Παντελής Σαββίδης
8 Δεκέμβριος 2015, 11:19

Μήπως δεν είναι έτσι κ. Τσίπρα; – Σχόλια στη συνέντευξη του πρωθυπουργού

Ο πρωθυπουργός ένιωσε την ανάγκη να παραχωρήσει συνέντευξη σε τέσσερις δημοσιογράφους, η οποία μεταδόθηκε από την ΕΡΤ που, αν δεν αποδοθεί σε ένα σύνδρομο στέρησης του αμφιθεάτρου, θα πρέπει να αποκωδικοποιηθεί ως προς τα μηνύματα που ήθελε να διαχύσει στην κοινωνία.

Ο κ. Τσίπρας ενοχλήθηκε το τελευταίο διάστημα από δύο γεγονότα. Το ένα ήταν η αποτυχία της συνάντησης των πολιτικών αρχηγών, και η άλλη το δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας Die Welt. Και στις δύο περιπτώσεις αμφισβητήθηκαν τακτικές επιλογές του κ. Τσίπρα που εγγυώνται, όμως, τη διαχείριση της εξουσίας.

Στην πρώτη περίπτωση φάνηκε πως το κόστος των αλλαγών στα μεγάλα ζητήματα –κυρίως το ασφαλιστικό και το μισθολογικό– θα το επωμισθεί μόνος του, χωρίς να μπορέσει να το επιμερίσει και στα κόμματα της αντιπολίτευσης. Ήταν κάτι στο οποίο προσέβλεπε και για το οποίο ενεργοποίησε, και θα συνεχίσει να ενεργοποιεί, Ευρωπαίους συνομιλητές του (όπως ο Ολάντ) να του παράσχουν βοήθεια. Η αντιπολίτευση, όμως, έχει συνειδητοποιήσει πως δεν υπάρχουν περιθώρια υποστήριξης των μέτρων που θα αναγκαστεί να πάρει η κυβέρνηση, χωρίς την πλήρη εξάλειψή της από το πολιτικό φάσμα.

Στη δεύτερη περίπτωση, του δημοσιεύματος της Die Welt, το οποίο παρομοίαζε την Ελλάδα με «ακυβέρνητο καράβι», επικαλούμενο εσωτερική αλληλογραφία της γερμανικής πρεσβείας, ο πρωθυπουργός ενοχλήθηκε τα μάλα διότι πρώτον τίθεται εν αμφιβόλω η σταθερότητα την οποία θέλει να επιβάλει –και εν ονόματι της οποίας γίνεται αποδεκτός από τους Ευρωπαίους εταίρους του–, και δεύτερον επειδή αμφισβητούσε τις ικανότητές του να κυβερνήσει, κάτι που ρευστοποιεί και το εσωκομματικό πεδίο, αφού επίμονη προσπάθεια του επιτελείου, τώρα πλέον, που εξέλιπαν οι αντιπολιτευτικές φωνές, είναι να ταυτιστεί ο ΣΥΡΙΖΑ με τον κ. Τσίπρα. Όπως όλα τα αρχηγικά κόμματα: ΣΥΡΙΖΑ ίσον Τσίπρας.

Με τη συνέντευξή του ο πρωθυπουργός επιχείρησε να διαμηνύσει ένθεν κακείθεν ότι αυτός είναι που ελέγχει το πολιτικό παιχνίδι. Γι’ αυτό και οι επανειλημμένες αναφορές στη διαλυμένη αντιπολίτευση. Προφανώς, θέλει να αναπαράγει το σύνθημα: «Ισχύς μου η απουσία εναλλακτικής λύσης».

Επίμονη αναφορά έκανε ο κ. Τσίπρας στο τι ζητούσε από τη συνάντηση των αρχηγών, μετά τη σαφή διαμήνυσή τους πως δεν πρόκειται να του παραχωρήσουν τη συναίνεσή τους στην πολιτική που θέλει να ακολουθήσει.

Ο κ. Τσίπρας αρχίζει να μαθαίνει από τα διδάγματα του πολιτικού βίου και, προφανώς, συνειδητοποιεί πως «ό,τι έσπειρες θα θερίσεις». Το πολιτικό σκηνικό τη χρονιά που μας πέρασε ρευστοποιήθηκε και η οικονομία επιδεινώθηκε εξαιτίας της δικής του ανελαστικής στάσης στο ζήτημα της πολιτικής συνεννόησης με τους αντιπάλους του. Συνεννόηση και όχι συναίνεση θέλει από τα πολιτικά κόμματα. Τι νόημα έχει η συνεννόηση χωρίς τη συναίνεση; Τι σημαίνει συνεννόηση; Αποδοχή πλαισίων πολιτικής υλοποίησης. Στην ουσία ήθελε την κοινοβουλευτική τους υποστήριξη, με παροχή ακόμη και ψήφου στα κρίσιμα νομοσχέδια που θα έφερνε και θα φέρει στη Βουλή. Και αφού είδε πως αυτό είναι αδύνατον, για να διατηρήσει την ιδεολογική ηγεμονία –η οποία, ως πρώην αριστερός, γνωρίζει καλά πως είναι απαραίτητη για τη διακυβέρνηση μιας χώρας σαν την Ελλάδα– αλλάζει ρότα για να μη δώσει την εντύπωση πως η πρωτοβουλία των εξελίξεων ανήκει στην αντιπολίτευση.

Η θέση που διατύπωσε στο προσφυγικό («τι να τους κάνουμε τους πρόσφυγες, να τους πνίξουμε;»), είναι ρεαλιστική, αλλά αποκάλυψε τους μύχιους φόβους του. Ότι, δηλαδή, εκείνο που φοβάται είναι η διεθνής κατακραυγή και η πολιτική του δεν υπαγορεύεται από ανθρωπιστικούς λόγους, τους οποίους επικαλείται, συνήθως, η Αριστερά.

Εξέφρασε όμως ο πρωθυπουργός και τον υπαρκτό φόβο του εγκλωβισμού των προσφύγων στην Ελλάδα με τους φράκτες στα σύνορα, ή την επιστροφή τους, με το ίδιο αεροπλάνο, στην Ελλάδα από το Πακιστάν στο οποίο ορισμένοι απελάθηκαν.

Η μεγάλη ελπίδα του κ. Τσίπρα είναι, με αφορμή το προσφυγικό, να υπάρξει χαλάρωση των οικονομικών δεσμεύσεων που ανέλαβε η χώρα και αλλαγή των προτεραιοτήτων της ευρωπαϊκής ατζέντας. Οι προτεραιότητες στην ατζέντα μπορεί να αλλάξουν, το μνημόνιο όμως δύσκολα θα ανασταλεί. Γι’ αυτό και η έμμεση πλην σαφής επίθεση του κ. Τσίπρα στον κ. Σόιμπλε, κάτι ασυνήθιστο για πολιτικό ηγέτη που κυβερνά μια χώρα.

Η συσσωρευμένη πείρα από δηλώσεις πολιτικών, οδηγεί στο ασφαλές συμπέρασμα πως όταν κάποιος επιμένει να αρνείται κάτι, σημαίνει ότι το φοβάται. Η αναφορά του κ. Τσίπρα ότι έχει κοινοβουλευτική πλειοψηφία 153 βουλευτών την οποία δεν φοβάται μήπως απολέσει, εκδηλώνει, ακριβώς, αυτόν το φόβο του. Δεν χρειάζεται όμως να εκδηλώνει ο ίδιος την αγωνία του αυτή πιέζοντας, δημοσίως, την αντιπολίτευση να του παράσχει υποστήριξη. Θα το κάνουν αξιωματούχοι της κ. Μέρκελ, σε ό,τι αφορά τη Νέα Δημοκρατία, και ο κ. Ολάντ σε ό,τι αφορά το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι. Το ζήτημα είναι αν θα ενδώσουν οι ηγεσίες των δύο αυτών κομμάτων.

Ο έρωτάς του με την κυβερνητική εξουσία εκδηλώθηκε όταν ρωτήθηκε τι θα κάνει σε περίπτωση που απολέσει τη δεδηλωμένη. Τυπικά, η απάντησή του είναι σωστή: απώλεια δεδηλωμένης δεν τεκμαίρεται από την καταψήφιση ενός νομοσχεδίου, ακόμη και του ασφαλιστικού, αλλά από την καταψήφιση σε περίπτωση πρότασης εμπιστοσύνης ή δυσπιστίας. Υπάρχει όμως και κάτι που λέγεται πολιτική και κοινωνική νομιμοποίηση. Οι έννοιες αυτές έχουν σημασία για τους πολιτικούς μόνο όταν τους βολεύουν.

Τέλος, την επιθυμία του να επιμερίσει και στην αντιπολίτευση το κόστος των μέτρων που θα αναγκαστεί να λάβει το επόμενο διάστημα την ονόμασε «κουλτούρα διαλόγου», από την οποία, προφανώς δεν διεκατείχετο ο ίδιος όταν ήταν στην αντιπολίτευση. Και, βεβαίως, ήταν ελάχιστα πειστικός όταν μιλούσε για τα μεταρρυθμιστικά του οράματα, τη στιγμή που επιχειρεί, μέσω του νέου ραδιοτηλεοπτικού τοπίου που θέλει να διαμορφώσει, να δημιουργήσει μια νέα νομενκλατούρα, και την ώρα που παντού, σε όλο τον δημόσιο βίο, αναπαράγει κουλτούρα μετριότητας και κομματοκρατίας.