Τούτου μεν του ανθρώπου εγώ σοφώτερός ειμι

Συνεχίζοντας την προσπάθεια της πνευματικής αντίστασης απέναντι στις αμπελοφιλοσοφίες που προσβάλλουν τις θεμελιώδεις αξίες του ελληνισμού, σήμερα θα δούμε το γιατί κάποιοι επιστήμονες δείχνουν έναν περίεργο ζήλο για να αποδείξουν επιστημονικά πως δεν υπάρχει Θεός.

Λοιπόν φρονώ πως τούτοι οι άνθρωποι έχουν βαλθεί στο σισύφειο έργο της δήθεν επιστημονικής απόδειξης για την ανυπαρξία του Θεού και τροφοδοτούν τον ψευτοδιχασμό μεταξύ θρησκείας κι επιστήμης, εξαιτίας αλαζονείας.

Εξαιτίας λανθασμένης αντίληψης και θολωμένης κρίσης που οφείλεται στην οίηση και την παραζάλη από τα ραγδαία επιστημονικά και τεχνολογικά επιτεύγματα του καιρού μας – αληθινά και ψεύτικα, σημαντικά κι ασήμαντα. Επίσης, στην υπερπληροφόρηση και στην παραπληροφόρηση γι’ αυτά. Τελικά αστοχούν υπερεκτιμώντας ανυπόστατα τις πραγματικές δυνατότητες της επιστήμης, τις πραγματικές δυνατότητες του ανθρώπινου είδους σήμερα. Υποφέρουν δηλαδή από μια μορφή έλλειψης επιστημονικής αυτογνωσίας. Δεν στέκονται με ταπεινοφροσύνη απέναντι στην απεραντοσύνη και τη χαοτική περιπλοκότητα του κόσμου μας, και δεν υποψιάζονται πως τελικά μπορεί να γνωρίζουμε λιγότερα πράγματα γι’ αυτόν από όσα νομίζουμε.

Ίσως γι’ αυτό εκείνος ο γίγαντας της ιατρικής επιστήμης, ο Sir William Osler (1849-1919), έλεγε κι επέμενε στους φοιτητές του: «Κανένας ανάμεσα στους ανθρώπους δεν είναι φτιαγμένος για να ξέρει την αλήθεια, την απόλυτη αλήθεια και τίποτε άλλο από την αλήθεια· ακόμα και οι άριστοι των αρίστων θα πρέπει να ικανοποιούνται όταν βρίσκουν κανένα κομματάκι της ή όταν της ρίξουν καμιά φευγαλέα ματιά, και να μην περιμένουν πως θα την γνωρίσουν ολόκληρη».

Το «γνώθι σ’ αυτόν» ήταν πάντα από τα μεγαλύτερα προβλήματα του ανθρώπου γενικά, αλλά οι κύκλοι των μορφωμένων –που λένε– ανθρώπων υποφέρουν απ’ αυτό πιο πολύ. «Πολλοί πολυμαθέες νουν ουκ έχουσιν», που λέγει κι ο Δημόκριτος.

Αλλά αυτό ακριβώς δεν προσπάθησε να μας μάθει με τις διδαχές του κι ο μεγαλύτερος φιλόσοφος όλων των εποχών, ο Σωκράτης;

Δεν λέει στην απολογία του ότι ανακηρύχτηκε ο πιο σοφός ανάμεσα στους ανθρώπους από το μαντείο των Δελφών, γιατί είχε επίγνωση «ότι στην πραγματικότητα δεν μπορεί να είναι διόλου σοφός»; Όπως εξηγεί ο ίδιος, «ο Θεός μόνο είναι πράγματι σοφός και μ’ αυτόν το χρησμό αυτό λέει: ότι η ανθρώπινη σοφία έχει μικρή αξία, ίσως και καμία».

Αφιέρωσε λοιπόν τη ζωή του ο μεγάλος και διαχρονικός αυτός δάσκαλος του ανθρώπινου γένους στο να εξετάζει αυτούς που περνιούνται για σοφοί και να τους αποδείχνει πως διόλου σοφοί δεν ήταν. Κι όταν τελείωνε την εξέταση που τους έκανε με όμορφες και λογικές ερωτήσεις, φεύγοντας συλλογιόταν: «απ’ αυτόν τον άνθρωπο εγώ είμαι σοφότερος. Γιατί, όπως φαίνεται, κανένας από τους δυο μας δεν γνωρίζει τίποτα σπουδαίο. Αλλά αυτός νομίζει ότι γνωρίζει, ενώ δεν γνωρίζει. Εγώ όμως δεν γνωρίζω βέβαια τίποτα, αλλά ούτε και νομίζω ότι γνωρίζω. Φαίνεται ότι από εκείνον, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, είμαι λίγο σοφότερος· γιατί εκείνα που δεν γνωρίζω δεν νομίζω ότι τα γνωρίζω».

Εγώ, λοιπόν, είμαι σε αυτό το θέμα μαζί με τον κράτιστο Σωκράτη. Τον μεγάλο δάσκαλο που μας δίδαξε με το λόγο του, με τη ζωή του και με το θάνατό του.

Κι αυτοί που νομίζουν πως μπορούν με κούφια, δήθεν επιστημονικά επιχειρήματα, να αποδείξουν πως δεν υπάρχει Θεός, μου φαίνεται πως είναι σαν κι εκείνους τους υπερφίαλους που ο Σωκράτης εξέταζε και προσπαθούσε να τους μάθει την ταπεινοφροσύνη. Γιατί η καλή σειρά για το «επίστασθαι», πρωτού κανείς αρχίσει ν’ αποκαλεί τον εαυτό του πραγματικό και ώριμο επιστήμονα και –προπαντός– πριν αρχίσει να διδάσκει τους άλλους, αναμφίβολα ξεκινά πρώτα από το «γνώθι σ’ αυτόν».

Και είναι αλήθεια πως όταν ο επιστήμονας ερευνά με σωστή μεθοδολογία και λογική κι ανοιχτό μυαλό το πως λειτουργεί ο κόσμος μας, βοηθιέται κάπως στο να γνωρίσει και τον εαυτό του. Κι αφού φτάσει σ’ έναν ικανοποιητικό βαθμό αυτογνωσίας από την τριβή του με την επιστήμη κι από άλλα πράγματα που του συντυχαίνουν στη ζωή, καταλαβαίνει πόσο μικρός είναι απέναντι στα μυστήρια και στη φριχτή περιπλοκότητα του «είναι». Καταλαβαίνει τις δυνατότητες, αλλά και τις αδυναμίες του, τα όρια του. Έτσι, αποκτά ταπεινό φρόνημα κι έρχεται στο «εν οίδα, ότι ουδέν οίδα».

Κι από κει κάθεται και σκέφτεται πως για να κάνει σωστή δουλειά, θα πρέπει με εξυπνάδα και πραγματισμό, με επίγνωση των περιορισμών και των αδυναμιών του, να βάζει συγκεκριμένα ερωτήματα, για να ερευνά. Ερωτήματα που με σωστές ερευνητικές πρακτικές μπορεί –δύναται– να απαντήσει στήνοντας πειραματισμούς στέρεους κι αδιαφιλονίκητους όσο είναι δυνατό. Μετά επαναλαμβάνει τα πειράματά του για σιγουριά, και δένει τα αποτελέσματά του γερά με όσες μεθόδους κι όσους τρόπους μπορεί να εφαρμόσει.

Κι όταν με τα πολλά σιγουρευτεί, δημοσιεύει τ’ αποτελέσματα της έρευνάς του και τις ανακαλύψεις του και περιμένει να τα βασανίσουν κι οι άλλοι επιστήμονες.

Κι όλο αυτό το διάστημα, μέχρι η επιστημονική κοινότητα να επιβεβαιώσει αυτά που ανακάλυψε –και το σημαντικότερο, μέχρι η εφαρμογή τους στην πράξη να τα βγάλει πέρα για πέρα αληθινά–, κάθεται με το κεφάλι σκυμμένο και λέει «δεν ξέρω... θα δούμε...είναι πολύ νωρίς για να πούμε» κι άλλα τέτοια, σε όσους τον ρωτούν. Κι όταν με τον καιρό αυτά που είπε βεβαιωθούν, τότε περνούν και στα βιβλία και βγαίνει κι αυτός κι άλλοι να τα διδάξουν στους φοιτητές τους και σε όσους άλλους δείξουν ενδιαφέρον. Αυτός είναι ο σωστός επιστήμονας. Ταπεινός, μετρημένος στα λόγια, μιλά μόνο γι’ αυτά που ξέρει καλά κι έχει αποδείξεις. Για τα άλλα, σφίγγα.

Και τώρα πείτε μου σε τι από αυτά ταιριάζουν εκείνοι που βγαίνουν με ύφος και με μια περίεργη σιγουριά κι έναν ανεξήγητο ζήλο να πουν ως επιστήμονες πως δεν υπάρχει Θεός; Τούτοι, όπως καταλαβαίνετε, παρακάμπτουν όλα τα στάδια και πηδούν στο τελευταίο: βγαίνουν στο βήμα να κηρύξουν αναπόδειχτες σοφιστείες.

Αλλά το κακό, ως συνήθως, έχει πολλά ποδάρια. Κι έτσι στο επόμενο άρθρο θα καταπιαστούμε με ένα ακόμα σχετικό ψευτοδίλημμα. Το «Ορθοδοξία ή ορθολογισμός».