Γιατί είναι σημαντικό το ζήτημα της Γενοκτονίας και γιατί διέπραξε εθνικό έγκλημα ο κ. Φίλης

Οι Τούρκοι, Νεότουρκοι και κεμαλικοί, τέλεσαν το στυγερό έγκλημα της Γενοκτονίας από το 1914 μέχρι το 1923. Ο στόχος τους ήταν να εξαλείψουν το σύνολο των χριστιανικών πληθυσμών από τα εδάφη της Ανατολικής Θράκης, του Πόντου και της Ανατολής, για να δημιουργήσουν τη νέα Τουρκία, με βάση το δόγμα «Ένα κράτος, ένα έθνος, μια γλώσσα, μια θρησκεία».

Και μόνο το γεγονός ότι πέτυχαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο το στόχο τους, αυτό αποτελεί απόδειξη της ύπαρξης του σχεδίου της Γενοκτονίας των χριστιανικών πληθυσμών, ήτοι των Αρμενίων, των Ασσυρίων και των Ελλήνων.

Κάτι που πρέπει να υπογραμμίσουμε είναι ότι για όσο διάστημα το τουρκικό κράτος διέπραττε αυτό το έγκλημα κατά της ανθρωπότητας (από το 1914 μέχρι το 1919), δεν υπήρχε πολεμική σύρραξη μεταξύ Ελλάδας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, άρα καμία δικαιολογία για απώλειες αμάχων στη διάρκεια ενός πολέμου. Κανονικό έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, κανονική γενοκτονία.

Όλο αυτό το διάστημα, το ελληνικό κράτος δεν έκανε απολύτως τίποτα για να προστατέψει τους ελληνικούς πληθυσμούς από την τουρκική βαρβαρότητα.

Και το κυριότερο, όσο οι Τούρκοι μακέλευαν τους Έλληνες, στην Ελλάδα ζούσαν περί τις 400 χιλιάδες μουσουλμάνοι, τους οποίους οι Έλληνες αλλά και το ελληνικό κράτος, πράττοντας πολύ σωστά, γιατί στη βαρβαρότητα δεν υπάρχει αμοιβαιότητα, δεν έκανε αντίποινα, δεν τους οδήγησαν σε μαζικές σφαγές.

Όμως, συγκρατούμε ότι στην πράξη, το ελληνικό κράτος τους άφησε αβοήθητους και εκτεθειμένους στην τουρκική βαρβαρότητα.

Ακριβώς επειδή το ελληνικό κράτος δεν είχε στρατηγική και την απαιτούμενη εθνική ευαισθησία και ευσπλαχνία για τους Έλληνες της Θράκης, του Πόντου και της Μικράς Ασίας, τους άφησε στην τύχη τους, με αποτέλεσμα να χαθούν μέχρι το 1923 παραπάνω από 1,5 εκατομμύριο Έλληνες.

Τα λάθη συνεχίστηκαν το 1923, αφού στη συνθήκη της Λοζάνης δεν μπήκε κανένας όρος, που να υποχρέωνε την Τουρκία να αναγνωρίσει τα εγκλήματα που έκανε, ακριβώς για να εξασφαλιστεί ότι δεν θα τα επαναλάβει.

Ακριβώς επειδή δεν μπήκε ένας τέτοιος όρος στις συμφωνίες της λεγόμενης «Ελληνοτουρκικής Φιλίας και Συνεργασίας» των Βενιζέλου-Ινονού, οι συμφωνίες αυτές λειτούργησαν ετεροβαρώς.

Η Ελλάδα, σαν «καλό και υπάκουο παιδί» που ήταν, τήρησε τις συμφωνίες, ενώ η Τουρκία συνέχισε με την ίδια βαρβαρότητα να εφαρμόζει το σχέδιο της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης, της Ιμβρου και της Τενέδου.

Το 1942, και ενώ η Ελλάδα ήταν υπό τριπλή κατοχή, γερμανική, ιταλική και βουλγαρική, οι Τούρκοι ως ύαινες έπεσαν πάνω στις περιουσίες των Ελλήνων και με ένα νομικό ανοσιούργημα.

Με το Βαρλίκ Βεργκισί, υφάρπαξαν χιλιάδες ακίνητα, σπίτια, οικόπεδα, βιοτεχνίες, βιομηχανίες και άλλα περιουσιακά στοιχεία.

Στη συνέχεια ακολούθησαν τα εγκλήματα των Σεπτεμβριανών του 1955, οι απελάσεις του 1964 και το τελειωτικό χτύπημα του 1974, οπότε με την εισβολή στην Κύπρο σήμανε και το βιολογικό τέλος του Ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου.

Σήμερα, από τις 130 χιλιάδες Έλληνες έχουν μείνει μόλις 2.000 γερασμένες ψυχές, ενώ στην Ελληνική Θράκη, οι 90 χιλιάδες μουσουλμάνοι που εξαιρέθηκαν της Ανταλλαγής, έγιναν 120 χιλιάδες... «Τούρκοι», ως αποτέλεσμα της πολιτιστικής γενοκτονίας που διαπράττει η Τουρκία μέσα στην Ελληνική επικράτεια, στους Πομάκους και τους Ρομά.

Η αναγνώριση της 19ης Μαΐου και της 14ης Σεπτεμβρίου ως ημέρας μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου και της Μικράς Ασίας, ήταν ένα μισό βήμα για να γίνει ένα ανάχωμα στον τουρκικό επεκτατισμό, που αποτελεί συνέχιση της Γενοκτονίας με άλλα μέσα.

Η διεθνοποίησή της δε, θα αποτελέσει στην ουσία έναν κλοιό, που θα υποχρεώσει την Τουρκία να απολογηθεί για το παρελθόν της στη διεθνή κοινότητα αλλά και στους ίδιους τους πολίτες της.

Επιπλέον, μέσω αυτής της διαδικασίας θα υποχρεωθεί να αναθεωρήσει την επεκτατική και επιθετική της πολιτική στην Κύπρο, το Αιγαίο και τη Θράκη. Ας ελπίσουμε να διαβάσουν αυτό το άρθρο κάποιοι πραγματικοί πατριώτες στο ΣΥΡΙΖΑ, και να αποφασίσουν αν θα συνεχίζουν να ανέχονται εξ αντικειμένου φιλοκεμαλικούς και φιλοναζί πολιτικούς στο κόμμα και την κυβέρνηση.