Παντελής Σαββίδης
29 Αύγουστος 2015, 09:02

Θέλει ο Τσίπρας να κερδίσει τις εκλογές;

Η πολιτική μετάλλαξη του Έλληνα πρωθυπουργού και της ομάδας που τον ακολουθεί ικανοποίησε τις φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις στην Ελλάδα και τη λοιπή Ευρώπη.

Ξεκινώντας από έναν ακραία αντιμνημονιακό λόγο, ο Τσίπρας, μετά από αρκετές περιπλανήσεις ανά την υφήλιο, συνειδητοποίησε ότι οι αριστερές ιδεοληψίες δεν προσφέρονται για άσκηση ευρωπαϊκής πολιτικής, τουλάχιστον στην παρούσα συγκυρία. Και δεν υποστηρίζονται παρά μόνο σε επίπεδο δηλώσεων από συγγενείς ιδεολογικά δυνάμεις.

Το ζήτημα τώρα είναι αν ο Τσίπρας θα μπορέσει να διαχειριστεί έναν πολιτικό χώρο ο οποίος συγκροτήθηκε μετά την κρίση στην Ελλάδα, στη βάση μιας αντίθεσης προς τα μνημόνια και κατά συνέπεια την Ευρωζώνη. Δυστυχώς, η εξέλιξη αυτής της κοινωνικής μάζας είναι πλέον συνολικά αντιευρωπαϊκή. Το κρίσιμο ερώτημα για το μέλλον της χώρας, το οποίο θα απαντηθεί στις επερχόμενες εκλογές, είναι ποια τα πραγματικά ποσοστά της.

Ο Τσίπρας είναι ο αγαπημένος πλέον πολιτικός της Μέρκελ στην Ελλάδα, διότι η καγκελάριος ελπίζει πως θα μπορέσει να διαχειριστεί την κοινωνική ρευστότητα, να προωθήσει τις προβλέψεις του μνημονίου και να αναδιατάξει το πολιτικό σκηνικό.

Η πολιτική αντιπαράθεση στην Ελλάδα δεν διεξάγεται στη βάση ιδεολογικών ή πολιτικών αντιθέσεων αλλά περιορίζεται, αποκλειστικά, στο δίλημμα μνημόνιο-αντιμνημόνιο. Αυτό το δίλημμα είναι που κρατούσε μέχρι τώρα συνεκτικό τον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος συγκροτείται από τάσεις με λενινιστικές, τροτσκιστικές, σταλινικές, μαοϊκές και σύγχρονες ακτιβιστικές αναφορές, αν και η αρχική κινητήρια δύναμή του αποτελούνταν από δυνάμεις της ανανεωτικής φιλοευρωπαϊκής Αριστεράς. Όλες αυτές τις δυνάμεις, με τις βαθιές ιστορικές διαφορές τους, τις συνένωνε η αντίθεση στο μνημόνιο. Μόλις η αντίθεση αυτή εξέλιπε, επήλθε η διάσπαση.

Πότε όμως ο Τσίπρας είδε το ευρωπαϊκό φως το αληθινόν, κατά τη δική του πορεία προς τις Βρυξέλλες – όπως ο Παύλος προς τη Δαμασκό;

Μόνο οι πρωταγωνιστές και διαμορφωτές των εξελίξεων στο παρασκήνιο μπορούν να το πουν με βεβαιότητα. Από όσα είδαν το φως της δημοσιότητας, ο Τσίπρας σε μια κρίσιμη σύνοδο στο πρωθυπουργικό μέγαρο, πριν από το δημοψήφισμα, συνειδητοποίησε ότι η πορεία εξόδου από το ευρώ θα είχε μη διαχειρίσιμες συνέπειες οι οποίες θα τον εξέθεταν πολιτικά αλλά και νομικά. Ήταν η αρχή της αντιστροφής των σκέψεών του. Οι συνέπειες της ρήξης στο εσωτερικό του κόμματός του ήταν γνωστές και αν μπορούσε θα τις απέφευγε. Αναζήτησε χρηματοδότηση από άλλες –πλην της Ευρώπης– πηγές, αλλά κανείς δεν προσφέρθηκε να του παράσχει. Η επιστροφή στο εθνικό νόμισμα προϋπέθετε αποθεματικά τα οποία δεν υπήρχαν, κανείς δεν ήταν διατεθειμένος να τα παράσχει, και άρα το δίλημμα ήταν μνημόνιο με ευρώ ή μνημόνιο με δραχμή. Και στο δίλημμα αυτό, υπερίσχυσε η πρώτη επιλογή.

Η επιστροφή στο εθνικό νόμισμα, πέραν της υποβάθμισης του επιπέδου ζωής, είναι ένα πείραμα του οποίου ούτε η εξέλιξη ούτε το αποτέλεσμα μπορεί να υπολογιστεί. Υπάρχουν στελέχη του ενιαίου ΣΥΡΙΖΑ και ακαδημαϊκές προσωπικότητες, που εργάστηκαν στο σενάριο αυτό, αλλά η μελέτη τους έχει πολλές αβεβαιότητες και προϋποθέτει πολιτικές επιλογές που δεν είναι καθόλου σίγουρο ούτε ότι θα αποδώσουν ούτε ότι κατά την εξέλιξή τους θα τύχουν της επιδοκιμασίας των Ελλήνων – ακόμη και εκείνων που επιθυμούν την επιστροφή στη δραχμή. Ουσιαστικά είναι μια πορεία κοινωνικού μετασχηματισμού της χώρας με εθνικοποιήσεις, ελέγχους της οικονομίας, ελλείψεις ακόμη και εισαγωγής δελτίων σε αγαθά εν ανεπαρκεία. Η μικρή εμπειρία των capital controls συντάραξε το κυβερνητικό επιτελείο. Η μεγάλη και μακρά πορεία προς το εθνικό νόμισμα δημιουργούσε εφιάλτες. Οι ευθύνες θα ανήκαν στον Αλ. Τσίπρα και όχι στις κομμουνιστογενείς τάσεις του κόμματός του οι οποίες θα ικανοποιούσαν τα φοιτητικά τους όνειρα.

Υπάρχει και κάτι ακόμη που καθιστούσε απαγορευτική την πορεία εξόδου από την Ευρωζώνη και επέβαλλε τη μεταστροφή του Τσίπρα. Οι δυνατότητες της ελληνικής δημόσιας διοίκησης να διαχειριστεί με επιμονή και αποτελεσματικότητα μια τέτοια εξέλιξη, και φυσικά η υπομονή που δεν είναι χαρακτηριστικό της ελληνικής νοοτροπίας. Βεβαίως, ο Τσίπρας περιστοιχίζεται από μια ομάδα με φιλοευρωπαϊκό προσανατολισμό, εκπρόσωπος της οποίας δήλωσε τις τελευταίες ημέρες πως όλο το σενάριο ρήξης με την Ευρώπη βασιζόταν στην υπόθεση πως η απειλή μιας εξόδου θα ανάγκαζε τον σκληρό πυρήνα της Ένωσης να ικανοποιήσει τα αιτήματα της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ – κάτι το οποίο διαψεύστηκε. Πρόκειται για αφελή διατύπωση που αποβλέπει, μάλλον, στη διαχείριση της εσωκομματικής κρίσης.

Σπουδαία όμως παράμετρος στη μεταστροφή του Τσίπρα υπήρξε και η γεωπολιτική. Η χρησιμοποίηση της γεωπολιτικής θέσης της χώρας ως απειλής προς την Ευρώπη δεν απέδωσε τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Αντιθέτως, οι εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή καθιστούν την Ελλάδα ευάλωτη σε απειλές. Η χώρα δεν μπορεί να προβάλει σκληρή ισχύ (hard power), παρά σε περιορισμένο μέτρο. Η ήπια ισχύς της (soft power) προέρχεται εν πολλοίς από τη συμμετοχή της στον σκληρό πυρήνα της Ένωσης. Η επίκληση γεωπολιτικών μεταστροφών προς τη Ρωσία ή την Κίνα ίσως δεν είναι επιθυμητές ούτε από τη Μόσχα ούτε από το Πεκίνο. Και οι δύο επιθυμούν καλές σχέσεις με την Αθήνα, αλλά ως μέλος της Ευρωζώνης.

Ανώδυνη λύση δεν υπάρχει στο ελληνικό πρόβλημα. Και ο Τσίπρας συνειδητοποίησε πως η λιγότερο οδυνηρή είναι η ευρωπαϊκή. Έτσι, πραγματοποίησε την μετάλλαξη. Δεν είναι σίγουρο αν προέβλεψε και τα διαλυτικά για το κόμμα του αποτελέσματά της.

Στελέχη του, πάντως, προϊδεάζουν για μια πολιτική συμπεριφορά ασύγγνωστη για τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Θα εφαρμόσουν το μνημόνιο αν κερδίσουν τις εκλογές, διαφορετικά θα ψηφίζουν στη Βουλή μέτρα με τα οποία συμφωνούν και όχι όλα τα μνημονιακά (Βούτσης), ή δεν πρόκειται να εφαρμόσουν το μνημόνιο όπως ψηφίστηκε διότι το ψήφισαν σε μια κρίσιμη στιγμή για τη χώρα (Φίλης).

Πολλοί αναρωτιούνται αν ο Τσίπρας επιθυμεί, με την τροπή που πήραν τα πράγματα να κερδίσει τις εκλογές. Το ίδιο ισχύει και για τη Νέα Δημοκρατία.

Το δίλημμα που προβάλλεται σε κοινωνικό επίπεδο είναι αν θα πρέπει να ψηφιστεί ο ΣΥΡΙΖΑ για να εφαρμόσει το μνημόνιο που έφερε στη Βουλή και εγκρίθηκε, ή αν θα πρέπει το πείραμα με την «πρώτη φορά Αριστερά» να τελειώνει για να μην ταλαιπωρείται άλλο η χώρα και ο λαός της. Το εικοσαήμερο που αρχίζει θα είναι αποκαλυπτικό από όλες τις πλευρές.