Παντελής Σαββίδης
6 Νοέμβριος 2015, 19:05

Αφελής ή στρατευμένος στην εθνική αποδόμηση;

Παραμένει απορίας άξιο για ποιο λόγο ο υπουργός παιδείας Νίκος Φίλης προέβη στη δήλωση που προκάλεσε την έντονη αντίδραση όχι μόνο των Ποντίων αλλά και μεγάλου μέρους του υπόλοιπου ελληνισμού.

Τόσα χρόνια δημοσιογράφος και συνδικαλιστής ο κ. Φίλης, με το πολιτικό αισθητήριο που διαμόρφωσε θα μπορούσε να καταλάβει τις συνέπειες της δήλωσής του. Εθισμένος δε στον δημόσιο λόγο, είχε τη δυνατότητα να ξεφύγει, απαντώντας εμμέσως και χωρίς προκλήσεις, στην ερώτηση που του υποβλήθηκε. Δεν ήταν άλλωστε της αρμοδιότητάς του να μιλήσει για το θέμα αυτό. Ο οργανωμένος ποντιακός χώρος θέτει το θέμα της διδασκαλίας, στη Μέση Εκπαίδευση, της τραγικής ιστορίας ενός σημαντικού τμήματος του ελληνισμού, αλλά αυτό είναι ένα διαχρονικό αίτημα και δεν βρισκόταν στην επικαιρότητα. Βεβαίως, λόγω παλαιότερης αρθρογραφίας του, ο κ. Φίλης αποτελούσε casus belli για τον ποντιακό ελληνισμό, αλλά μετά τις πρώτες αντιδράσεις από την υπουργοποίησή του, το θέμα υποχώρησε από τον κατάλογο προτεραιοτήτων.

Το θέμα της Γενοκτονίας των Ποντίων είναι περισσότερο ζήτημα εξωτερικής πολιτικής της χώρας, παρά εκπαιδευτικής. Ανακινήθηκε στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1990 και έφερε –και φέρνει– την Τουρκία αρκετές φορές σε δύσκολη θέση στα διεθνή φόρα.

Χαρακτηριστικό της ενόχλησης της γειτονικής χώρας είναι ότι κάθε χρόνο υψηλά ιστάμενοι πολιτικοί παράγοντες κάνουν δηλώσεις απορρίπτοντας ότι οι Νεότουρκοι και οι κεμαλιστές πραγματοποίησαν τη δεκαετία του 1910 (ως το 1922) γενοκτονία των χριστιανικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας.

Λόγω και αρκετών διεθνών αναγνωρίσεων της Γενοκτονίας των Αρμενίων και των Ποντίων, και της διεθνούς απήχησης που έχει το θέμα, η Τουρκία έρχεται σε πολύ δύσκολη θέση. Ίσως είναι ένα από τα λίγα θέματα που έχει στη φαρέτρα της η ελληνική διπλωματία το οποίο, αν το αξιοποιήσει σωστά, μπορεί να διαπραγματεύεται με τη γειτονική χώρα από πλεονεκτική θέση.

Επιπλέον, ο κ. Φίλης δεν είναι ένας απλός βουλευτής ή δημοσιογράφος που μπορεί να κάνει με σχετική ευκολία ανάλογες δηλώσεις. Ούτε ιστορικός που έταξε τον εαυτό του να μας εξηγήσει τη διαφορά γενοκτονίας και εθνοκάθαρσης. Είναι υπουργός της ελληνικής κυβέρνησης και η δήλωσή του έχει, ως υπουργού, βαρύνουσα σημασία. Ακόμη και αν ήθελε να ανοίξει έναν επιστημονικό διάλογο, δεν θα μπορούσε να το κάνει με αυτόν τον τρόπο και με την ιδιότητα του υπουργού. Οι καλοί μας φίλοι απέναντι, έσπευσαν, ευφυώς, να εκμεταλλευτούν το ατόπημα.

Με βάση όλα αυτά, λοιπόν, παραμένει η απορία: γιατί ο κ. Φίλης προέβη στο πολιτικό –και ιστορικό– αυτό ατόπημα;

Ο κ. Φίλης αυτοτοποθετείται σε μια ομάδα ιστορικών και άλλων επιστημόνων που εκκινούν από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες (δεξιοί, κεντρώοι, αριστεροί) αλλά έχουν έναν κοινό στόχο. Τους ενοχλεί, είτε ως άτομα είτε ως δημόσιες οντότητες, το εθνικό κράτος, η σύγχρονη δηλαδή μορφή κράτους που δημιουργήθηκε μετά τη Γαλλική Επανάσταση (κατ’ άλλους μετά τη Συνθήκη της Βεστφαλίας, αλλά δεν θα αντιδικήσουμε και γι’ αυτό, τώρα) και θέλουν να το αλλάξουν. Θέλουν πιο παγκοσμιοποιημένες μορφές οργάνωσης, θεωρώντας ότι το εθνικό κράτος είτε είναι ξεπερασμένο, ως μονάδα οργάνωσης της διεθνούς κοινωνίας, είτε δημιουργεί προβλήματα στον σύγχρονο κόσμο. Και επειδή ο καθένας μας υπάρχει ως πολιτική οντότητα μέσα από τη συμμετοχή του, ως πολίτης, σε μια πολιτεία με την εθνικότητα που έχει, η διακομματική αυτή τάση υποστηρίζει ότι αυτό μπορεί να αντικατασταθεί με μια παγκόσμια ιδιότητα: του πολίτη του κόσμου. Το πόσο λειτουργική , χωρίς προβλήματα και αποτελεσματική μπορεί να είναι μια τέτοια αλλαγή, είναι θέμα μιας εκτενούς ανάλυσης για την οποία δεν υπάρχει χώρος στο σημερινό άρθρο.

Για την επιτυχία αυτής της πολιτικής στόχευσης, τα έθνη θα πρέπει να εξαφανιστούν. Και για να εξαφανιστούν πρέπει να αποδομηθούν. Να αμφισβητηθεί η αναγκαιότητα ύπαρξής τους. Να τους αποδοθούν τα κακά της ανθρωπότητας. Να καταδειχθεί, έστω και ψευδώς, πως η ιστορία που συνέχει τις κοινωνίες τους είναι φαντασιακή. Δημιουργήθηκε πάνω σε ένα ψέμα.

Η τάση αυτή ονομάστηκε αποδομητική. Βεβαίως, όπως συμβαίνει με όλα, υπάρχουν άνθρωποι που την υποστηρίζουν ιδεολογικά. Υπάρχουν όμως επιστήμονες, πολιτικοί, δημοσιογράφοι και άλλοι πολλοί που διατυπώνουν παρόμοιες απόψεις οι οποίες αποβλέπουν σε πολιτικές σκοπιμότητες.

Στην Ελλάδα, η τάση αυτή εμφανίστηκε και πήρε σαφή χαρακτηριστικά την εποχή της διακυβέρνησης της χώρας από τον κ. Σημίτη, με υπουργό εξωτερικών τον κ. Γιώργο Παπανδρέου. Βεβαίως, διεθνώς είχε δηλώσει την παρουσία της από την επομένη της κατάρρευσης του κομμουνισμού, λόγω της απόφασης για διαμόρφωση μιας παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας, τα χαρακτηριστικά της οποίας δεν ήταν ακόμη τόσο σαφή. Αλλά στην Ελλάδα όλα έρχονται με κάποια καθυστέρηση.

Το πολιτικό δίδυμο Σημίτης-Παπανδρέου είχε τις δικές του ιδεοληψίες. Πίστευε ότι αναθεωρώντας την ιστορία, και ερχόμενο σε αντίθεση με την μέχρι τότε προσέγγιση της ελληνικής ιστορίας, θα διαμορφώσει μια νέα ομάδα προθύμων με την οποία –έναντι ανταλλαγμάτων– θα επιτύγχανε την ιδεολογική ηγεμονία (κάτι που συνέβη με την υποστήριξη των ΜΜΕ), θα διευκολυνόταν η πορεία της χώρας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά, κυρίως, πως θα βελτιώνονταν οι σχέσεις της Ελλάδας με την Τουρκία.

Ήθελαν, δηλαδή, να απαλλάξουν τις ελληνοτουρκικές σχέσεις από «ό,τι τις βάραινε», και κυρίως, διαμορφώνοντας μια νέα ιδεολογικοπολιτική νομενκλατούρα, να χειραγωγήσουν την ελληνική κοινωνία στο νέο πνεύμα διεθνών και ελληνοτουρκικών σχέσεων που πρέσβευαν.

Λίγο νωρίτερα από την εμφάνιση Σημίτη-Παπανδρέου, ο ποντιακός χώρος (επί Ανδρέα Παπανδρέου και ό, τι αυτός πρέσβευε στην προσέγγιση των εθνικών θεμάτων) πέρασε από τη Βουλή απόφαση με την οποία αναγνωριζόταν ότι στον Πόντο συνετελέσθη το έγκλημα της Γενοκτονίας του ποντιακού ελληνισμού.

Αυτό αποτελούσε ένα άγος για το νέο κυβερνητικό δίδυμο στη διαχείριση των νέων αντιλήψεών του. Άνοιξε, έτσι, τις πύλες του κόμματος –και προπαντός της κυβέρνησης και της κρατικής εξουσίας– στις αποδομητικές απόψεις. Βοηθούσης και της γνωστής υπερδύναμης, η οποία εμφορείτο –για τους άλλους, όχι για τον εαυτό της– από ανάλογες αποδομητικές του εθνικού κράτους απόψεις, συγκροτήθηκαν ομάδες μελέτης των βιβλίων ιστορίας των βαλκανικών κρατών με σκοπό να αλλάξουν το περιεχόμενό τους στα σημεία που ενοχλούν τους γείτονές τους.

Προϊόν αυτών των αντιλήψεων είναι και το βιβλίο στο οποίο η κ. Ρεπούση έκανε τις γνωστές αναφορές της περί συνωστισμού στη Σμύρνη, την ώρα που καταδιώκονταν και σκοτώνονταν οι Έλληνες. Ειρήσθω εν παρόδω, η κ. Ρεπούση παρενέβη με δήλωσή της προς υποστήριξιν του κ. Φίλη λέγοντας πως κανένα Κοινοβούλιο δεν μπορεί να παρεμβαίνει στην ελεύθερη διερεύνηση της ιστορίας. Διεκδικεί, προφανώς, για τη θέση της αυτή, επιστημονικές δάφνες. Η σκοπιμότητα στην υπηρεσία της επιστήμης. Προϊόν αυτής της αποδομητικής τάσης είναι και η αμφισβήτηση της Γενοκτονίας (ο κ. Φίλης, κατά παραχώρισιν, δέχεται την εθνοκάθαρση αντί της Γενοκτονίας). Προϊόν επίσης αυτής της τάσης είναι η αμφισβήτηση του «κρυφού σχολειού», της συνέχειας του ελληνισμού και άλλων πολλών.

Παρέχοντας με τη σκόπιμη και συνειδητή αναθεώρηση της ιστορίας υπηρεσίες στη νέα πολιτική εξουσία, η διακομματική αυτή ομάδα, που κυρίως εγκαταβιούσε στα διάφορα σχήματα της αναθεωρητικής Αριστεράς, εισέβαλε με τις ευλογίες και την υποστήριξη των πολιτικών της προστατών στο ελληνικό Δημόσιο και κατέκτησε κυρίαρχο λόγο στα ΜΜΕ. Όποιος διαφωνούσε μαζί της ήταν εθνικιστής, και άρα εξοβελιστέος από τον δημόσιο λόγο.

Η ομάδα αυτή υπάρχει και είναι παρούσα και στο κράτος και στην κυβέρνηση και στο κυβερνών κόμμα. Απέκτησε ρίζες. Τις επόμενες ημέρες, οπότε θα υποχωρήσει η οργή από τις δηλώσεις Φίλη, η ομάδα θα εμφανιστεί με κυρίαρχο λόγο στα ΜΜΕ. Όσοι πιστεύουν ακόμη στην αναγκαιότητα του εθνικού κράτους ή στη συντεταγμένη διάλυσή του, αλλά από όλους και όχι μόνο από τους αφελείς, θα πρέπει να διεκδικήσουν επίσης δημόσιο λόγο για να αντικρούσουν την αποδόμησή του.

Η αναγκαιότητα του ανθρώπου να ανήκει κάπου έχει βαθιές ρίζες που χάνονται στις αρχές της ανθρώπινης ύπαρξης.

Οι Πόντιοι διεκδικούν αυτό το δικαίωμα. Αυτήν τους τη σχέση με την ιστορία, τις μνήμες και το παρόν τους στο πλαίσιο του νέου ελληνισμού αμφισβήτησε ο κ. Φίλης.

Ως Νίκος Φίλης, έχει κάθε δικαίωμα να το κάνει. Ως «ιστορικός» ή ιστοριοδίφης, επίσης. Ως υπουργός της κυβέρνησης, όχι. Ο κ. Τσίπρας διεκδίκησε την ψήφο μας λέγοντας διαφορετικά πράγματα. Τα επανέλαβε, άλλωστε, και η κυβερνητική εκπρόσωπος πως η κυβέρνηση διαφωνεί με τις απόψεις του κ. Φίλη. Μπορεί όμως ένας υπουργός να παραμένει στη θέση του όταν διαφωνεί με την κυβέρνησή του;