωσία, η Ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια (πλην Σλοβενίας, Ίστριας, Ζάγκρεμπ και Δαλματίας) κατατάσσονταν εκτός δυτικού πολιτισμικού κύκλου. Ο χάρτης αυτός των κύκλων τελικά δεν θεωρήθηκε επίσημο έγγραφο και αποσύρθηκε.

Για τον παλιό κόσμο της Γηραιάς Ήπείρου, των ηγεμόνων και ευγενών, τα Βαλκάνια αποτελούσαν ανέκαθεν μια ενιαία και ακυβέρνητη χώρα, θεωρούμενα σαν ένας αυθαίρετα συντεταγμένος τόπος χωρίς έθνη και χωρίς άτομα. Η αυτοκρατορική Βιέννη ήθελε να έχει πάντοτε τον τελευταίο λόγο για την κατάσταση στη Βαλκανική Χερσόνησο μέχρις που πέτυχε να κάψει τα πόδια της στη φωτιά που η ίδια έβαλε εκεί το καλοκαίρι του 1914.

Με την πολιτική που ακολουθεί θα τα κάψει και τώρα. Αρκεί η ελληνική εξωτερική πολιτική να μην παρασυρθεί από τον δικαιολογημένο θυμό της.