29 Νοέμβριος 2015, 10:55 - Τελευταία Ενημέρωση: 11 Νοέμβριος 2016, 15:24

O Τάκης Βαμβακίδης στήνει ποντιακό μουχαπέτ' για το pontos-news.gr (βίντεο, φωτο)

  • O Τάκης Βαμβακίδης στήνει ποντιακό μουχαπέτ' για το pontos-news.gr (βίντεο, φωτο)
    (Φωτ.: Χρήστος Τέλιος)

Συνάντησα τον Τάκη Βαμβακίδη αργά το μεσημέρι, σε ένα από τα αγαπημένα του στέκια στη Φωκίωνος Νέγρη. Μόλις είχε ολοκληρώσει πρόβες και ετοιμαζόταν για περιοδεία με το θίασο με τον οποίο δουλεύει αυτόν τον καιρό. «Θα κάνουμε τη συνέντευξη. Με καλή παρέα, με τσίπουρο και με λυράρη», μου είχε πει στην πρώτη μας επικοινωνία. Ό,τι είχε υποσχεθεί, έγινε πράξη λίγες μέρες αργότερα.

Πρόσχαρος, αυθόρμητος και γέματος ενέργεια, πρωταγωνίστησε σε ένα μικρό μουχαπέτ’ που στήθηκε με τη βοήθεια φίλων του.

Ο γνωστός ηθοποιός τραγούδησε ποντιακά, έδωσε την ψυχή του διαβάζοντας στίχους του Κώστα Διαμαντίδη αφιερωμένους στον Χρύσανθο Θεοδωρίδη, βούρκωσε όταν αναφέρθηκε στο χωριό των προγόνων του, το Μουρασίλ της Σεβάστειας Πόντου, θύμωσε όταν η κουβέντα έφτασε στον υπουργό Παιδείας.

Ο Τάκης Βαμβακίδης, σε μια διαφορετική συνέντευξη, μιλά από καρδιάς στο pontos-news.gr. Διαβάστε τι είπε και δείτε αποσπάσματα από το τρίωρο (και βάλε) μουχαπέτ’ που στήθηκε στο «Πάμε τσίπουρο, πάμε καφενείο», στην Κυψέλη.

Από καλλιτεχνικής πλευράς, αυτό το διάστημα τι κάνετε;
Είμαι σε περιοδεία σε όλη την Ελλάδα με το θίασο του Μάρκου Τάγαρη. Είναι μια επιθεώρηση, η πρώτη ας πούμε μετεκλογική, με τίτλο Δεν έχουν ΤΣΙΠρΑ πάνω τους, η οποία σατιρίζει την εξουσία. Τα κείμενα είναι του Γιώργου Κωνσταντίνου και του Ντίνου Σπυρόπουλου, η σκηνοθεσία του Γιώργου Κωνσταντίνου, ενός θεατράνθρωπου που πάντοτε θαύμαζα και τώρα μου δόθηκε η ευκαιρία να συνεργαστώ μαζί του.

Στο δικό μου νούμερο κάνω τον Καραγκιόζη, ένας ρόλος με τον οποίο έχω δεθεί 23 χρόνια τώρα από τον δάσκαλό μου, τον Ευγένιο Σπαθάρη. Το κείμενο είναι του καραγκιοζοπαίχτη Πάνου Καπετανίδη, τον οποίο ευχαριστώ πολύ. Επίσης, κάθε Κυριακή παίζω μαζί με τον καραγκιοζοπαίχτη Μιχάλη Ταυλάτο στο θέατρο Κνωσσός, όπου κι εκεί κάνω τον ζωντανό Καραγκιόζη.


Απόσπασμα από το «Σκιών Καμώματα» με τον Τ. Βαμβακίδη στο ρόλο του Καραγκιόζη και τον Γ. Μποσταντζόγλου στο ρόλο του Μπαρμπα-Γιώργου

Πώς ξεκίνησε η σχέση σας με τον Καραγκιόζη; Έναν λαϊκό ήρωα που έχει μεγαλώσει αμέτρητες γενιές, παραμένει πάντα επίκαιρος και συμβολίζει το ανυπότακτο. Έτσι δεν είναι;
Ναι, είναι διαχρονική αξία ο Καραγκιόζης, λαϊκό θέατρο. Σαν φιγούρα γεννήθηκε στην Ινδονησία πριν από 250 χρόνια, ταξίδεψε στην Τουρκία, κι από εκεί ο Μπράχαλης τον έφερε στην Αθήνα σαν μορφή θεάτρου. Πριν από 150 χρόνια ο Δημήτρης Σαρδούνης, γνωστός και ως Μίμαρος, τον πήρε στα χέρια του και δημιούργησε τον Έλληνα Καραγκιόζη, το ελληνικό θέατρο σκιών, προσθέτοντας ήρωες και φιγούρες ελληνικές.

Εγώ ξεκίνησα πριν από 23 χρόνια πηγαίνοντας στον Ευγένιο Σπαθάρη προκειμένου να με βοηθήσει να παίξω τον Καραγκιόζη σε έναν τηλεοπτικό ρόλο. Έκτοτε έμεινα κοντά του, έμαθα πάρα πολλά, και παίξαμε μαζί αμέτρητες παραστάσεις. Και τώρα που δεν είναι πια κοντά μας, εντούτοις εξακολουθώ να νιώθω τον δάσκαλό μου πάντα εδώ, πάντα δίπλα μου.


Ο Τ. Βαμβακίδης με τον λυράρη Γιάννη Χατζαρίδη

Τι να πω; Είναι ένας ρόλος που τον αγάπησα από μικρό παιδί, από την τετάρτη Δημοτικού που είδα την πρώτη παράσταση στο χωριό μου, την Αετοράχη Ελασσόνας. Είναι ένας ρόλος δύσκολος. Ενσωματώνει πολλά στοιχεία. Ακόμη τον σπουδάζω, τον ψάχνω.

Σατιρίζει την εξουσία ο Καραγκιόζης, παίζει γενικά με την εξουσία. Είναι άφραγκος, κι όμως είναι ο πιο πλούσιος στην ψυχή και στην παρέα. Έτσι, παρότι ξυπόλυτος δεν του έλειψε ποτέ το λουστρίνι!

Αν είναι δύσκολο να παίξεις Καραγκιόζη πίσω από το πανί, θα είναι ακόμη πιο δύσκολο να κάνετε το ρόλο ζωντανά.
Ναι, απαιτεί συγκεκριμένη κινησιολογία, που πρέπει να συμβαδίζει με το χιούμορ, με τις εκφράσεις του. Ενδεικτικά να πω ότι στο Σκιών Καμώματα επί δύο ώρες είμαι στη σκηνή, με το σώμα μου να βρίσκεται στη στάση του Καραγκιόζη. Δεν είναι μόνο να μιμηθείς τη φωνή του. Μέσα στις ατάκες του πρέπει να προσπαθήσεις να περάσεις όλη την ιστορία του.

Καταλαβαίνω ότι ο Καραγκιόζης ήταν η αφορμή για να μπείτε στο χώρο του θεάτρου. Η απόφαση πότε πάρθηκε;
Ήμουν στην Α΄ Γυμνασίου, στο θέατρο Ολύμπιον στην Ελασσόνα. Ένα σινεμά που το είχαν διαμορφώσει σε θεατρικό χώρο οι αδερφοί Κωνσταντινίδη, οι Πόντιοι. Ήταν η παράσταση Του φτωχού τ’ αρνί, με τον Γιώργο Φούντα. Μαγεύτηκα. Πήγα στο καμαρίνι στο τέλος και λέω στον Φούντα: μπορείτε να με πάρετε μαζί σας στο θίασο; Τρόμαξε εκείνος. Τι είπες παιδί μου, μου είπε. Τράβα στο σχολείο σου. Αυτή ήταν νομίζω η στιγμή που είπα ότι θα γίνω ηθοποιός. Όταν αργότερα ήρθα στην Αθήνα, για το πανεπιστήμιο, πήγα κατευθείαν στη σχολή Βεάκη. Ξεκίνησα αρχικά ως ερασιτέχνης στη σκηνή του Θεσσαλικού Θεάτρου, πήρα δύο βραβεία σε πανελλήνιους διαγωνισμούς, και στη συνέχεια μπήκα και στον επαγγελματικό στίβο.

Εάν δεν κάνω λάθος έχετε κάνει τα πάντα. Θέατρο, τηλεόραση, κινηματογράφο, τραγούδι, δισκογραφία. Πώς προέκυψαν όλα αυτά;
Ναι, έχει απ’ όλα. Αλλά το τραγούδι όχι επαγγελματικά. Είναι τραγούδι σατιρικό. Όταν κατέβηκα στην Αθήνα είχα δει κάποια βιντεοκλίπ με λαϊκά της εποχής, όπως με τον Αντύπα που έκανε τον πιλότο, ή την Άντζελα πάνω στα βράχια των Μετεώρων. Κάπου εκεί μου βγήκε μια ιδέα να σατιρίσω αυτό. Όχι να κάνω τραγούδι για μένα.

Πήγα στον Νίκο Σούλη, τον σκηνοθέτη, και του λέω: Θέλω ένα βιντεοκλίπ. Ωραία, αλλά πού είναι το τραγούδι, ρωτάει. Α, χρειάζεται και τραγούδι; Μα είσαι ωραίος Πόντιος, μου λέει εκείνος! Με έστειλε στον Νίκο Τερζή που γράφει μουσική και μετά στον στιχουργό τον Δημήτρη Βενιζέλο, ο οποίος έγραψε το «Πλάτσα πλούτσα». Έγινε επιτυχία κι εκεί με ακούσανε, με μάθανε, και μετέπειτα έκανα διάφορα καλλιτεχνικά πράγματα στην πορεία. Αλλά δεν είμαι τραγουδιστής, το ξαναλέω.

Στο «Πλάτσα πλούτσα», για πρώτη φορά θα το πω, στα δύο κουπλέ ήταν ο Κώστας ο Μπίγαλης.

Μέχρι τώρα υπάρχουν δουλειές που έχετε ξεχωρίσει; Πράγματα καλλιτεχνικά που θα θέλατε να είχατε κάνει;
Χωρίς να θέλω να αδικήσω κανέναν συνεργάτη μου, λέω ότι ο Ευγένιος Σπαθάρης ήταν η κορυφαία στιγμή στη διαδρομή μου, συναισθηματικά και καλλιτεχνικά. Ωστόσο, βήμα επιθεώρησης μού έδωσε ο Χάρρυ Κλυνν. Ακόμη με βοήθησαν πολύ ο Γιώργης Χριστοφιλάκης και ο Μπάμπης Τσικληρόπουλος. Αλλά τι να πω και για συνεργασίες δίπλα στον Κώστα Χατζηχρήστο, τον Σωτήρη Μουστάκα, τον Στάθη Ψάλτη, τον Κώστα Βουτσά. Σπουδαίοι άνθρωποι, σπουδαίοι καλλιτέχνες. Τους ευχαριστώ.

Ανάμεσα στα ιδιαίτερα, τα ξεχωριστά πράγματα που έχετε κάνει μέχρι σήμερα, συγκαταλέγονται συμμετοχές σε δράσεις και εκδηλώσεις που αφορούν τον ποντιακό ελληνισμό, τον πολιτισμό και την ιστορία του. Νιώθετε κάτι ιδιαίτερο όταν συμμετέχετε σε τέτοιες δράσεις;
Αυτά που λες δεν είναι καριέρα. Είναι ζωή. Είναι ψυχή, είναι κληρονομιά. Είναι ο παππούς μου ο Βασίλης, ο πατέρας μου ο αντάρτης, ο Μήτσος και η μητέρα μου η Φωτεινούλα. Η αφήγηση της Σάντας είναι ένα κορυφαίο σημείο.

Ο Κώστας Φωτιάδης, ο καθηγητής μας και σπουδαίος Πόντιος μελετητής, πρότεινε στον Βασίλη Καρρά, ο οποίος έκανε δίσκο-αφιέρωμα στη Γενοκτονία των Ποντίων, αυτό το κομμάτι να το αφηγηθώ εγώ. Δέχθηκα αμέσως. Αλλά δεν το ερμήνευσα σαν ηθοποιός. Εκείνη τη στιγμή ήμουν ο Τάκης. Ο γιος του Μήτσου, ο εγγονός του Βασίλη και ο δισέγγονος των προγόνων από το Μουρασίλ. Το είπα μια φορά και το κράτησαν.


Ο Τ. Βαμβακίδης με τον καλό του φίλο και κατασκευαστή λυρών Γιώργο Σονίδη

Καταλαβαίνω ότι έχετε μαρτυρίες από γονείς, παππούδες, συγγενείς για τον Πόντο;
Ναι, όλοι οι παππούδες μου ήρθαν από την πατρίδα. Είναι σαν ζωντανοί μέσα μου. Μου έμαθαν την ποντιακή διάλεκτο, την παράδοση, το τραγούδι. Έχω σαν μουσικούς πατεράδες μου τον Χρύσανθο Θεοδωρίδη, τον Γεωργούλη Κουγιουμτζίδη, τον Γώγο Πετρίδη, τον «Κουτσιούλα» (Νίκο Δημητριάδη). Πηγαίνω πάντα όταν μπορώ στα φεστιβάλ, στις εκδηλώσεις των ποντιακών συλλόγων. Εννοείται, δεν έχω πάρει αμοιβή ποτέ. Το κάνω με την ψυχή μου.

Έχετε ταξιδέψει στις πατρογονικές ρίζες;
Τώρα ξύνεις πληγές. Πήγε ο σύλλογος του χωριού μου πριν από χρόνια και λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων δεν κατάφερα να πάω. Αλλά δεν υπάρχει περίπτωση, κάποια στιγμή θα πάω όπως και να ’χει. Τα αδέρφια μου πήγαν στο χωριό μου το Μουρασίλ, γιατί έτσι το νιώθω, και βρήκαν το μύλο του παππού μου.

Πώς νιώθατε όταν ακούγατε από τους παππούδες σας σκληρές αφηγήσεις για την προσφυγιά, το διωγμό και τις σφαγές των Ελλήνων του Πόντου, και τον εκπρόσωπο της κυβέρνησης να ισχυρίζεται ότι δεν έγινε Γενοκτονία;
Είναι μια δήλωση ενός ανθρώπου που αναρωτιέμαι αν αξίζει απάντησης και σχολιασμού. Γιατί αν το κάνεις, δίνεις οντότητα και σοβαρότητα στην ύβρη. Παρ’ όλα αυτά, αντέδρασα από την πρώτη στιγμή και μέσα από το διαδίκτυο.

Φίλη τον λένε, αν το «η» στο τέλος το κάνεις «οι», είναι ωραία λέξη. Φίλοι, αλληλέγγυοι, αδέρφια πάνω στη γη. Αλλά ο άνθρωπος αυτός πρόδωσε, σκότωσε τους προγόνους μας.

Η αντίδρασή μου είναι προσωπική και σε βαθμό παρεξήγησης. Μου είπε συναγωνιστής μου: Τάκη, φάνηκε σαν εθνικιστική η αντίδρασή σου. Και του απάντησα: στο θέμα του Πόντου και των παππούδων μου δεν έχω όρια ιδεολογικά και πολιτικά. Είμαι εκτός ορίων. Αυτόν τον άνθρωπο άμα τον ανταμώσω, θα τον πλησιάσω και χωρίς βία θα του πω, αλλά με μεγάλη ένταση φωνής, θα του πω μια πρόταση. Τίποτε άλλο. Αλλά δεν θα την πω τώρα.

Στις εκλογές, μετά από συνάντηση με τον Π. Λαφαζάνη κατεβήκατε με τη Λαϊκή Ενότητα. Πώς πήρατε αυτήν την απόφαση;
Να σου πω. Εγώ βαφτίστηκα στην ιδεολογία του ΚΚΕ από τον αντάρτη τον πατέρα μου. Ήμουν μέλος του ΚΚΕ, δεν είμαι πια για προσωπικούς και ιδεολογικούς λόγους. Είχα και μια προσωπική προσβολή από τους εκπροσώπους του ΚΚΕ που με καθοδηγούσανε.

Νιώθω ότι είμαι αναρχοκομμουνιστής. Κι όταν λέω αναρχία, την ορίζω με την έννοια της ελευθερίας, της κοινωνίας χωρίς τράπεζες, χωρίς εμπόδια, χωρίς βαθμίδες και ιεραρχίες, χωρίς χρήματα.

Αυτήν την κοινωνία της βαθιάς αλληλεγγύης και αγάπης ονειρεύομαι, γι’ αυτήν παλεύω και αγωνίζομαι. Τώρα πια είμαι ένας ρομαντικός ουτοπιστής της φιλοσοφίας του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, του Μαρξ, του Έγκελς, του Γρηγόρη Λαμπράκη, του Παναγούλη, του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Αυτήν τη φιλοσοφία, την ιδεολογία, την υπηρετώ μέσα από μια κίνηση που λέγεται Hasta La Victoria Siempre, στην οποία συμμετέχουν παλαίμαχοι ποδοσφαιριστές, καλλιτέχνες κ.ά. Είμαστε μια γροθιά και κάνουμε κοινωνικές και φιλανθρωπικές δράσεις μέσα από τον αθλητισμό για τους άστεγους, τους ανέργους, τους Παλαιστίνιους κ.ά.

Τώρα, όσον αφορά τη ΛΑΕ, κατέβηκα με τα ψηφοδέλτιά της αλλά δεν είμαι μέλος της. Δεν είμαι μέλος κανενός κόμματος πια. Απλά εκτίμησα την κίνηση αυτών των ανθρώπων που σήκωσαν ανάστημα απέναντι στην παράδοση, την ανεπίτρεπτη στροφή και την προδοτική συμπεριφορά εκείνων που πιστέψαμε τον Γενάρη. Επειδή λοιπόν αυτοί οι άνθρωποι αντέδρασαν, τους υποστήριξα. Με τίμησαν εξάλλου και έτσι κατέβηκα.

Παραμένω φίλος κινημάτων που αντιστέκονται στην εξουσία που έχουμε τώρα και σε κάθε εξουσία ενάντια στα πραγματικά συμφέροντα του κόσμου. Λένε πολλά ψέματα, κι ο Τσίπρας έδειξε ότι είναι ένας πολιτικός απατεώνας.

Και επίσης θέλω να πω τούτο: Δεν πέθανε κανείς από φασολάδα και ψωμί. Από σκλαβιά και καταπίεση πεθαίνεις.

Κείμενο, φωτογραφίες, βίντεο: Χρήστος Τέλιος