17 Αύγουστος 2015, 15:33 - Τελευταία Ενημέρωση: 17 Αύγουστος 2015, 14:38

Τείχος και ιερό στην ανασκαφή της αρχαίας Φενεού

  • Τείχος και ιερό στην ανασκαφή της αρχαίας Φενεού
    (Φωτ.: ΑΠΕ-ΜΠΕ)

Πλήθος ευρήματα, με κυρίαρχα ένα αμφιπρόσωπο τείχος πλάτους 3,20 μ. που διατρέχει ολόκληρη τη βόρεια κλιτύ της Ακρόπολης, καθώς και ένα ιερό αφιερωμένο σε γυναικεία θεότητα, στο ανατολικό πλάτωμα του λόφου της Ακρόπολης, αποκαλύφθηκαν στην αρχαία Φενεό.

Τα ευρήματα ήλθαν στο φως μέσα από τη συστηματική ανασκαφική έρευνα και εκτεταμένες εργασίες αποψίλωσης κατά το πενταετές ερευνητικό πρόγραμμα συνεργασίας «Αρχαία Φενεός», που πραγματοποιήθηκε μεταξύ της Εφορείας Αρχαιοτήτων Κορινθίας και του Αυστριακού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου στην Αθήνα και ολοκληρώθηκε αυτόν το μήνα.

Σύμφωνα με ανακοίνωση του υπουργείου Πολιτισμού, το τείχος διατρέχει ολόκληρη τη βόρεια κλιτύ της Ακρόπολης σε συνολικό μήκος 230 μ. και σε μέγιστο σωζόμενο ύψος 4,50 μ. Η οχύρωση ενισχύεται με τέσσερις ημικυκλικούς πύργους, διαμέτρου 5,50 μ., όπως και έναν κάτοψης τριών τετάρτων του κύκλου, κυμαινόμενης διαμέτρου από 5,90 έως 6,00 μ. (Πύργοι Π1 - Π5).

Το τείχος φαίνεται πως ολοκληρώνει την πορεία του στο ανατολικό πέρας της βόρειας κλιτύος, διαμορφώνοντας πυλίδα. Μοναδική ένδειξη για την οχύρωση στις υπόλοιπες πλευρές της Ακρόπολης αποτελούν οι περίπου 150 παρασυρμένες λιθόπλινθοι, που καταγράφηκαν και χαρτογραφήθηκαν κατά τη διάρκεια του ερευνητικού προγράμματος.

Στο ανατολικό πλάτωμα του λόφου της Ακρόπολης ήρθε στο φως ιερό αφιερωμένο σε γυναικεία θεότητα, ορθογώνιας κάτοψης και εσωτερικών διαστάσεων 15,50 x 4,00 μ., εντός του οποίου ανιχνεύθηκαν δύο οικοδομικές φάσεις, η πρωιμότερη στην αρχαϊκή και η υστερότερη στην κλασική εποχή.

Η αρκαδική πόλη Φενεός τοποθετείται στα νοτιοδυτικά όρια της σημερινής Περιφερειακής Ενότητας Κορινθίας, σε υψόμετρο περίπου 770 μ.

Τη διεύθυνση του προγράμματος είχαν οι καθηγητές Κλασικής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Karl-Franzens του Γκρατς της Αυστρίας και προϊστάμενος της Εφορείας Αρχαιοτήτων Κορίνθου Κωνσταντίνος Κίσσας, και Πέτερ Σέρερ, διευθυντής του Ινστιτούτου Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου.