Νίκος Παναγιωτίδης
12 Φεβρουάριος 2016, 15:04

H τριμερής ως καθεστώς περιφερειακής συνεργασίας

Διαχρονικά τα κράτη οικοδομούν συμμαχίες στη βάση κοινών συμφερόντων και κοινών απειλών σε μια προσπάθεια βελτίωσης της θέσης τους στο διεθνές σύστημα ενόψει του έντονου διακρατικού ανταγωνισμού που το χαρακτηρίζει.

Η τριμερής συνάντηση Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ τον περασμένο Ιανουάριο αποτελεί ένα τέτοιο παράδειγμα.

Με όρους διεθνούς πολιτικής αποτελεί ένα καθεστώς περιφερειακής συνεργασίας το οποίο αποκτά ειδικό γεωπολιτικό βάρος και δυνητικά μπορεί να μετεξελιχθεί ως αυτόνομο ενεργειακό υποσύστημα με παγκόσμιο γεωοικονομικό εκτόπισμα. Οι συμμαχίες αποτελούν προσωρινούς γάμους συμφέροντος, αλλά στην προκειμένη περίπτωση τα συμφέροντα των τριών κρατών είναι πολυεπιπέδα και αλληλοεπικαλύπονται στις επιμέρους πτυχές τους, με αποτέλεσμα κάποιος να μπορεί να πει ότι η συμμαχία αυτή δεν θα είναι βραχύβια.

Διαχρονικές πολιτικές ελίτ στο Ισραήλ τάσσονταν υπέρ συνεργασιών με μη αραβικά κράτη και μειονότητες σε μια προσπάθεια υπέρβασης της γεωπολιτικής απομόνωσης του Ισραήλ στο υποσύστημα της Μέσης Ανατολής.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της στρατηγικής αντίληψης στην εξωτερική πολιτική του εβραϊκού κράτους ήταν η προσπάθεια του Ισραήλ να συνεργαστεί με τους Μαρωνίτες κατά τη διάρκεια του Πρώτου Πολέμου του Λιβάνου (1982). Τότε το Ισραήλ επιχείρησε να εγκαθιδρύσει στο Λίβανο μια φιλοϊσραηλινή κυβέρνηση υπό τον Μαρωνίτη πολιτικό Μπασίρ Τζεμαγιέλ, τον Αύγουστο του 1982. Ωστόσο η δολοφονία του Τζεμαγιέλ τον Σεπτέμβριο τερμάτισε αυτούς τους στρατηγικούς σχεδιασμούς.

Συναφώς, το ενδιαφέρον του εβραϊκού κράτους για εξεύρεση γεωστρατηγικού βάθους και πρόσβαση στα ευρωπαϊκά δρώμενα, θα συνεχιστεί. Επιπλέον, το γεγονός πως η Ελλάδα και η Κύπρος διατηρούν καλές σχέσεις και με τον αραβικό κόσμο (βλ. πρόσφατη αναγνώριση της Παλαιστίνης από το ελληνικό Κοινοβούλιο τον περασμένο Δεκέμβριο) δρα ως πολλαπλασιαστής ισχύος για τα ελληνικά συμφέροντα.

Το γίνεται όμως με τα το αμιγώς ενεργειακό κομμάτι;

Το Ισραήλ έχει ανακαλύψει δύο μεγάλα κοιτάσματα, το Ταμάρ και το Λεβιάθαν, συνολικής περιεκτικότητας 900 bcm (δισ. κυβικά μέτρα). Από πλευράς της, η Κύπρος έχει εξεύρει προς το παρόν 3-4 tcf (τρισ. κυβικά πόδια) τα οποία δεν επαρκούν για την δημιουργία χερσαίου τερματικού.

Πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι το θέμα της διαχείρισης του παράγοντα ενέργεια ως του κύριου άξονα υψηλής στρατηγικής δεν είναι απλό. Πρόκειται για ένα πολυπαραγοντικό μοντέλο με διάφορες πτυχές –τεχνοοικονομικές, ευαίσθητα πολιτικά δεδομένα–, αλλά και ρευστούς αστάθμητους παράγοντες. Η ανακάλυψη του κοιτάσματος Ζορ στην Αίγυπτο ενισχύει την προηγηθείσα διαπίστωση. Ενώ η Total αποσύρθηκε από το οικόπεδο 11 μετά την ανακάλυψη στο Ζορ, επαναβεβαίωσε το ενδιαφέρον της για επαναδραστηριοποίηση στην κυπριακή ΑΟΖ.

Άρα λοιπόν, οι τρεις επιλογές που υπάρχουν αυτή την στιγμή είναι η δημιουργία χερσαίου τερματικού, ο αγωγός East Med που θα μεταφέρει στην Ελλάδα το αέριο της Ανατολικής Μεσογείου και από εκεί στην Ευρώπη, και η δημιουργία αγωγού που θα μεταφέρει το κυπριακό αέριο στην Τουρκία και από εκεί στην Ευρώπη.

Η δημιουργία του χερσαίου τερματικού φαντάζει απομακρυσμένο σενάριο με τα μέχρι στιγμής δεδομένα, αν και ο υπουργός Ενέργειας Γιώργος Λακκοτρύπης σε συνέντευξη του στον Φιλελεύθερο (7 Φεβρουαρίου) είπε ότι δεν έχει αποκλειστεί εντελώς αυτό το ενδεχόμενο.

Η δημιουργία του αγωγού προς την Τουρκία έχει αποκλειστεί από την κυπριακή κυβέρνηση, η οποία υπογραμμίζει ότι αυτή η επιλογή δεν είναι στο τραπέζι με άλυτο το Κυπριακό πρόβλημα.

Σύμφωνα με εμπειρογνώμονες, ο αγωγός East Med αποτελεί δαπανηρή λύση, ενώ υπάρχουν και τεχνικά προσκόμματα για την επίτευξη του έργου – όπως το μεγάλο βάθος του βυθού. Επιπλέον, δεν υπάρχουν προς το παρόν επαρκείς ποσότητες για να τελεσφορήσει το έργο. Τι θα γίνει ακριβώς με το θέμα της ενέργειας θα συναρτηθεί με ενδεχόμενες νέες ανακαλύψεις στην κυπριακή ΑΟΖ, αλλά και με πολιτικά ζητήματα.

Ένα άλλο ζήτημα πολιτικής φύσεως είναι η μη κήρυξη ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδος-Κύπρου-Αιγύπτου με βάση το τριεθνές σημείο του Καστελόριζου. Άρα, λοιπόν, τα μέχρι στιγμής ισχύοντα δεδομένα δεν επιτρέπουν ασφαλή πολιτικοστρατηγική πρόβλεψη για το πού ακριβώς θα κινηθούν τα πράγματα όσον αφορά τα ενεργειακά.

Ωστόσο, όπως γίνεται σε κάθε πολιτική διεργασία, η λύση στην ενεργειακή εξίσωση θα προκύψει από την πίεση και τα συναφή δεδομένα, τα οποία η ίδια η πραγματικότητα θα θέσει ενώπιον των πολιτικών πρωταγωνιστών. Εν προκειμένω, είτε θα τους αποτρέψει ή θα τους προτρέψει να κατευθυνθούν προς συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές.

Ας ελπίσουμε ότι αυτές θα είναι προς το αμοιβαίο όφελος και την ασφάλεια των τριών χωρών.