Παντελής Σαββίδης
9 Οκτώβριος 2015, 11:49

Οι δραματικές εξελίξεις και ο… «εσωτερικός εχθρός»

Τους έδειχναν το φεγγάρι και κοιτούσαν το δάχτυλο. Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή είναι δραματικές και ραγδαίες και η Αθήνα ασχολείται με την κ. Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, πρέσβη της Ελλάδας στη Μόνιμη Αντιπροσωπεία στην ΕΕ. Δεν περίμενε κανείς η Αθήνα να έχει λόγο σε εξελίξεις που ξεπερνούν κατά πολύ την εμβέλεια και το μέγεθός της, αλλά σε μια στιγμή που χρειάζεται συστράτευση όλων των δυνάμεων της χώρας για να διαφυλαχθούν μείζονος σημασίας συμφέροντα, η πολιτική του υπουργείου Εξωτερικών να μην είναι διχαστική και συγκρουσιακή. Η σύγκρουση είναι χαρακτηριστικό του αρμόδιου υπουργού, αλλά η θέση που κατέχει, και στη σημερινή συγκυρία, απαιτεί συναινέσεις.

Η κ. Παπαδοπούλου είναι εξαιρετική διπλωμάτης και δείγματα γραφής έδωσε κατά την πεντάχρονη παραμονή της στα Σκόπια ως επικεφαλής του Γραφείου Συνδέσμου. Η υποστήριξή της από συναδέλφους της που χαίρουν εκτιμήσεως στο διπλωματικό σώμα, και κυρίως η επιδίωξη του υπουργού να σταλεί σε χώρα της Αφρικής ή της Λατινικής Αμερικής, ενισχύει την άποψη περί στοχοποίησής της για λόγους πέραν των υπηρεσιακών.

Από τον αρμόδιο υπουργό δεν ακούσαμε τίποτα ενδιαφέρον που να αφορά τους προσανατολισμούς της εξωτερικής πολιτικής της χώρας στα μεγάλα ζητήματα που την απασχολούν: Κυπριακό, Μέση Ανατολή, ΑΟΖ, σχέσεις με Τουρκία, «Σκοπιανό», αντιμετώπιση της αλβανικής επιθετικότητας, Κόσοβο, βαλκανική πολιτική.

Και δεν ακούσαμε τίποτε, τη στιγμή που η Τουρκία παραβιάζει συνεχώς τον εναέριο χώρο της Ελλάδας ενώ η ίδια αναστάτωσε την οικουμένη με δύο ελιγμούς της ρωσικών πολεμικών αεροπλάνων στα σύνορά της με τη Συρία.

Ελιγμούς που, κατά δημοσιεύματα του τουρκικού Τύπου, έγιναν εντός του εναέριου χώρου της Συρίας αλλά στη ζώνη που η Άγκυρα κήρυξε μονομερώς «ζώνη ασφαλείας».

Επίσης ούτε τα ελληνικά ΜΜΕ ούτε τα πολιτικά κόμματα έδωσαν τη δέουσα σημασία στην επιβολή από την ΕΕ και τις ΗΠΑ, από κοινού με την Τουρκία, της άσκησης του δικαιώματος έρευνας και δάσωσης σε περιοχές που η Ελλάδα έχει την αρμοδιότητα. Οι επιπτώσεις αυτής της μεταβολής θα φανούν στο μέλλον, καθώς θα διαμορφωθούν τετελεσμένα, και η Αθήνα δείχνει να παραδέχεται την αδυναμία της να φέρει σε πέρας υποχρεώσεις που της αναγνώρισε η διεθνής κοινότητα.

Μεταβολές φαίνεται να κυοφορούνται στις θέσεις της χώρας και στο ζήτημα του Κοσόβου, αλλά και να διαμορφώνεται ένα νέο πεδίο πιέσεων και στο Σκοπιανό. Για όλα αυτά, ο υπουργός Εξωτερικών έκρινε πως δεν είναι αναγκαίο να ενημερώσει την κοινή γνώμη. Προέχει το ξεκαθάρισμα λογαριασμών σε μια χώρα που οι πολιτικές που ακολουθούνται είναι ιδιωτική υπόθεση των κομμάτων και των ισχυρών προσώπων που κυριαρχούν σ’ αυτά.

Παντελής είναι η αδυναμία της Αθήνας σε ό,τι αφορά τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. Θα ήταν παράλογο να υποστηρίξει κανείς ότι θα μπορούσε να αναμιχθεί σε ένα καμίνι στο οποίο κινδυνεύουν να καούν οι Μεγάλες Δυνάμεις. Αλλά υπάρχουν δευτερεύουσες παράμετροι των εξελίξεων τις οποίες, αν αξιοποιούσε καλά η χώρα, θα μπορούσε να έχει σημαντικά πλεονεκτήματα στο χάρτη που θα διαμορφωθεί μετά την αποκορύφωση της κρίσης.

Υπάρχει, όμως, μια ρήση που αποδίδει λακωνικά την αδυναμία της Αθήνας να φέρει αποτελεσματικά σε πέρας και μικρές επιχειρήσεις. «Καλύτερα να μην αναμιγνύεται πουθενά η Ελλάδα. Τα αποτελέσματα θα είναι θετικότερα από οποιαδήποτε ανάμιξή της».

Το πιθανότερο είναι ότι οι προβλεπόμενες εξελίξεις θα μειώσουν τη γεωπολιτική σημασία της Τουρκίας σε περίπτωση που μια νέα ισορροπία στην περιοχή βάλει στη σκακιέρα το Ιράν, χωρίς συγκρουσιακή σχέση με τις ΗΠΑ.

Η εκτίμηση ότι οι ισχυροί παίκτες (ΗΠΑ και Ρωσία) δρουν στην περιοχή χωρίς συνεννόηση και με κίνδυνο να βρεθούν αντιμέτωποι στο πολεμικό πεδίο είναι αφελής. Το τι ακριβώς συμφωνήθηκε είναι προς διερεύνηση. Θα φανεί εκ του αποτελέσματος. Διότι και το αποτέλεσμα δεν είναι, ακόμη, προδιαγεγραμμένο. Επηρεάζεται και από δευτερεύοντες δρώντες.

Η Μόσχα αντέδρασε όπως αναμενόταν. Ο δυτικός της προσανατολισμός της έχει τρεις οδούς τις οποίες φροντίζει να διατηρεί ανοικτές. Προς Βορράν από τη Βαλτική Θάλασσα. Δυτικά από την Ουκρανία και προς Νότον από τα Στενά. Οι εξελίξεις και βόρεια με τις βαλτικές χώρες και δυτικά με την Ουκρανία είναι γνωστές. Προς Νότον, μετά τη διαφαινόμενη κατάρρευση του καθεστώτος Άσαντ, η Ρωσία ήταν αδύνατον να επιτρέψει την απώλεια των βάσεών της στην Ταρτούς και τη Λατάκεια και να αφεθεί στη βούληση της Τουρκίας για την έξοδό της στις θερμές νότιες θάλασσες.

Μια Τουρκία με τον Ερντογάν να διολισθαίνει από το ήπιο προς το σκληρό Ισλάμ, και εν ονόματι του νεοοθωμανισμού να εγείρει αξιώσεις παρουσίας στην Κεντρική Ασία, αποτελούσε παράγοντα αβεβαιότητας για τη Μόσχα. Η Τουρκία, μετά τις διαφαινόμενες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, θα είναι ο μεγάλος χαμένος – όπως και 100 χρόνια πριν, με τις συμφωνίες Sykes-Picot, που μοίρασαν τη Μέση Ανατολή.

Ο Ερντογάν έχει μια εμμονή με τις επετείους. Με αφορμή την 100ετία των προαναφερθεισών συμφωνιών, θα επιθυμούσε την αναβίωση του οθωμανικού κύρους στην περιοχή, αλλά μάλλον αποτυγχάνει οικτρά.

Έχει ως ορόσημο και μια άλλη ημερομηνία, τη δημιουργία του τουρκικού κράτους το 1923, δημιουργία που συνδυάζεται με την ήττα του ελληνισμού κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία.

Έχει βάλει στόχους και επιδιώκει να τους εκπληρώσει, θεωρώντας ότι μέχρι τότε έχει διασφαλισμένη την παραμονή του στην εξουσία. Μάλλον δύσκολη υπόθεση.

Έγκυροι Τούρκοι αναλυτές θεωρούν ότι ο Ερντογάν επέβαλε μια πολιτική στο Μεσανατολικό με εσωτερικά κριτήρια, και η πολιτική αυτή οδηγείται σε φιάσκο. Όλες οι παράμετροι της πολιτικής του δεν γίνονται αποδεκτές από τις συμμάχους δυνάμεις. Η ομοσπονδοποίηση της Συρίας, ή ο κατακερματισμός της σε τέσσερα ή και πέντε κρατίδια, είναι μια εξέλιξη που προκαλεί εφιάλτες στην Τουρκία σε σχέση με το Κουρδικό. Η επόμενη ημέρα μιας συμφωνίας μεταξύ των δυνάμεων θα αναγνωρίσει την κουρδική υπόσταση και στη Συρία, και μάλλον θα αναδείξει το Ιράν ως κυρίαρχο παίκτη στην περιοχή. Και τα δύο θα αποτελέσουν ήττα για την πολιτική του Ερντογάν – και βεβαίως του Νταβούτογλου που την υπαγόρευσε.

Η Ρωσία γνωρίζει καλά τους κινδύνους που περικλείει η εκστρατεία της στη Συρία. Αλλά το γεγονός ότι διακινδύνευσε αποδεικνύει τη γεωπολιτική σημασία που έχει για τη Μόσχα η διατήρηση της παρουσίας της στη Συρία και η δυνατότητά της να διέρχεται τα στενά ανεμπόδιστα.

Η αμερικανική κατανόηση στη ρωσική έξοδο δεν έχει να κάνει μόνο με τα οφέλη των ΗΠΑ από μια ρωσική έκθεση, αλλά και με την αίσθηση της Ουάσινγκτον ότι υπερέβη τα εσκαμμένα σε ό,τι αφορά τα ρωσικά ζωτικά συμφέροντα.

Η νέα ρωσική στρατιωτική αντίληψη δεν περιλαμβάνει μόνο την προβολή σκληρής ισχύος αλλά έναν συνδυασμό σκληρής και ήπιας ισχύος. Στρατιωτικών επιχειρήσεων αλλά και διπλωματικών και οικονομικών προσπαθειών. Η Ρωσία γνωρίζει ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος που αντιμετωπίζει είναι η υπερεπέκταση, γι’ αυτό εφαρμόζει το δόγμα της εύλογης επάρκειας: μικρή έκθεση που θα διασφαλίζει την επιβολή της επιρροής της.

Η Μέση Ανατολή είναι η γειτονιά μας. Η Αθήνα δεν μπορεί να αναλίσκεται σε εσωστρέφεια και να παραβλέπει τις εξελίξεις. Εκτός και αν ο «εσωτερικός εχθρός» –όσοι δηλαδή δεν είναι πειθήνια όργανά μας– είναι, για άλλη μια φορά, το άλλοθι της πολιτικής ηγεσίας.