20 Αύγουστος 2013, 11:59 - Τελευταία Ενημέρωση: 5 Σεπτέμβριος 2014, 20:12

Μαρτυρία που συγκλονίζει: Ο ξεριζωμός από τα Άγια χώματα της Σαμψούντας!

  • Μαρτυρία που συγκλονίζει: Ο ξεριζωμός από τα Άγια χώματα της Σαμψούντας!

Μαρτυρία που συγκλονίζει: Ο ξεριζωμός από τα Άγια χώματα της Σαμψούντας!

Ταλαιπωρημένη, περιφρονημένη και ζητώντας συνεσταλμένα να τη βοηθήσουν, γύριζε για μερικούς μήνες από χωριό σε χωριό, η 22χρονη τότε η Ελένη Σπανίδου-Συμεωνίδου.

Μετά τον ξεριζωμό της από τα Άγια χώματα της Σαμψούντας, όπου γεννήθηκε κάποια μέρα έφτασε στο Νέο Πετρίτσι Σερρών, όπου βρήκε τη θαλπωρή και τη φροντίδα από τους κατοίκους.

Όταν τη συναντήσαμε, το 1998, ήταν 111 χρονών και χαιρόταν τα 27 εγγόνια της, τα 47 δισέγγονα και τα 10 τρισέγγονα, που της χάρισαν τα έξι παιδιά της και τη φρόντιζε η νύφη της, η Ελένη. Ο μεγαλύτερος εγγονός της ο Γιώργος Τσακπακίδης ήταν 66 χρόνων.

Η υπεραιωνόβια Ελένη Σπανίδου-Συμεωνίδου έβγαινε στην αυλή, αυτοεξυπηρετιόταν, κινιόταν. Πότιζε η ίδια τον κήπο της με το λάστιχο και τραγουδούσε το: “Λάχανα, πουλί μ’ λάχανα”.

Η Ελένη Σπανίδου, που το πατρικό της επίθετο ήταν Συμεωνιδου, είχε γεννηθεί το 1887 στο ορεινό χωριό Ζουμπουγλού της Σαμψούντας, πρός την πλευρά της Οινόης. Η ταυτότητα της έγραφε ότι γεννήθηκε το 1890. Παντρεύτηκε δύο φορές, τη μια στην πατρίδα και μετά στο Νέο Πετρίτσι Σερρών.

Στην Ελλάδα ήλθε μέσω Ρουμανίας, από τα βουνά της Τσέρνας, όπου γεννήθηκε και ένα παιδί της, το 1923, που παραλίγο να πεθάνει. Το έσωσε μια καλή νοσοκόμα. Ο σύζυγος της, που γενικά ήταν πολυ ταλαιπωρημένος, όταν το 1924 ηρθαν στο Χαμαγκιόϊ (Κορδελιό Θεσσαλονίκης), πέθανε κι αφησε χήρα τη νεαρή γυναίκα του. Η οποία με το παιδί στην αγκαλιά, πήρε τους δρόμους, γυρνώντας από χωριό σε χωριό. Σταματούσε στα τσιφλίκια, όπου μάζευε μπασάκια (τα σταχυα που έπεφταν στο χωράφι μετα τον θερισμό), τα καθάριζε, τα έκανε πληγούρι, για να φάει η ίδια και το παιδί της…

Κάποια μέρα βρέθηκε στον Νεο Πετρίτσι, όπου ζήτησε να τη βοηθήσουν να ταϊσει το παιδί της. Ήταν 22χρονών. Εκείνη την μέρα γινόταν γάμος στο χωριό. Τη ρώτησαν γιατί δε χορεύεις, όλοι χορεύουν. Εκείνη τους διηγήθηκε την ταλαιπωρία της.

Οι κάτοικοι κατάλαβαν ότι είναι καλός άνθρωπος και θέλησαν να τη βοηθήσουν…

Την προξένησαν στον σαραντάρη χήρο Μιχάλη Σπανίδη, που είχε τρία παιδιά. Μαζί του έκανε άλλα τέσσερα παιδιά. Η ίδια θυμόταν ότι ο παππάς που πήγε να βγάλει την άδεια γάμου, της είπε: “Παιδί μου, εσύ είσαι πολύ μικρή, πάς θα πάρεις τον Σπανίδη, που έχει τα διπλάσια σου χρονια;”. Εκείνη του είπε ότι θέλει να δουλέψει στα χωράφια ή όπου να είναι, για να ζήσει το παιδί της.

"Ο Σπανίδης ήταν φτωχός, αλλά είχε το σπίτι, τη φωλιά να μείνω κάπου κι εγώ. Παρακαλούσα το Θεό να με βοηθήσει να μεγαλώσω τα παιδιά που αποκτήσαμε μαζί, αλλά και τα τρία δικά του. Και ο Θεός με βοήθησε και τα προστάτεψα και τα μεγαλωσα".

Πριν αρχίσει να περιγράφει άλλες λεπτομέρειες της ζωής της, η Ελένη Σπανίδου στάθηκε για λίγο συλλογισμένη. Έδειχνε ότι προσπαθούσε να φέρει στη μνήμη της, τα περασμένα και ίσως να συγκρατηθεί για να μην κλάψει. Η διήγηση της σκόρπια, παρά το γεγονός ότι ήταν πολύ καλά στο μυαλό:

"Βγήκαμε στη θάλασσα, στην άκρη, λέει. Ήταν τότε που μας έδιωχναν απο την πατρίδα. Ήρθε το τουρκικό πλοίο. Απο δυο-δυο εμείς τα κοριτσια, μαζί με τις γυναίκες, μπήκαμε μέσα. Μας κυνηγούσαν, δεν είχαμε να φάμε. Κρυβόμασταν! Πήγαμε μια μέρα να βρούμε κάτι να φάμε απο εναν κήπο και ήρθε ο νοικοκύρης και μας έσπασε στο ξύλο.

Ήταν η εποχή που οι Τούρκοι σφάζανε τους Αρμενίους. Μια μέρα μου δώσανε φαϊ σε ένα μποξαδάκι και μου είπαν να το πάω στον πατέρα μου, στα χωράφια. Εγώ φοβόμουνα. Όταν έφτασα στο χωράφι, ρώτησα τον πατέρα μου αν θα μας σφάξουν και εμας. Όχι μου λέει, εμάς δε θα μας πειράξουν, γιατί εμείς είμαστε Ελλήνες. Ύστερα από λίγο καιρό, οι Τούρκοι έσφαζαν και εμάς.

Στον Ελληνοτουρκικό πολεμο, τρεις μέρες κρυβόμασταν μέσα στο δάσος. Χτίζαμε καλύβες στα βουνά να μη μας βρουν οι Τούρκοι και μας σφάξουν! Επάνω στα βουνά, μας συνάντησαν οι Έλληνες αντάρτες. Ο καπετάνιος ήταν πάνω στο αλογο. Οι Τούρκοι τον σκότωσαν, έκοψαν το κεφάλι του και το γύριζαν από δω κι από εκεί. Όταν τελειωσε ο πόλεμος, είπαμε θα κατέβουμε. Ήταν και δυο Αρμεναίοι μαζί μας. Είπαν θα έρθουμε κι εμείς μαζί σας. Εμείς τους είπαμε, θα σφάξουν και μας και εσάς, γι αυτό να κρυφτειτε. Όλοι οι άλλοι είμασταν Ελλήνες. Οι Τούρκοι άρχισαν να μας δίνουν άδεια να παμε στη Νεοκαισαρεία, στο παζάρι.

Δεν είχε σχολείο στο χωριό μας και ετσι τα παιδιά πήγαιναν σε άλλα χωριά να μάθουν γράμματα. Τον άντρα μου, όταν τελειωσε το δημοτικό, του λέει ο μπαμπάς του, Γιώργο να πας να μάθεις τέχνη, τσαγκάρης, ο κόσμος τέχνη μαθαίνει. Λέει πατέρα θα παω. Δεν ήθελε. Δούλεψε οχτώ-δέκα μέρες και δεν μπόρεσε άλλο.

Έγινε τσοπάνος να φυλάει τα ζώα του χωριού. Ύστερα πούλησαν τα γελάδια και πήραν πρόβατα. Οι άλλοι δούλευαν στα χωράφια. Είχε πολλά χωράφια. Κι εμεις δουλεύαμε στα χωράφια. Μερικοι πήγαιναν και ψάρευαν.

Στο χωριό μας δεν είχε Τούρκους. Τα γύρω χωριά ήταν Ελληνικά. Με έστειλαν στην Οινόη, να δουλέψω σε ένα Τουρκικό σπίτι, όπου έμεινα δύο χρόνια, μέχρι που γύρισαν ο πατέρας μου και η μάνα μου απο την εξορία. Πήγα στην χανούμισσα και της είπα, θα φύγω. Εκείνη με έστειλε στο χωριό μου.

Μετά μας βοήθησε ένας Τούρκος να ανεβούμε σε πλοίο, που πήγαινε στη Ρουμανία.

Πάνω στο πλοίο δεν είχαμε να φάμε, είμασταν εντελώς νηστικοί, θα πεθαίναμε. Ήταν μαζί μας ένας γέρος από την Ρωσία, που ανέβηκε στη βάρκα και πήγε στον Δούναβη. Όταν φτάσαμε εκεί τους είπε ότι υπάρχουν άνθρωποι στο καράβι που θα κινδυνεύουν να πεθάνουν από την πείνα. Το πλοίο μας άφησε εκεί. Μετά ανεβήκαμε σ’ άλλο πλοίο και κάναμε δώδεκα μέρες στον Δούναβη.

Πάντοτε λέω, θα ‘ρθει καιρός, θα ανοίξει ο δρόμος, θα πάμε στον Πόντο. Αλλά ποιός θα ζει; Ποιός θα πάει;

Στο σπίτι μας από κόντα περνούσε το νερό. Είχαμε τόσο καλά. Τα έφαγαν όλα οι Τουρκοι. Τρία αδέλφια ήταν ο πατέρας μου. Όλοι σ’ ένα σπίτι ζούσαμε. Καθε συνυφάδα είχε 4-5 παιδιά και όλοι είμασταν αγαπημένοι. Τον πρώτο λόγο τον είχε ο μεγάλος αδελφός.

Τον πατέρα μου τον έλεγαν Γιώργο και τον παππού μου Λάζαρο. Ο παππούς μου έλεγε: “Παιδιά θα έρθει μέρα που ο πατέρας θα σκοτώσει το παιδί και το παιδί τον πατέρα”. Του λέγαμε: “Όχι παππού, μπορεί να γίνει αυτό;”.

Πέρασαν εκείνα… Τον πατέρα μου τον σκότωσαν, τον αδελφό μου τον σκότωσαν, την αδελφή μου την σκότωσαν. Τους έστειλαν εξορία, τους βασάνισαν.”

Μαρτυρία Ελένης Σπανίδου

Πηγή: lelevose.eu