Παντελής Σαββίδης
26 Δεκέμβριος 2015, 09:14

Ελλάδα, Ισραήλ, Παλαιστίνη και Τουρκία

Η ελληνική διπλωματία προέβη τις τελευταίες μέρες της εβδομάδας που μας πέρασε σε μια υπολογισμένη κίνηση που δείχνει πως αν υπάρχει βούληση για τη διαμόρφωση πολιτικής, το ανθρώπινο κεφάλαιο της χώρας μπορεί να την σχεδιάσει.

Το ομόφωνο ψήφισμα της Βουλής με το οποίο προτρέπεται η κυβέρνηση να αναγνωρίσει το παλαιστινιακό κράτος ήταν κίνηση που ικανοποίησε τους Παλαιστίνιους και, λογικά, δεν πρέπει να δυσαρέστησε το Ισραήλ. Η Ελλάδα με την κίνηση αυτή αποκαθιστά μια ισορροπία στις σχέσεις της με το Ισραήλ και τους Παλαιστίνιους και προσφέρεται να διαμεσολαβήσει στις συνομιλίες των δύο μερών για την εξεύρεση λύσης στο πρόβλημα που τα ταλανίζει.

Η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα στην περιοχή που έχει σχέσεις με τις δύο πλευρές, αναπτυγμένες σε ικανοποιητικό βαθμό, τις οποίες μπορεί να αξιοποιήσει.

Η εξισορρόπηση των σχέσεων της Ελλάδας με το Ισραήλ και τους Παλαιστίνιους συνέπεσε με τη βελτίωση των τουρκοϊσραηλινών σχέσεων και αυτή η σύμπτωση δεν πρέπει να ήταν τυχαία, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τη διαχείριση της κοινής γνώμης.

Η βελτίωση των τουρκοϊσραηλινών σχέσεων ήταν θέμα χρόνου να συμβεί. Απλώς, όσο ο Τούρκος πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν μπορούσε να ελιχθεί, απέφευγε το άνοιγμα προς το Ισραήλ προσδοκώντας πως θα κατάφερνε να βγει από τα αδιέξοδα στα οποία οδήγησε την πολιτική της χώρας του και να συνεχίσει να διεκδικεί ρόλο περιφερειακής δύναμης. Όταν συνειδητοποίησε πως με τη συριακή του πολιτική, ιδιαίτερα μετά την κατάρριψη του ρωσικού μαχητικού, απομονώθηκε πανταχόθεν, ανταποκρίθηκε στην ισραηλινή βούληση για βελτίωση των σχέσεων των δύο χωρών.

Στην Τουρκία δραστηριοποιείται ένα ισχυρό λόμπι ντονμέδων (Τούρκων εβραίων) οι οποίοι επηρεάζουν καθοριστικά την τουρκική πολιτική και οι οποίοι έδρασαν επανειλημμένως κατά των ελληνικών συμφερόντων. Είναι η ίδια ομάδα που δραστηριοποιήθηκε κατά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και προσπάθησε, επιτυχώς, να εξιλεώσει την Τουρκία στη διεθνή κοινότητα για τα εγκλήματα που διέπραξε κατά την επιχείρησή της αυτή.

Το λόμπι αυτό πιέζει, μονίμως, για σταθερές τουρκοϊσραηλινές σχέσεις, πολιτική που ασπάζεται η κυρίαρχη αντίληψη της αμερικανικής πολιτικής.

Αυτό δεν σημαίνει πως η αμερικανική πολιτική είναι εκ προοιμίου αντίθετη προς την Ελλάδα, αλλά οποτεδήποτε τέθηκε θέμα επιλογής, το βάρος έγειρε προς την τουρκική πλευρά. Η πολιτική Ομπάμα ακόμη και τώρα εκδήλωσε την προτίμησή της στη βελτίωση των τουρκοϊσραηλινών σχέσεων, αυτό όμως δεν σημαίνει τίποτε επί του πρακτέου.

Η βούληση έρχεται, πολλές φορές, σε αντίθεση με την πραγματικότητα.

Οι σχέσεις Τουρκίας-Ισραήλ συμπίπτουν στο ενεργειακό επίπεδο και στην επιθυμία και των δύο κρατών να περιορίσουν την επιρροή του Ιράν, έρχονται όμως σε αντίθεση με σωρεία άλλων ζητημάτων, όπως η ανάδυση της κουρδικής οντότητας στη Συρία, η επίμονη προσπάθεια του Ισραήλ να μην επικρατήσει, ως κυρίαρχη, καμιά περιφερειακή δύναμη, οι καλές σχέσεις του Τελ Αβίβ με το Κάιρο σε αντίθεση με την Άγκυρα, και άλλα πολλά, τα οποία δεν προοιωνίζονται ευχάριστο μέλλον.

Υπάρχει ένα άτυπο δόγμα στις σχέσεις Τουρκίας-Ισραήλ, το οποίο χρονολογείται από εποχής Οθωμανών ακόμη, για καλές σχέσεις των δύο χωρών, δόγμα όμως που δοκιμάζεται σήμερα με τα αποκλίνοντα συμφέροντα των δύο χωρών.

Η βελτίωση των τουρκοϊσραηλινών σχέσεων θα έχει επιπτώσεις στα ελληνικά συμφέροντα, αλλά δεν θα είναι καθοριστικές. Η Ελλάδα, με το επίπεδο των σχέσεων που έχει διαμορφώσει στην περιοχή, βρίσκεται σε πλεονεκτικότερη θέση από την Τουρκία αυτήν τη στιγμή. Αρκεί να μπορέσει να κεφαλαιοποιήσει το πλεονέκτημα αυτό ως προς την αναβάθμιση του ρόλου της στην περιοχή.

Η σημασία της ελληνικής ιδιαιτερότητας έχει γίνει αντιληπτή από τον διεθνή παράγοντα αλλά επαφίεται στην Αθήνα να αξιοποιήσει το ρόλο που, δυνάμει, μπορεί να διαδραματίσει.

Η Ελλάδα είναι μια χώρα της Δύσης – κάτι που δεν είναι η Τουρκία. Η Ελλάδα έχει αναπτυγμένες μακροχρόνιες σχέσεις και επαφές και με την Ανατολή. Αυτή η ιδιαιτερότητα είναι μέγιστο πλεονέκτημα το οποίο θα πρέπει να αξιοποιηθεί.

Οι μνήμες των ανατολικών λαών για την Ελλάδα ανάγονται στην εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου και του Βυζαντίου, και είναι καταγεγραμμένες στο συνολικό υποσυνείδητο της Ανατολής.

Καταλυτική παρουσία και επιρροή είχαν στην περιοχή και οι εβραίοι και οι Οθωμανοί σε διαφορετικές περιόδους. Η εβραϊκή και η οθωμανική παρουσία ήταν έκδηλες τα τελευταία αρκετά χρόνια, ενώ η ελληνική απουσία ήταν ηχηρή. Κανένας λαός δεν μπορεί να επιβιώσει σε μια μονίμως ταραγμένη περιοχή, αν δεν διεκδικεί ρόλο. Οι λαοί που αναζητούν την ησυχία τους σε περιόδους εντάσεων, εκλείπουν από το προσκήνιο της ιστορίας. Η διαπίστωση αυτή δεν παραπέμπει αναγκαστικά στην προσπάθεια εκδήλωσης ενός παρόντος που αναζητά χαρακτηριστικά στρατιωτικής αντιπαράθεσης, αλλά στην αναζήτηση ευρύτερου ρόλου. Η Ελλάδα, εμφορούμενη από διάφορα φοβικά σύνδρομα, αυτοαποκλείστηκε από τη Μέση Ανατολή επιδιώκοντας την ησυχία της. Αλλά, θέλει - δεν θέλει, η Ελλάδα πρέπει να διαμορφώσει και να ασκήσει μεσανατολική πολιτική. Είναι πολύ κοντά για να την αφήσουν στη νιρβάνα της οι εξελίξεις.

Η Μέση Ανατολή κυριαρχείται από την αραβική, την εβραϊκή, την ιρανική, την τουρκική, και (πνευματικώς και ιστορικώς) την ελληνική παρουσία. Ακόμη και αν η Ελλάδα επιθυμεί να αυτοαποκλειστεί, οι δυνάμεις της ιστορίας την τοποθετούν στο σύγχρονο πολιτικό προσκήνιο.

Η αραβική ανάδυση ως διεθνούς οντότητας συντελέστηκε με το μωαμεθανισμό. Ο Προφήτης δημιούργησε μια θρησκεία βασιζόμενος εν πολλοίς στη Βίβλο, την εβραϊκή και χριστιανική αφήγηση και την αποκάλυψη της αλήθειας του Αλλάχ μέσω του προφήτη, όχι με την επιφοίτηση του Προφήτη.

Η αντίθεση των πιστών (μούσλιμ) με τους εβραίους χρονολογείται από τα πρώτα χρόνια της δραστηριότητας του Μωάμεθ στη Μεδίνα και τις προσπάθειές του να απαλλάξει την πόλη του από τις εβραϊκές ομάδες. Η αραβοεβραϊκή διένεξη έχει βαθιές ρίζες και δεν είναι σύγχρονο φαινόμενο που χρονολογείται από το 1948, όπως θα νομίζουν πολλοί, όταν μετά την απόφαση των Ηνωμένων Εθνών οι πρώτοι εβραίοι άρχισαν να επιστρέφουν στη γη των προγόνων τους.

Για τη διαμόρφωση του δόγματος της θρησκείας του ο Μωάμεθ ενέκυψε και στον εβραϊσμό και στο χριστιανισμό, αλλά η αραβική παράδοση ενέχει στους κόλπους της το στοιχείο του ελληνισμού και στη βυζαντινή και στην ελληνιστική και στην αρχαία μορφή του.

Και η περσική επιρροή στην περιοχή ήταν καταλυτική. Οι Πέρσες εξισλαμίστηκαν μετά την κατάληψή τους από τους Άραβες, μετά την ήττα τους από τον Ηράκλειο, αλλά με τη δύναμη του πολιτισμού τους κυριάρχησαν στους κατακτητές τους. Το δεύτερο χαλιφάτο, το χαλιφάτο των Αβασιδών, με έδρα τη Βαγδάτη, είχε έντονη την περσική επιρροή.

Αργότερα οι Οθωμανοί έγιναν κυρίαρχοι της περιοχής, και το δικό τους χαλιφάτο, με έδρα την Κωνσταντινούπολη, θεωρείται το τελευταίο χαλιφάτο των μουσουλμάνων πιστών.

Οι πολιτισμοί λοιπόν και οι δυνάμεις στην περιοχή είναι ίδιες από τον 7ο αιώνα μέχρι σήμερα. Από αυτήν τη σύνθεση δεν μπορεί να λείπει η ελληνική παρουσία. Η απουσία της δημιουργεί κενό. Το θέμα, σήμερα, είναι ο ρόλος που θα διαδραματίσει η Ελλάδα. Και αυτός ο ρόλος δεν μπορεί να αφίσταται των διαχρονικών οικουμενικών αξιών του ελληνισμού.

Όταν η ιστορία σε καλεί δεν μπορείς να απουσιάζεις. Διότι η ιστορία τιμωρεί.