Νίκος Παναγιωτίδης
3 Δεκέμβριος 2015, 11:12

H Τουρκία, το «σύνδρομο των Σεβρών» και η Ρωσία

Μια πολύ σημαντική μεταβλητή που αφορά τόσο την εσωτερική όσο και την εξωτερική πολιτική του τουρκικού κράτους είναι η αναταραχή που επικρατεί εδώ και δεκαετίες στη νοτιoανατολική Τουρκία όπου διαβιούν περίπου 20 εκατομμύρια Κούρδοι με ξεχωριστή εθνική ταυτότητα. Η ανασφάλεια του τουρκικού κράτους είναι σύμφυτη στις δομές του, καθώς από τη γένεση του κεμαλικού κράτους ενυπήρχε ο φόβος του διαμελισμού του στα εξ ων συνετέθη, αφού ένα 25% του πληθυσμού του αρνούνταν και αρνείται να αποδεχτεί τις μεθόδους ηγεμονικής ολοκλήρωσης που επιβάλλονταν από τις ολοκληρωτικές δομές του τουρκικού κράτους.

Πρέπει να σημειωθεί ότι η Συνθήκη των Σεβρών (Αύγουστος 1920) προέβλεπε τη δημιουργία ανεξάρτητου Κουρδιστάν, ενώ αποστερούσε από την κυριαρχία της σουλτανικής κυβέρνησης το μεγαλύτερο μέρος της Ευρωπαϊκής Τουρκίας παραχωρώντας το στην Ελλάδα.

Ωστόσο η άνοδος του κεμαλικού εθνικισμού σε συνδυασμό με τα λάθη των μετανοεμβριανών κυβερνήσεων, τόσο σε πολιτικό επίπεδο όσο και σε επιχειρησιακό-στρατιωτικό, οδήγησαν σε παταγώδη αποτυχία την ελληνική μικρασιατική υψηλή στρατηγική. Συνεπακόλουθα, η αποτυχία επιβολής της ελληνικής πολιτικής βούλησης στους κεμαλιστές οδήγησε στην αναθεώρηση της Συνθήκης των Σεβρών και στη δημιουργία του τουρκικού κράτους όπως το γνωρίζουμε σήμερα με τη Συνθήκη της Λοζάνης το 1923.

Η ένοπλη δράση του κουρδικού κινήματος PKK και η προσπάθειά του να πετύχει μια μορφή αυτοδιάθεσης στις περιοχές όπου πλειοψηφούν οι κουρδικοί πληθυσμοί περιέπλεκε τις σχέσεις της Άγκυρας με γειτονικά κράτη που παρείχαν βοήθεια στους Κούρδους, δρώντας επί τη βάσει της θουκιδίδειας αρχής «O εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου».

Αυτή η γεωπολιτική σταθερά ισχύει και σήμερα όπου παρατηρείται μεγάλη στρατηγική αστάθεια στη Μέση Ανατολή, και συγκεκριμένα στη Βόρεια Συρία.

Εκεί, στην περιοχή της Ροζάβας (ή Δυτικό Κουρδιστάν) υπάρχει μια αναδυόμενη διοικητική αυτονομία στη βάση του ελβετικού μοντέλου με τρία καντόνια (Αφρίν, Κομπάνι, Τζιζίρε). Οι Κούρδοι που διαβιούν στη Βόρεια Συρία έχουν κάνει άλματα όσον αφορά τη διαχείριση των τοπικών τους υποθέσεων, αφού εφαρμόζουν μοντέλα άμεσης δημοκρατίας. Η δράση τους έχει φοβίσει την Άγκυρα, η οποία θέλει πάση θυσία να τερματίσει τη διαδικασία εκδημοκρατισμού και συνένωσης των καντονιών. Με άλλα λόγια, η δράση των Κούρδων της Βόρειας Συρίας, οι οποίοι έχουν πολύ στενές σχέσεις με τους Κούρδους της Τουρκίας, ενεργοποιεί τα φοβικά σύνδρομα της Άγκυρας.

Η ένταση στις σχέσεις Άγκυρας-Μόσχας με την κατάρριψη του ρωσικού μαχητικού σχετίζεται με τα προαναφερθέντα και αναδεικνύει τα βαθύτερα γεωστρατηγικά κίνητρα της Τουρκίας:

  • Η Άγκυρα ενοχλείται τα μέγιστα από τη ρωσική εμπλοκή στον συριακό εμφύλιο, ο οποίος ανατρέπει την τοπική ισορροπία δυνάμεων εις βάρος των τζιχαντιστών και υπέρ του Άσαντ.
  • Ο ρωσικός αεροπορικός βομβαρδισμός παρέχει προστασία στους Κούρδους να συνεχίσουν το «πείραμα δημοκρατίας» που εφαρμόζουν, στέλνοντας μηνύματα εκδημοκρατισμού στους ομοεθνείς τους στην Τουρκία.
  • Αυτό, σε συνδυασμό με την αναζωπύρωση της έντασης με το PKK, θεωρείται μείζων απειλή για την κοινωνική συνοχή και την εθνική ασφάλεια του τουρκικού κράτους.
  • Τα προαναφερθέντα φέρνουν σε ευθεία σύγκρουση δύο γεωστρατηγικές, τη ρωσική με την τουρκική.
  • Η εναέρια εμπλοκή της Ρωσίας, που δρα ως γεωπολιτικός προφυλακτήρας για τις χερσαίες δυνάμεις του Άσαντ, έχει δώσει τη χαριστική βολή σε κάθε προσπάθεια ανατροπής του Άσαντ και εγκαθίδρυσης ενός σουνιτικού χαλιφάτου υπό την ηγεμονική επικυριαρχία της Τουρκίας.
  • Συνεπώς η ρωσική παρέμβαση στον συριακό εμφύλιο αποτελεί την ταφόπλακα στην διακηρυγμένη πολιτική της Τουρκίας για ανατροπή του Άσαντ.

Από τούδε και στο εξής οι σχέσεις Άγκυρας-Μόσχας θα βαδίζουν σε τεντωμένο σχοινί, ωστόσο δεν προβλέπουμε ότι θα οδηγηθούν σε περαιτέρω κλιμάκωση για μια σειρά από λόγους, οι οποίοι θα αποτελέσουν αντικείμενο σχολιασμού σε επόμενο άρθρο μας.