Παντελής Σαββίδης
12 Σεπτέμβριος 2015, 09:02

Προδιαγεγραμμένες οι εξελίξεις;

Εισερχόμαστε στην τελευταία εβδομάδα της σύντομης προεκλογικής περιόδου και, πέρα από την σύγχυση, το ερώτημα των πολιτών είναι μήπως όλα είναι προδιαγεγραμμένα και οι εκλογές γίνονται για την καταγραφή των πολιτικών δυνάμεων που διαμορφώθηκαν μετά τη διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν είναι χωρίς σημασία αυτό.

Οι εκλογές ήταν αναπόφευκτες. Εκτός του ότι η συνύπαρξη ύλης- αντιύλης ήταν περισσότερο δυνατή από την αντίστοιχη των συνιστωσών του ΣΥΡΙΖΑ, η στροφή της ηγετικής του ομάδας ρευστοποίησε και προβλημάτισε βαθιά το εκλογικό σώμα. Μια νέα κοινωνική πλειοψηφία διαμορφώθηκε με μεγαλύτερη συνείδηση της τραγικής κατάστασης στην οποία βρίσκεται η χώρα.

Οι εκλογές θα καταγράψουν αυτήν τη δυναμική. Το ερώτημα τώρα είναι αν η ελληνική κοινωνία θα αντέξει στις επιπτώσεις των μέτρων του νέου μνημονίου ή θα οδηγηθεί σε έναν παθητικό ή δυναμικό μηδενισμό. Και αυτό το ερώτημα δεν μπορεί να απαντηθεί παρά μόνο στην πράξη, αν και οι συνεχείς κινητοποιήσεις και οι ανεκπλήρωτες ονειρώξεις αριστερών σεχτών, την κούρασαν.

Κάτι πάει να αλλάξει όμως, στο θέμα του ελληνικού χρέους και της αναδιάρθρωσής του αλλά και του θεσμικού μέλλοντος της Ευρώπης. Οι σχετικές δηλώσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι αρκετές. Φαίνεται, όμως, και είναι λογικό, να ενθαρρύνεται ένας μετεκλογικός μεγάλος συνασπισμός.

Παρόλο που η ερμηνεία της ευρωπαϊκής πολιτικής από δηλώσεις μεσαίων ή και ανωτέρων στελεχών της Ένωσης αποτελεί πολιτικό επαρχιωτισμό, είναι λογικό να υποθέσει κανείς πως η ευκταία λύση από πλευράς ΕΕ στο μετεκλογικό ζητούμενο θα είναι η συνεργασία των δύο μεγαλυτέρων κομμάτων.

Από άποψη τακτικής αυτό συμφέρει και τα δύο κόμματα αλλά προβάλλεται περισσότερο από τη Νέα Δημοκρατία. Η επιμονή της για κυβερνητική συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ δεν αποτελεί απλώς μια διασφάλιση για τον επιμερισμό του πολιτικού κόστους από την εφαρμογή του μνημονίου, αλλά, της προσδίδει και χαρακτηριστικά μετριοπάθειας, τα οποία έχει ανάγκη αφού στην βαθύτερη ουσία της δεν έχει αλλάξει και αυτό είναι παγιωμένο στην πολιτική διαίσθηση της ελληνικής κοινωνίας.

Αντιθέτως, ο ΣΥΡΙΖΑ, μετά την πολιτική στροφή του και για να κρατήσει το πολιτικό του ακροατήριο τονίζει τη διαφορά του από τη δεξιά παράταξη και υπόσχεται πως υπάρχουν διαφορετικές αποχρώσεις στην εφαρμογή του μνημονίου. Είναι δύσκολο να τις διακρίνει κανείς αφού η χώρα, έχει απολέσει, ουσιαστικά, την σχετική ανεξαρτησία της και τη δυνατότητά της να εφαρμόσει δική της οικονομική πολιτική.

Οι αποκλίσεις από την προδιαγεγραμμένη πορεία μπορούν να γίνουν μόνο με τη σύμφωνη γνώμη των εταίρων.

Τέτοιου είδους αποκλίσεις πιθανόν να υπάρξουν. Μπορεί, επίσης, να διαμορφωθεί μια δυναμική θεσμικών αλλαγών στην Ευρωπαϊκή Ένωση που, ενδεχομένως, με τις κατάλληλες συμμαχίες θα μπορούσε να αξιοποιήσει και η Ελλάδα. Αλλά, όσο και αν έχει σχετική σημασία, η υπόδειξη ως προϋπόθεσης για συζήτηση του χρέους, της συνεργασίας των δύο μεγαλυτέρων κομμάτων, αποκαλύπτει προς τα πού θα στραφούν οι ευρωπαϊκές παροτρύνσεις. Αυτό οδηγεί πολλούς στην εκτίμηση ότι οι εξελίξεις είναι προδιαγεγραμμένες.

Παρά τη βαθιά κρίση που μαστίζει τη χώρα, το πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να κρύψει τις παθογένειές του και, το κυριότερο, δεν μπορεί να τις ξεπεράσει. Είναι αμφίβολο και αν το επιθυμεί.

Αυτό ισχύει, κυρίως, για τη Νέα Δημοκρατία η οποία έδειξε αντοχή στην κοινωνική αναφορά της. Έχει όμως ανάγκη μεγάλης ανανέωσης και για να διασφαλίσει νέο, υψηλού επιπέδου, στελεχιακό δυναμικό και για να ξεπεράσει αγκυλώσεις του μεταπολιτευτικού παρελθόντος της. Είναι αμφίβολο αν θα το κάνει καθώς δεν υπάρχουν αστικές δυνάμεις που θα μπορούσαν να την πιέσουν προς αυτήν την κατεύθυνση. Η όποια μετεκλογική αναδιάρθρωσή της θα εξαντληθεί στη διαμόρφωση μιας νέας ισορροπίας μεταξύ των καπετανάτων της. Η πολιτική ζωή της χώρας επηρεάζεται ακόμη, βαθύτατα, από τις δεκαετίες μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια. Αυτήν την εξάρτηση από το παρελθόν η χώρα δεν μπορεί να την ξεπεράσει.

Η προεκλογική τακτική του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι πειστική. Στην αρχή προσπαθούσε να διαμορφώσει δυναμική νίκης αμφισβητώντας τις δημοσκοπήσεις και επαναλαμβάνοντας κατά κόρον ότι υπονομεύεται από το ελληνικό κατεστημένο. Γρήγορα, όμως, και αφού διαπίστωσε ότι αποσυσπείρωνε τους οπαδούς του και δεν είχε απήχηση, επανήλθε στη γνώριμη τακτική αντιμετώπισης της δεξιάς. Της αντίθεσης δύο κόσμων. Μόνο που οι πολίτες δεν διακρίνουν, πλέον, αυτούς τους δύο ξεχωριστούς κόσμους. Διακρίνουν μόνο τον κόσμο εφαρμογής του μνημονίου. Ούτε διακρίνεται κάτι νέο στην πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ. Τα περί χτυπήματος της διαπλοκής και εξορθολογισμού του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου τα έχει ακούσει και στο παρελθόν χωρίς αποτελέσματα.

Ωστόσο, ένα σημαντικό μέρος του εκλογικού σώματος παραμένει ακόμη προσηλωμένο στον ΣΥΡΙΖΑ και έλκεται, κυρίως, από τον αρχηγό του.

Ο ΣΥΡΙΖΑ μετεξελίσσεται σε αρχηγικό κόμμα μετά την αποχώρηση των συνιστωσών που τον συγκρότησαν.

Ο κ. Τσίπρας συμπεριφέρεται, πλέον, ως κλασικός Έλληνας πολιτικός ηγέτης. Σαν και αυτούς που γνωρίσαμε και σαν και αυτούς που έχουμε ακόμη επί σκηνής.

Έχει ενδιαφέρον να δούμε με τι εκλογικά ποσοστά θα καταγραφεί αυτό που προέκυψε μετά τη σύγκρουση και τη διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ. Η Λαϊκή Ενότητα έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας αριστεράς παλαιού τύπου η οποία εκφράζεται, σε κοινωνικό και εκλογικό επίπεδο, από το ΚΚΕ. Ο λόγος και η συμπεριφορά του σημερινού ηγέτη της, του κ. Λαφαζάνη, ο οποίος μαζί με τον κ. Βαρουφάκη ή παράλληλα με αυτόν προετοίμαζαν σενάρια επιστροφής στη δραχμή, είναι συντηρητικός αν συγκριθεί με την παρουσία και το παραλήρημα της διαφαινόμενης διαδόχου του. Μάλλον, θα ακολουθήσει την πορεία αριστερών σεκτών και, ίσως, δεν θα μας απασχολήσει πέραν των επερχόμενων εκλογών.

Ο κεντροαριστερός χώρος, ο οποίος εκφράζεται, κυρίως, από το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι, έχασε την ευκαιρία μιας εκλογικής συνεργασίας σε αυτές τις εκλογές, η οποία θα του έδινε δυναμική μετεξέλιξης των δυνάμεών του σε έναν νέο φορέα, τον οποίο έχει ανάγκη η χώρα.

Η εκλογική καταγραφή του Ποταμιού θα είναι ενδιαφέρουσα, δεν φαίνεται να έχει, όμως, τη δυναμική των προηγούμενων εκλογών, παρά την καλή εμφάνιση του προέδρου του στην αντιπαράθεση των πολιτικών αρχηγών.

Η, μέχρι τώρα, έκπληξη της προεκλογικής περιόδου αλλά και των δημοσκοπήσεων είναι το ΠΑΣΟΚ.

Το ήπιο στυλ της κ. Γεννηματά, ακριβώς αντίθετο του προκατόχου της, προσήλκυσε ψηφοφόρους από τη δεξαμενή, μάλλον, του παραδοσιακού ΠΑΣΟΚ, οι οποίοι απογοητεύτηκαν από τη  σύντομη περιπέτειά τους στον ΣΥΡΙΖΑ. Το ΠΑΣΟΚ θα είναι ο μπαλαντέρ των εκλογών, κάτι που το επιθυμεί και η ηγετική του ομάδα και τα συνειδητοποιημένα κοινωνικά στρώματα που το στηρίζουν. Συμμετοχή στην εξουσία είτε με το ένα είτε με το άλλο από τα δύο μεγαλύτερα κόμματα.

Το ελληνικό δράμα, που επιδεινώθηκε μετά την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ, επηρέασε την Ευρώπη. Κυρίως έφθειρε τον ηγεμονικό ρόλο της Γερμανίας κάτι που θεωρείται υγιές για την πολιτική εξισορρόπηση της ηπείρου.

Η Ευρώπη δεν θα είναι ίδια με χθες. Η μαζική είσοδος προσφύγων και μεταναστών κατήργησε, ουσιαστικά, τα Δουβλίνα και το Σέγκεν και η προετοιμασία μιας νέας πολιτικής αναδιάρθρωσης, με κύριο συντελεστή τη Γαλλία και υποστήριξη των ΗΠΑ, θα εξισορροπήσει τη γερμανική οικονομική ισχύ με νέες πολιτικές δομές. Όσο και να τσιρίζει ο κ. Σόιμπλε.

Αυτό το νέο περιβάλλον θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί η νέα ελληνική κυβέρνηση.