Νίκος Παναγιωτίδης
21 Δεκέμβριος 2015, 09:00

Κυπριακό και Εγγυήσεις

Το «πλανάσθαι ανθρώπινον, αλλά το ομολογείν την πλάνην είναι ανώτερος πολιτισμός και ευγενέστερος ανδρισμός» είχε πει κάποτε ο Νικόλαος Πλαστήρας, τρεις φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας.

Ο υπουργός Εξωτερικών των κυβερνήσεων Καραμανλή-ΕΡΕ Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας, κάνοντας αυτοκριτική στο βιβλίο του του To Kυπριακό Πρόβλημα: Ιστορία Χαμενων Ευκαιρίων (τόμ. Β΄, σ. 238-240), είχε το θάρρος να παραδεχτεί ότι έπρεπε να υπάρξει στις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου μεγαλύτερη σαφήνεια ως προς τα δικαιώματα της Τουρκίας σε σχέση με το επίμαχο θέμα της Συνθήκης Εγγυήσεως. Όπως και να ’χει, ο Ευάγγελος Αβέρωφ θα κριθεί από την ιστορία αν τη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία που διακυβευόταν το μέλλον της Κύπρου έκανε την καλύτερη δυνατή διαπραγμάτευση με τον Τούρκο ομόλογό του Zoρλού.

Οι Έλληνες της Κύπρου δικαίως είναι πολύ ευαίσθητοι στο θέμα των Εγγυήσεων, καθώς η ύπαρξη του άρθρου IV της Συνθήκη Εγγυήσεως, σε συνδυασμό με λάθη της δικής μας πλευράς, αποτελεί την κακοδαιμονία του Κυπριακού. Η επίκληση από την Τουρκία της Συνθήκης Εγγυήσεως αποτέλεσε το εφαλτήριο για να εισβάλει και να καταλάβει το 37% της Κύπρου, να επιβάλει συνθήκες εθνοτικού διαχωρισμού και να οδηγήσει στην προσφυγιά 200.000 Ελληνοκύπριους.

Η ύπαρξη συνθηκών που παρέχουν εγγυητικά δικαιωάματα σε τρίτες χώρες αποτελεί μέγιστο αναχρονισμό και συγκρούεται με το Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο.

Υπήρξαν δεκάδες περιπτώσεις στο παρελθόν –κυρίως κατά τον 19ο αιώνα–, όταν τρίτα κράτη εγγυήθηκαν την εδαφική ακεραιοτητα και την ανεξαρτησία άλλων κρατών.

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο όμως ο θεσμός αυτών των ιδιότυπων αυτών συνθηκών αρχισε να φθίνει και να διαφοροποιείται. Η διαφοροποίηση έγινε στην περίπτωση της Τεργέστης, η οποία κάτα τη διάρκεια του πολέμου είχει τεθεί υπο γερμανική κατοχή. Συγκεκριμένα, το 1947 η Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων διελάμβανε ότι «η ακεραιότητα και η ανεξαρτησία της Τεργέστης θα διασφαλιστεί από το Συμβούλιο Ασφαλείας».

Είναι πολύ διαφορετικό η εγγύηση να αναλαμβάνεται από έναν διεθνή οργανισμό, όπως το Συμβούλιο Ασφαλείας, παρά από κράτη τα οποία στο τέλος της μέρας μπορεί να μην είναι αμερόληπτα αφού ενδέχεται να επιδιώξουν τη διασφάλιση δικών τους γεωπολιτικών συμφερόντων. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι στις 7 από τις 11 συμφωνίες που συνήφθησαν μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο απουσιάζει ο όρος «εγγύηση».

Στην περίπτωση της Κύπρου η Συνθήκη Εγγυήσεως δημιούργησε ενα ηγεμονικό σύστημα το οποίο εκ των πραγμάτων ήταν πολύ επικίνδυνο για την ασφάλεια της Κυπριακής Δημοκρατίας. Πιο συγκεκριμένα, στην τριγωνική εγγυητική διασύνδεση Τουρκίας-Αγγλίας-Ελλάδας προεξήρχε η αναθεωρητική Τουρκία, η Αγγλία που μεροληπτούσε υπέρ της Άγκυρας, ενώ η Ελλάδα όπως διαφάνηκε ήταν ο αδύναμος κρικος στην όλη διαδικασία.

Πρέπει να σημειώσουμε ότι νομικά η Συνθήκη Εγγυήσεως ήταν εξυπαρχής άκυρη γιατί συγκρούεται με κανόνες που συνιστούν αναγκαστικό δίκαιο (Jus Cogens). Εν προκειμένω υπάρχει σύγκρουση με το άρθρο 103 του Καταστατικού Χάρτη των ΗΕ το οποίο διαλαμβάνει ότι «σε περίπτωση σύγκρουσης των υποχρεώσεων των Μελών των Ηνωμένων Εθνών που απορρέουν από Χάρτη του ΟΗΕ με υποχρεώσεις που εκπηγάζουν από όποιαδήποτε άλλη συνθήκη, υπερισχύουν οι απορρέουσες από τον Χάρτη του ΟΗΕ υποχρεώσεις».

Συμπερασματικά, η Τουρκία φαίνεται να εμμένει στη στρατιωτική διάσταση των εγγυήσεων, επιφυλάττοντας για τον εαυτό της το δικαίωμα επέμβασης στην Κύπρο. Κάτι τέτοιο δεν πρέπει να επιτραπεί γιατί, όπως λέει ο λαός μας, το «δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού».