Γεώργιος Ε. Δουδούμης
1 Σεπτέμβριος 2015, 10:42

Γερμανοαμερικανικός καβγάς για τα δυτικά Βαλκάνια

Ασχολούμενοι και πάλι με εσωτερικούς προεκλογικούς καβγάδες, δεν δώσαμε επαρκή προσοχή στις κινήσεις της διεθνούς διπλωματίας που αφορούν τα Βαλκάνια – και πιο συγκεκριμένα τα δυτικά Βαλκάνια, που εξελίσσονται σε μήλον της έριδος μεταξύ δυο συμμάχων οι οποίοι εμπιστεύονται όλο και λιγότερο ο ένας τον άλλον.

Το πρώτο μεταπολεμικό δείγμα της επιθετικής γερμανικής εξωτερικής πολιτικής για το χώρο που κάλυπτε η τέως πολυφωνική Γιουγκοσλαβία, με έντονη τη γεύση ρεβανσισμού, υπήρξε η πρωτοβουλία της που υποστηρίχθηκε από την Αυστρία και το Βατικανό, να ξεκινήσει ουσιαστικά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας χωρίς να έχει προηγηθεί κάποια συνεννόηση με τον «μεγάλο αδελφό». Στη συνέχεια η Γερμανία έδειχνε να έχει αρκεστεί στην επιρροή που ασκεί στο δίδυμο Σλοβενίας-Κροατίας. Τα δυτικά Βαλκάνια (τέως Γιουγκοσλαβία + Αλβανία), με εξαίρεση το εν λόγω δίδυμο, μπορούν από γεωστρατηγική άποψη να χαρακτηριστούν σήμερα ως «Terra americana» με δεδομένη την εμβληματική αμερικανική βάση Bondsteel στο Κόσσοβο, ευρισκόμενη πολύ κοντά στη νατοϊκή και αμερικανοελεγχόμενη Αλβανία και στις επίσης νατοϊκές Βουλγαρία και Ρουμανία, τις οποίες έσπευσαν οι ΗΠΑ να εντάξουν στο ΝΑΤΟ το 2004, τρία χρόνια πριν αυτές ενταχθούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η γερμανική οικονομική ευρωστία δημιούργησε φιλοδοξίες που δεν έκρυψαν οι Γερμανοί ηγέτες, διεκδικούντες πολιτική φωνή για τη χώρα τους παγκοσμίως εφάμιλλη της οικονομικής της ισχύος.

Η γερμανική άποψη, ότι η Γερμανία θα έπρεπε να διευρύνει την πεντάδα των μόνιμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας, δεν βρήκε ευήκοα ώτα και η γερμανική διπλωματία αναμένει την κατάλληλη ευκαιρία για να ξαναθέσει το θέμα.

Μετά την επιθετική εμπλοκή της Γερμανίας που έριξε λάδι στη φωτιά όσον αφορά την ουκρανική κρίση, η Γερμανία προχώρησε σε επιθετική εμπλοκή και στην κρίση της Συρίας με παροχή όπλων στους Κούρδους, με επίσημη γερμανική αιτιολογία ότι «θίγονται η ασφάλεια και συμφέροντα της Γερμανίας». Απορία ψάλτου βηξ.

Πέρυσι το καλοκαίρι, με την πενταετούς προοπτικής (2014-2018) «Διαδικασία του Βερολίνου», η Γερμανία έκανε μια σημαντική επεκτατική κίνηση στη βαλκανική σκακιέρα, η οποία ερμηνεύεται ως προσπάθεια η terra americana να μετατραπεί σε terra germanica με ευρωπαϊκό μανδύα, δεδομένου ότι η γαλλική συμμετοχή καλύπτει σταθερά το ρόλο του «χρήσιμου ηλίθιου», ενώ η ιταλική συμμετοχή αντικαθιστά τον αρχικό ρόλο του Βατικανού. Το επίσημο σκεπτικό είναι να προετοιμαστούν οι εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης χώρες των δυτικών Βαλκανίων για την μελλοντική ένταξή τους σε αυτήν. Η «Διαδικασία του Βερολίνου» προβλέπει ετήσιες συναντήσεις κορυφής (η πρώτη έγινε στο Βερολίνο τον Αύγουστο του 2014) σε τρία επίπεδα (πρωθυπουργών, υπουργών Εξωτερικών και υπουργών Οικονομίας) και με συμμετοχή της Γερμανίας

  • των υποψήφιων χωρών (Αλβανία, Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Κόσσοβο, Μαυροβούνιο, πΓΔΜ, Σερβία),
  • των χωρών που ανέλαβαν να είναι οικοδεσπότες στις εν λόγω συναντήσεις (Αυστρία, Γαλλία, Ιταλία),
  • της Κροατίας και της Σλοβενίας που υποστηρίζουν τη «Διαδικασία», και επίσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το κύριο θέμα της φετινής συνάντησης στη Βιέννη (27 Αυγούστου 2015) αφορούσε τις «υποδομές και συνδετικότητα», την «περιφερειακή συνεργασία», τη «νεολαία» και την «πρόκληση των προσφύγων».

Είναι σαφές ότι η συγκεκριμένη γερμανική πρωτοβουλία αποσκοπεί στην υποβάθμιση του αμερικανικού ρόλου στα εδάφη που είναι υπό ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Επίσης, οι παρεμβολές τέτοιων ετήσιων Συνόδων βάλλουν ευθέως και κατά της θεσμοθετημένης ενδοβαλκανικής συνεργασίας στο πλαίσιο της Διαδικασίας Συνεργασίας της Νοτιοανατολικής Ευρώπης (SEECP - South East Europe Cooperation Process), η οποία καθιερώθηκε μετά τη Βαλκανική Σύνοδο Κορυφής στην Κρήτη (1997).

Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να ανιχνευθούν εγκαίρως οι επεκτατικές προθέσεις της Γερμανίας, η οποία υποστηρίζει πρόσφατα και τη δημιουργία ευρωπαϊκού στρατού, στον οποίο δεν προβλέπεται να θέλει να παίξει τον τελευταίο ρόλο.

Τα ερωτηματικά για την ταυτότητα αλλά και την πορεία της σημερινής Ευρώπης πληθαίνουν, και αντίστοιχα αυξάνονται οι φόβοι ότι η ενδεχόμενη κατάρρευση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος δεν θα είναι αθόρυβη.