16 Νοέμβριος 2015, 10:42 - Τελευταία Ενημέρωση: 16 Νοέμβριος 2015, 10:13

Από τη Γενοκτονία στη διαλογο-κτονία

  • Από τη Γενοκτονία στη διαλογο-κτονία
    (Φωτ.: Βασίλης Τσενκελίδης για το pontos-news.gr)

Τα όσα απαράδεκτα και καταδικαστέα από κάθε δημοκρατικό άνθρωπο έγιναν μετά τη δήλωση του υπουργού Παιδείας Νίκου Φίλη για τη Γενοκτονία των Ποντίων -κατά την προσωπική του άποψη δεν ήταν Γενοκτονία, αλλά Εθνοκάθαρση- δείχνουν ότι ο τόπος βρίσκεται σε βαθιά πολιτική και κοινωνική κρίση. Δείγμα είναι η εκτροπή σε ακραίους χαρακτηρισμούς και τραμπουκισμούς, που παραμερίζουν και καταργούν τον νηφάλιο δημοκρατικό διάλογο.

Οπωσδήποτε τα δημόσια πρόσωπα και προπαντός οι πολιτικοί, όταν μάλιστα έχουν και υπουργικό αξίωμα, πρέπει να μετρούν τα λόγια τους και να προβλέπουν τις αντιδράσεις που μπορεί να προκαλέσουν οι όποιες απόψεις τους. Αλλά και όσοι αντιδρούν δεν δικαιώνονται, όταν δεν χρησιμοποιούν επιχειρήματα αλλά πεζοδρομιακούς χαρακτηρισμούς.

Σε μια παρόμοια περίπτωση ο Γεώργιος Παπανδρέου σε αγόρευσή του στη Βουλή (13-2-1953) είχε πει:

«Ο ισχυρισμός του αλαθήτου, κύριοι βουλευταί, αποτελεί ήδη το μεγαλύτερον σφάλμα, διότι αρνείται την σχετικότητα της ανθρωπίνης φύσεως. Δεν υπάρχουν αλάθητοι άνθρωποι. Μόνον εις την θρησκείαν υπάρχει αλήθεια εξ αποκαλύψεως, εις την Δημοκρατίαν υπάρχει αλήθεια εξ αποδείξεως. Εις την θρησκείαν η αλήθεια αποκαλύπτεται, εις την Δημοκρατίαν αποδεικνύεται. Εμμονή εις μία άποψιν και όταν ακόμη η κοινή συνείδησις διεπίστωσεν ότι είναι εσφαλμένη, δεν είναι εκδήλωσις δυνάμεως θελήσεως, είναι εκδήλωσις αλογίστου πείσματος.»

Το ερώτημα που έπρεπε να απαντηθεί, όχι με δογματισμούς, αλλά με έγκυρα αποδεικτικά στοιχεία, όταν ετέθη το ζήτημα στη δεκαετία του 1990 ήταν: Μπορεί να χαρακτηριστεί ή όχι Γενοκτονία η εξόντωση εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων του Πόντου;

Το θέμα της αναγνώρισης της Γενοκτονίας άνοιξε ο Ανδρέας Παπανδρέου με μήνυμα που έστειλε στο Γ' Συνέδριο του Ποντιακού Ελληνισμού στις 19 Μαΐου 1992. Έγραφε: «Η 19η Μαΐου είναι ημέρα μνήμης για τη Γενοκτονία των Ποντίων και για τις αλησμόνητες πατρίδες του Πόντου και της Μικράς Ασίας. Η νομοθετική καθιέρωσή της από το Ελληνικό Κοινοβούλιο και η προώθηση της διεθνούς αναγνώρισής της αποτελεί χρέος τιμής. Καμιά λήθη και καμιά σιωπή δεν μπορεί να καλύψει τη δολοφονία των 353.000 συμπατριωτών μας, των Ελλήνων του Πόντου κατά τα έτη 1916-1923.»

Η Βουλή των Ελλήνων με νόμο που ψήφισε στις 24 Φεβρουαρίου 1994 αναγνώρισε τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και αποφάσισε την έκδοση ενός τόμου με αποδεικτικά στοιχεία, κυρίως από ξένα διπλωματικά αρχεία.

Εκδηλώθηκαν τότε και συνεχίστηκαν τα επόμενα χρόνια αντιδράσεις για το αν πράγματι ήταν ή όχι Γενοκτονία ή εξόντωση των εκατοντάδων χιλιάδων Ποντίων. Πρωτοστατούσε στις αντιδράσεις η καθηγήτρια της Ιστορίας και βουλευτής της Δημοκρατικής Αριστεράς κυρία Μαρία Ρεπούση με τον ισχυρισμό ότι κατά τους επιστημονικούς όρους δεν επρόκειτο για Γενοκτονία, αλλά για Εθνοκάθαρση.

Ιδιαίτερα έντονες ήταν οι αντιδράσεις τον Μάιο του 2013 -με αφορμή την Ημέρα Μνήμης- που εκδηλώθηκαν με συζητήσεις στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο και με άρθρα στις εφημερίδες.

Την ίδια περίοδο, ωστόσο, νέες γενιές Τούρκων ιστορικών, που αναζητούσαν την αλήθεια για όσα συνέβησαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, αναγνώριζαν ότι έγινε Γενοκτονία Αρμενίων, Ελλήνων Ποντίων και άλλων λαών της Ανατολής, που άρχισε το 1913 με στόχο την εθνοκάθαρση.

Από την ελληνική πλευρά την τεκμηρίωση της Γενοκτονίας, που αποφάσισε με την έκδοση ενός τόμου η Βουλή, ανέλαβε ο Κωνσταντίνος Φωτιάδης, καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Η 600 σελίδων εξαντλητική του μελέτη κυκλοφόρησε το 2004 από το Ιδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία. Το έργο αυτό αξιολογήθηκε από επιστημονική επιτροπή καθηγητών Πανεπιστημίων με πρόεδρο τον Βασίλειο Κρεμμυδά και μέλη τούς Κων. Βακαλόπουλο, Παν. Ηφαιστο, Δημ. Κωνσταντόπουλο, Ευστάθιο Πελαγίδη και Νεοκλή Σαρρή. Με τα στοιχεία που παραθέτει ο Φωτιάδης δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι, κατά την περίοδο από το 1916 έως το 1923, εξοντώθηκαν 353.000 Ελληνες Πόντιοι και όσοι απέμειναν, ανθρώπινα ράκη κυριολεκτικά, ήρθαν στην Ελλάδα με την ανταλλαγή των πληθυσμών.

Σε όλα τα σπίτια των Ποντίων έμειναν ζωντανές οι οδυνηρές μνήμες των διωγμών και της προσφυγιάς.

Γράφει ο Κων. Φωτιάδης στον πρόλογο του βιβλίου του Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου: «Οπωσδήποτε το βιβλίο αυτό δεν έχει ως σκοπό του την καλλιέργεια κλίματος καχυποψίας και εσωστρέφειας ανάμεσα στους δύο λαούς και όσοι δούλεψαν γι' αυτό καταθέτουν τη θέση τους πως η ευθύνη για όσα έγιναν, αλλά και για όσα τεκταίνονται ανήκει στην πρόκριση συντηρητικών αντιλήψεων που αποτέλεσαν, σε ορισμένες χρονικές περιόδους, την κυρίαρχη ιδεολογία στη γειτονική χώρα.»

Από μικρό παιδί είχα πικρή γεύση της τραγωδίας των Ποντίων και του δράματος της προσφυγιάς τους, ακούγοντας αφήγηση από τον παππού μου και τη γιαγιά μου, τους Ποντίους γονείς της μητέρας μου. Το 1925 στο μνημόσυνο που έγινε στη Νεάπολη της Κοζάνης «υπέρ των σφαγιασθέντων Ποντίων εν Τουρκία» ομιλητής ήταν ο παππούς μου Γεώργιος Μαυρομματόπουλος. Η ομιλία του ήταν μια αυθεντική κατάθεση για τη Γενοκτονία των Ποντίων. Αντιγράφω μια παράγραφο:

«Ουδείς κάλαμος ανθρώπινος δύναται να περιγράψει τα επακολουθήσαντα, πυρί και σιδήρω.

»Παν ελληνικόν εις τέφραν μετέβαλεν και μυριάδες αδελφών ημών μαχαίρα απετελείωνε. Υμάς δε τους υποληφθέντες, συντρίμματα αγρίου λαίλαπος των πατρίων εξερρίζωσεν.

»Ούτε γαρ ηβουλήθησαν και οι φόβω και τρόμω, αλλά και φθόνω, κατά παντός ελληνικού ισχυροί της γης.»

Βίκτωρ Νέτας

  • Αναδημοσίευση από την Εφημερίδα των Συντακτών.